Legislator Case Law & Legislation
1241/2015 AI generated

1241/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1241/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1241/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1241 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1241/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-3-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Χ. του Β., 2) Α. Χ. του Χ., 3) Β. Χ. του Χ. και 4) Γ. Χ. του Χ., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φλώρο και οι 2η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Φλώρο και Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2004 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. συζ. Χ. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 17-10-2005 πρόσθετη παρέμβαση της Μ. συζ. Α. Ν., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2006, 299/2008 μη οριστικές και 489/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2014 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 12-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου νοείται τόσο η ψευδής ερμηνεία, όσο και η εσφαλμένη εφαρμογή του δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή σε μη εφαρμοστέο κανόνα, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το Δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 207/2014, ΑΠ 1299/2009).

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ’ άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".

Κατά δε την παράγραφο 2 του άνω άρθρου και νόμου, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης δύναται ν’ αντιταχθεί κατά του τρίτου που ζημιώθηκε μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", κατά δε την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου και νόμου "σε περίπτωση παράβασης από δόλο της άνω υποχρέωσης, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης".

Τέλος, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 εδ. β’ του ίδιου ν. 2496/ 1997, που εφαρμόζεται και στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, γιατί η ρύθμιση που περιέχει δεν είναι ασυμβίβαστη προς το όλο σύστημα του ν. 489/1976 ο οποίος δεν έχει αντίθετους ορισμούς, "αν κατά τη σύναψη της ασφάλισης, ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται σε παροχή και δικαιούται, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου".

Στην τελευταία αυτή περίπτωση αληθινά πρόκειται για ακυρωσία που στηρίζεται σε απάτη που διέπραξε ο αντισυμβαλλόμενος, αλλά ο νόμος έχει προβεί σε ειδική ρύθμισή της και την αντιμετωπίζει ως μονομερώς ανενεργή, δηλαδή ο ασφαλιστής δεν υποχρεούται από την ασφάλιση, δικαιούται όμως να απαιτήσει το ασφάλιστρο, εφόσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι κάθε ένσταση που αφορά και θεμελιώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, όπως είναι και εκείνη της ακυρότητας για οποιοδήποτε λόγο αυτής, δεν αντιτάσσεται κατά του προσώπου που ζημιώθηκε από αυτοκινητικό ατύχημα και ασκεί την αξίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/ 1986, εκτός αν η ασφαλιστική εταιρεία επικαλεστεί και αποδείξει, ότι είχε γνωστοποιήσει την ακυρότητα αυτή 16 ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα.

Παρέπεται απ’ αυτά, ότι δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου, ούτε η μονομερής ανενέργεια της σύμβασης ασφάλισης που οφείλεται στο ότι ο αντισυμβαλλόμενος, για να γεννηθεί υπέρ αυτού και των ασφαλισμένων προσώπων ασφαλιστική κάλυψη, πέτυχε να εξαπατήσει τον ασφαλιστή και να αποκρύψει κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι ήδη είχε επέλθει ατύχημα και ζημία σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 1073/2007, ΑΠ 1288/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της μεταξύ των διαδίκων καταρτίσεως ή μη συμβάσεως προσωρινής καλύψεως του εμπλακέντος στο ατύχημα ζημιογόνου αυτοκινήτου και της υποχρέωσης ή μη της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς αποζημίωση των ζημιωθέντων "τρίτων" εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο υπ’ αριθ. ...

αυτοκίνητο δεν ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο σε κάποια ασφαλιστική εταιρία. Η δεύτερη εναγομένη, μητέρα του πρώτου εναγομένου, προκειμένου να εμφανίσει ότι το ζημιογόνο ως άνω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία κατά το χρόνο του ατυχήματος, ώστε η τελευταία να αναλάβει να πληρώσει την αποζημίωση των αξιώσεων που είχαν οι ενάγοντες από το ατύχημα, αφού τούτο είχε προκληθεί από υπαιτιότητα του οδηγού αυτού, προσέφυγε στο γνωστό της ασφαλιστή, Α.

Ν. του Π., ώστε να καλυφθεί το αυτοκίνητο με ασφαλιστική κάλυψη από την εταιρία της οποίας ήταν πράκτορας, ήτοι την τρίτη εναγομένη. Λόγω της φιλικής τους σχέσης, που εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερη, καθόσον σε απλώς γνωστό άτομο δεν θα δεχόταν ασφαλώς ο ανωτέρω ασφαλιστικός πράκτορας να κάνει τέτοια εξυπηρέτηση με κίνδυνο αποκάλυψης τέλεσης αξιόποινης πράξης απ’ αυτόν, τον έπεισε με την επιμονή της να εκδώσει προσωρινό σήμα της ασφαλιστικής αυτής εταιρίας, με το οποίο δηλώνονταν ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο είχε ασφαλιστεί για έναν μήνα, ήτοι από 3-3-2002 έως 3-4-2002, ώστε να προκύπτει ασφάλιση αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος.

Ειδικότερα, ο ασφαλιστικός πράκτορας Α. Ν. την 12-3-2003, οπότε εμφανίστηκε η δεύτερη εναγομένη ενώπιόν του, εξέδωσε το υπ’ αριθμ. ... (προχρονολογημένο) ειδικό σήμα της τρίτης εναγομένης, με το οποίο ασφαλιζόταν το εν λόγω υπ’ αριθμ. ... ζημιογόνο όχημα, με διάρκεια ασφαλίσεως από 3-3-2002 έως 3-4-2002. Η μεθόδευση που χρησιμοποίησε ο εν λόγω ασφαλιστικός πράκτορας συνίσταται στο ότι με τον ίδιο αριθμό ...

ειδικού σήματος της τρίτης εναγομένης ασφαλίστηκε και το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του συζύγου της δεύτερης εναγομένης Α. Ν., με διάρκεια ασφάλισης από 15-3-2002 έως 15-4-2002. Ακολούθως εκδόθηκε για το πρώτο αυτοκίνητο το οριστικό υπ’ αριθμ. .../2002 ασφαλιστήριο της τρίτης εναγομένης εταιρίας με διάρκεια ασφάλισης από 12.3.2002 έως 12.9.2002.

Τούτο έγινε διότι ναι μεν και ανασφάλιστο εάν ήταν το αυτοκίνητο έναντι των τρίτων παθόντων υπείχε υποχρέωση αποζημιώσεως το Επικουρικό Κεφάλαιο, όμως το τελευταίο θα αναζητούσε από τον κύριο του αυτοκινήτου και τον οδηγό αυτού τα ποσά της καταβληθείσας αποζημίωσης. Εξάλλου, τόσο ο Α. Ν., όσο και η δεύτερη εναγομένη για τις παραπάνω πράξεις τους κηρύχθηκαν ένοχοι δυνάμει της προαναφερόμενης υπ’ αριθμ. 520/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και δη ο πρώτος για την πράξη της απόπειρας απάτης (καθόσον δεν επιτεύχθηκε η παραπλάνηση της τρίτης εναγομένης, η οποία πληροφορούμενη την όλη κατάσταση δεν πείσθηκε και δεν κατέβαλε αποζημίωση στους ενάγοντες) και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα απάτης η δεύτερη (όπως επίσης και πρωτοδίκως είχαν κριθεί ένοχοι για τις πράξεις τους αυτές δυνάμει της υπ’ αριθμ. 211/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων).

Με βάση τα ως άνω αναφερθέντα περιστατικά, προκύπτει με σαφήνεια ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει ακυρωσία της άνω ασφαλιστικής σύμβασης, που στηρίζεται στην απάτη, που διέπραξε ο ασφαλιστικός πράκτορας με υπόδειξη και παρότρυνση της δεύτερης εναγομένης σε βάρος της τρίτης εναγομένης - αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την σκόπιμη απόκρυψη του επιδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα της πλήρωσης της ασφαλιστικής περίπτωσης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία δεν είχε διαπραγματευτεί ή αποδεχτεί την κατάρτιση αναδρομικής ασφάλισης.

Σε μια τέτοια περίπτωση, όσον αφορά τους ενάγοντες - παθόντες, η άνω ακυρωσία της σύμβασης ασφάλισης δεν αντιτάσσεται κατ’ αυτών, αφού η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν επικαλείται ότι είχε γνωστοποιήσει την εν λόγω ανενέργεια 16 ημέρες πριν συμβεί το ατύχημα, ούτε προέκυψε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι οι ενάγοντες - παθόντες τελούσαν καθοιονδήποτε τρόπο σε γνώση της προαναφερθείσας παράνομης πράξης της ως άνω αντιδίκου τους και συνακόλουθα της ανενεργείας της σύμβασης.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όμως απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι, με βάση τα ως άνω περιστατικά, το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά τον χρόνο του ατυχήματος και ως εκ τούτου δεν υποχρεούται αυτή σε αποκατάσταση της ζημίας και της αντίστοιχης ηθικής βλάβης των εναγόντων.

Έτσι που έκρινε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2 της Κ4/585/5-4-1978 AYE, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1, 2 του ν. 489/1976, αφού κατά τα ανωτέρω καταρτίστηκε η ως άνω σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως του ζημιογόνου υπ’ αριθμ. ... οχήματος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 3.3.2002 μέχρι 3.4.2002, που συμφωνήθηκε, και συνεπώς το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος (10.3.2002) ήταν προσωρινά ασφαλισμένο, τυχόν δε ακυρότητες που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση (όπως είναι και εκείνη λόγω απάτης), μπορούν να προταθούν μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και όχι κατά των τρίτων ζημιωθέντων, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο συναφής λόγος εφέσεως των εναγόντων και ακολούθως να εξαφανιστούν οι αντίστοιχες διατάξεις της εκκαλουμένης, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 της Κ4/585/5-4-1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (AYE), που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976 περί καταρτίσεως προσωρινής ασφαλίσεως, στα πλαίσια της οποίας χορηγήθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα της αναιρεσείουσας ειδικό σήμα προσωρινής καλύψεως του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ ζημιογόνου οχήματος καθώς και εκείνες των άρθρων 10 παρ. 1, 11 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 και άρθρ. 5 παρ. 2 εδ. β’ του Ν. 2496/1997, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των αναιρεσιβλήτων (τρίτων) την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεώς της λόγω ακυρωσίας της ένδικης συμβάσεως προσωρινής καλύψεως, διότι αφορά την μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου της σχέση, κατά του οποίου έχει δικαίωμα ασκήσεως αγωγής.

Ειδικότερα δεν αντιτάσσεται κατά των τρίτων - αναιρεσιβλήτων ούτε η μονομερής ανενέργεια λόγω ακυρωσίας της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης που οφείλεται στο ότι η αντισυμβαλλόμενη Μ. Ν. και ο ασφαλιστικός πράκτορας της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας Α. Ν. για να γεννηθεί υπέρ της πρώτης (Μ. Ν.) ασφαλιστική κάλυψη από το ήδη επελθόν ατύχημα πέτυχαν να εξαπατήσουν την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία κατά την σύμβαση της προσωρινής ασφαλίσεως, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε από τον ασφαλιστικό πράκτορα (Α.

Ν.) ειδικό σήμα προσωρινής καλύψεως για το ζημιογόνο όχημα και να αποκρύψουν κατά την σύναψη της εν λόγω σύμβασης ότι ήδη είχε επέλθει το ατύχημα και ζημία σε τρίτο πρόσωπο. Τούτο διότι για λόγους προστασίας των τρίτων γίνεται δεκτό πως η πριν από το ατύχημα παράδοση από τον ασφαλιστικό πράκτορα στον υποβάλλοντα αίτηση ασφαλίσεως κύριο του αυτοκινήτου προσωρινού σήματος, έστω κατά παράβαση των όρων της μεταξύ πράκτορα και ασφαλιστή συμβάσεως θεμελιώνει υποχρέωση του τελευταίου για αποζημίωση του τρίτου.

Επομένως το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου της αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Εξάλλου και το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα η παραβίαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, τίθεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως αναφορικά με την ιδιότητα του Α.

Ν. ως ασφαλιστικού συμβούλου, συνδεομένου μ’ αυτή (αναιρεσείουσα) με σύμβαση έργου, αφού κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης ο προαναφερόμενος ήταν ασφαλιστικός πράκτορας αυτής. Αναφορικά δε με την εσφαλμένη επίκληση από την προσβαλλόμενη απόφαση της διατάξεως του άρθρου 203 Ε.Ν., που έχει καταργηθεί θα πρέπει η εν λόγω αιτίαση που περιέχεται στο τέλος του πρώτου τμήματος του πρώτου λόγου αναίρεσης, να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 26 σειρά 19) προκύπτει η αντικατάσταση της εν λόγω διάταξης από τον ν. 2496/1997 από τις 17-11-1997, τον οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης.

Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του: α) Ενώ δέχεται ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο υπ’ αριθμ. ... αυτοκίνητο δεν ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο σε κάποια ασφαλιστική εταιρία στην συνέχεια του σκεπτικού της κατ’ αντιφατικό τρόπο δέχεται την εσφαλμένη πρωτόδικη κρίση, σύμφωνα με την οποία το ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν ασφαλισμένο και β) ενώ αρχικά δέχεται, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε διαπραγματευθεί ή αποδεχθεί την κατάρτιση αναδρομικής ασφάλισης ακολούθως κατ’ αντιφατικό τρόπο δέχεται ότι κατά τα ανωτέρω καταρτίσθηκε η ως άνω σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως.

Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα του πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα ανωτέρω συνιστούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών, χωρίς ωστόσο να ιδρύεται αντιφατικότητα αιτιολογιών και συγκεκριμένα αναφέρονται προκειμένου να καταδειχθεί ότι η ένδικη σύμβαση προσωρινής ασφαλιστικής καλύψεως ήταν αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του ασφαλιστικού της πράκτορα και της Μ.

Ν. σε βάρος της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας.

Τέλος με το τελευταίο τμήμα του δευτέρου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση περί πρόδηλης αντιφάσεως της υπ’ αριθμ. 520/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο ασφαλιστικός πράκτορας της αναιρεσείουσας και η μητέρα του πρώτου εναγομένου Μ. Ν. κηρύχθηκαν ένοχοι για απόπειρα απάτης και της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δέχεται ως τετελεσμένο το έγκλημα της απάτης δεν συνιστά πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον η αντίφαση πρέπει να υπάρχει μόνον στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ αιτιολογιών προς άλλα έγγραφα, έστω και διαδικαστικά, όπως η εν λόγω απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, μετά την προσθήκη της παρ. 4 στο άρθρο 495 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2.4.2012, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας - καταθέσασας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.7.2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 42/2014 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ