Legislator Case Law & Legislation
1241/2007 AI generated

1241/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1241/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1241/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1241 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1241/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΜΚΕ ΑΤΕ" και 3) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καρούζο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ΄ ου η κλήση: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2479/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9339/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 18-7-2005 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 428/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 9-5-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου και την απόρριψη του πρώτου από τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς, ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καρτέλες εργασίας των απασχοληθέντων στο εργοτάξιο των αναιρεσειουσών μισθωτών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τις οποίες είχαν προσκομίσει αυτές ενώπιόν του, και από τις οποίες προέκυπταν οι ώρες εργασίας του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν στο Εφετείο τις παραπάνω καρτέλες εργασίας - για τις οποίες ισχυρίζονται μόνο ότι τις είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως και κατ' έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται σαφές ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο από τις αιτιολογίες της αποφάσεως.

Εξάλλου, με τον ίδιο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς τις ώρες που δέχτηκε ότι εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη έλλειψη ανάγεται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 435/1976, μισθωτοί απασχολούμενοι νομίμως, πέραν των επιτρεπομένων για κάθε κατηγορία ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιο, αυξημένο τουλάχιστον : α) κατά 25% για τις πρώτες 60 ώρες, β) κατά 50% για τις πέραν των 60 και μέχρι τις 120 ώρες και γ) κατά 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως.

Νόμιμη θεωρείται και η υπερωριακή εργασία που παρασχέθηκε στην αλλοδαπή, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα τηρήσεως των διατυπώσεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 515/1970. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της απόφασης 19040/1981 του Υπουργού Εργασίας, 3 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών (Πάσχα- Χριστουγέννων- Ν.

Έτους), καθώς και οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζόμενου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσαύξηση για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε 12 ώρες νόμιμης υπερωριακής εργασίας κάθε εβδομάδα και ότι συνολικά, καθ' όλη τη διάρκεια τη σύμβασης (από 23-3-1999 μέχρι 15-1-2001), πραγματοποίησε 1.044 ώρες (12 ώρες εβδομαδιαίως Χ 87 εβδομάδες = 1.044), για τις οποίες δικαιούται το ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά ποσοστό 75% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Ακολούθως, με βάση τις τακτικές αποδοχές που δέχτηκε ότι ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος, στις οποίες συνυπολόγισε και την προκύπτουσα κατά τα ανωτέρω αμοιβή του για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, επιδίκασε σ' αυτόν υπόλοιπο από τις αποδοχές και το επίδομα άδειας που δέχτηκε ότι δικαιούται. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως, αφού υπολόγισε την προσαύξηση που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος σε ποσοστό 75% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για όλες τις υπερωρίες και όχι σύμφωνα με τη διαβάθμιση που προαναφέρθηκε.

Επειδή, από τις διατάξεις της 8.900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του Β.Δ. 748/1966, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη προσαύξηση 75%, που δικαιούται ο απασχολούμενος κατά την Κυριακή μισθωτός, υπολογίζεται με βάση τις νόμιμες αποδοχές του, που προβλέπονται από Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και όχι με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές αυτού. Επομένως, το Εφετείο που υπολόγισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την προσαύξηση 75%, που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος για τις 39 συνολικά Κυριακές, που απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας του, με βάση τις καταβαλλόμενες και όχι τις νόμιμες αποδοχές του, παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9339/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ