Supreme Court quashes lower court ruling for procedural error in service of legal documents to a public entity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Third Instance Court's decision regarding the procedural validity of serving legal documents to the Social Security Institution. The lower court had accepted an appeal based on the service of a lawsuit being directed only to a subordinate manager rather than the legally mandated Director of the institution. The Court ruled that such service does not produce legal consequences unless delivered to the proper legal representative, a defect that warrants annulment regardless of actual prejudice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 124, 126, 129 of the Code of Civil Procedure; Service of legal documents to a public legal person must be delivered to its statutory representative or authorized head, and failure to do so renders the service ineffective, triggering automatic procedural annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Βλασοπούλου, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α), με ΑΦΜ ..., που εδρεύει στην Αθήνα, στην Αθήνα, επί της οδού ..., νομίμως εκπροσωπούμενου, με την ιδιότητα του οιονεί καθολικού διαδόχου του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης-Ν.Π.Δ.Δ "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - I.K.A- E.T.A.M>>, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Καλογεροπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-6-2021 (με ΓΑΚ: 447/2023) αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 01-06-2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 226/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία έγινε δεκτή η από 04-11-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου ΕΦΚΑ κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16-02-2018 αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη.
Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 124, 126 και 129 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει το έγγραφο αυτό να παραδίδεται σε εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό (άρθ. 126 παρ.1 εδ.
γ, δ` ΚΠολΔ), αν δε αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δηλ. τον διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη (ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου, προς το οποίο γίνεται η επίδοση, ΑΠ 1232/2012), του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1153/2005), ενώ εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμοδίων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν απαιτεί τούτο (όπως, αντιθέτως, το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία, στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδομένου εγγράφου (ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1724/2012, AΠ 700/2008, ΑΠ 769/2002).
Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπησης αυτού) δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κλπ., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 1153/2006), χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία.
Τέλος, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαλαμβανομένη στην έκθεση επίδοσης βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, που αφορά την ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου του νομικού προσώπου, αποτελεί πλήρη απόδειξη, αφού το γεγονός αυτό είναι από εκείνα, των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης επίδοσης δικαστικός επιμελητής, επιτρέπεται, όμως, ως προς αυτήν ανταπόδειξη από εκείνον που αμφισβητεί την ως άνω ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου ή διευθυντή ή συνεργάτη κλπ. με τα επιτρεπόμενα από την οικεία διαδικασία αποδεικτικά μέσα, ενώ ως προς όσα βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του, ανταπόδειξη χωρεί μόνο με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής (ΑΠ 811/2024, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1724/2012, ΑΠ 1916/2006).
Περαιτέρω, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ( ΙΚΑ), το οποίο, δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α` 160), μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αποτελεί ΝΠΔΔ, κατά τους ορισμούς του άρθρου 11 του, με το Ν. 2113/1952 (ΦΕΚ Α` 126), κυρωθέντος ΑΝ 1846/1951 (ΦΕΚ Α` 179), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)" (άρθρο 51ΑΝ.4387/2016), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) και ήδη αναιρεσίβλητο (άρθρο 1 Ν.4670/2020).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 266/1989 "Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)" (ΦΕΚ Α` 127), οι υπηρεσίες του ως άνω ΝΠΔΔ, διακρίνονται σε κεντρικές, με αρμοδιότητες, κύρια επιτελικές και σε περιφερειακές, με αρμοδιότητα κύρια, λειτουργικές και εκτελεστικές, ενώ όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 και 4 του ως άνω Οργανισμού, τα οποία αναφέρονται στην περιφερειακή διάρθρωση του Ιδρύματος, τα περιφερειακά του υποκαταστήματα και οι περιφερειακές υπηρεσίες αυτού, που λειτουργούν σε επίπεδο διεύθυνσης, ως μονάδες παροχής υπηρεσιών ασφάλισης και λειτουργικής υποστήριξης των υπηρεσιών υγείας της περιοχής τους. Κατά συνέπεια, τα περιφερειακά υποκαταστήματα του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ είναι περιφερειακές υπηρεσίες του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ), επιπέδου διεύθυνσης (ΑΠ 870/2013).
Εξ άλλου, ο Διοικητής του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δύναται να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και δικανική ικανότητα, με ειδική εξουσιοδότηση προς τους διευθυντές των υποκαταστημάτων του Ιδρύματος, υποκαθισταμένους αυτούς στη θέση του νομίμου εκπροσώπου του εν λόγω ΝΠΔΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 4 του ν.δ. 3710/1957 (Α' 100) και του άρθρου 5 εδάφιο λα' της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας απόφασης 090/1/10.2.1983 του Διοικητή του ΙΚΑ περί αναθέσεως αρμοδιοτήτων του στον Υποδιοικητή και σε άλλα όργανα του Ιδρύματος (Β' 67), όπως αντικαταστάθηκε από την απόφαση 090/6/4.11.1997 του ίδιου οργάνου (Β' 1013), προκύπτει ότι οι διευθυντές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ εκπροσωπούν νομίμως το Ίδρυμα ενώπιον των δικαστηρίων για τις υποθέσεις αρμοδιότητας των υποκαταστημάτων στα οποία προΐστανται (ΣτΕ 2307/2010).
Συνεπώς, οι αποφάσεις των δικαστηρίων νομίμως επιδίδονται στον Διευθυντή του Υποκαταστήματος ο οποίος εκπροσώπησε το ΙΚΑ ενώπιον των δικαστηρίων αυτών, η επίδοση δε αυτή αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως (ΣτΕ 2307/2010, ΣτΕ 3746/2002). Στο άρθρο 69Α παρ. 1 του Ν. 4387/1996, ορίζεται ότι: Όλες οι Περιφερειακές και Τοπικές Οργανικές Μονάδες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αποτελούν περιφερειακές υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α.
υπαγόμενες στον Διοικητή, με την ίδια οργανωτική δομή, αρμοδιότητες και προσωπικό. Κατ' άρθρο 70Α παρ. 9 του ίδιου επίσης νόμου, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π ή/και των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. συνεχίζονται από τον e-Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.
Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του e- Ε.Φ.Κ.Α. Εξάλλου, με το άρθρο 59 του προαναφερθέντος ν. 4387/2016 καθορίσθηκαν οι αρμοδιότητες του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α.. Με το άρθρο αυτό ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: "1. Ο Διοικητής έχει τις εξής αρμοδιότητες: α) ... στ) Εκπροσωπεί τον Ε.Φ.Κ.Α. δικαστικώς και εξωδίκως.
Με απόφασή του μπορεί να αναθέτει την αρμοδιότητα εξώδικης εκπροσώπησης του Φορέα σε μέλος του Δ.Σ. ή δικηγόρο ή προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης του Φορέα, δ) .... 2. Ο Διοικητής μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει στους Υποδιοικητές ή σε Προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. αρμοδιότητές του ή το δικαίωμα να υπογράφουν κατά περίπτωση "με εντολή Διοικητή"".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν ζητήματα οργανώσεως του Ε.Φ.Κ.Α., την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου έχει, εκ του νόμου, ο Διοικητής του, μπορεί δε να την αποκτήσουν και τα μνημονευόμενα στην ίδια διάταξη πρόσωπα (Προϊστάμενοι Γενικής Διευθύνσεως, Προϊστάμενοι Διευθύνσεως ή δικηγόροι), εφόσον τους ανατεθεί εξουσία εκπροσωπήσεως με απόφαση του έχοντος τη σχετική εξουσία Διοικητή (πρβ.
ΣτΕ 287, 1343/2017).
Περαιτέρω, σε ορισμένα από τα πρόσωπα αυτά (μεταξύ άλλων, Προϊσταμένους Γενικής Διευθύνσεως ή Προϊσταμένους Διευθύνσεως) ο Διοικητής μπορεί να μεταβιβάζει και αρμοδιότητές του. Επιπλέον κατ' άρθρο 5 παρ.3 περ. γ του ΠΔ 8/23-01-2019 που τιτλοφορείται "Οργανισμός Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) "....3.
Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ....γ. Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης....γβ) Η παραλαβή των επιδοθέντων δικογράφων.". Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ` αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 1515/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε το απαράδεκτο της από 16-02-2018 ως άνω αγωγής του κατά του αναιρεσιβλήτου ΕΦΚΑ, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 27-11-2009 πατρός του, διότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον Προϊστάμενο του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) του Υποκαταστήματος Χαλκίδος και όχι στην Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων (Δ.Ν.Υ.) που υπάγεται στον Διοικητή του ΕΦΚΑ - Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης επικαλούμενο το Εφετείο μεταξύ άλλων εφαρμοστέων διατάξεων και την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 περ γ του ΠΔ 8/23-01-2019 ως ειδική ρητή διάταξη για την παραλαβή των δικογράφων που επιδίδονται στον ΕΦΚΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την υπ' αρ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ευβοίας Γ. Α. Π., ο τελευταίος κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Χαλκίδας Α.
Σ., πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Κ. Μ., μετέβη για να επιδώσει στο ΝΠΔΔ "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ"- ΕΦΚΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και από τον Προϊστάμενο του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) του Υποκαταστήματος Χαλκίδας, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 16-02-2018 αγωγής για ακύρωση πλασματικής αποδοχής κληρονομίας του αναιρεσείοντος κατά του ΕΦΚΑ.
Κάτωθι δε του κειμένου της έκθεσης σημειώνεται από τον ίδιο επιμελητή επί λέξει: "Και ευρών την εντεταλμένη δια την παραλαβή εγγράφων υπάλληλο ονόματι Μ. Β. παρέδωσα και παρέλαβε το ως άνω έγγραφο". Και ακολουθεί η ιδιόχειρη υπογραφή και σφαγίδα της παραλήπτριας και του δικαστικού επιμελητή. Η επίδοση αυτή είναι νόμιμη καθόσον από τον συνδυασμό των προαναφερομένων στην νομική σκέψη διατάξεων προκύπτει ότι ο Διοικητής του ΙΚΑ είχε την δυνατότητα να αναθέτει αρμοδιότητές του στον Υποδιοικητή και σε άλλα όργανα του Ιδρύματος, την ίδια δε δυνατότητα να μεταβιβάζει αρμοδιότητες σε άλλα όργανα του Οργανισμού έχει και ο Διοικητής του ΕΦΚΑ.
Επιπλέον επειδή, ως προαναφέρθηκε, οι Περιφερειακές και Τοπικές Οργανικές Μονάδες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αποτελούν περιφερειακές υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α. υπαγόμενες στον Διοικητή, με την ίδια οργανωτική δομή, αρμοδιότητες και προσωπικό, επομένως οι Προϊστάμενοί τους λειτουργούν ως υποκατάστατοι του Διοικητή του ΕΦΚΑ και εκπροσωπούν αυτόν στις Περιφέρειές τους, όπως εν προκειμένω και ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ Χαλκίδας εκπροσωπεί τον Διοικητή του ΕΦΚΑ.
Πέραν τούτου σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, στο ρυθμιστικό πεδίο των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 124, 126 και 129 του ΚΠολΔ, εμπίπτει η διαδικασία επιδόσεως δικογράφων προς όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως αν αυτά προϋπήρχαν ή αν συνιστώνται μετά τη θέσπιση της εν λόγω δικονομικής ρυθμίσεως και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις των άρθρων αυτών του ΚΠολΔ είναι εφαρμοστέες και στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, η επίδοση της αγωγής μπορούσε να γίνει, πέραν του Διοικητή του Φορέως (ΕΦΚΑ) ως νόμιμου εκπροσώπου αυτού, και σε άλλα πρόσωπα, από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1γ του ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει δε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η επίδοση της αγωγής έγινε στον Προϊστάμενο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α.
Χαλκίδας, ως αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο, μεταξύ άλλων, για την παραλαβή των οικείων δικογράφων, που απευθύνονταν στον Ε.Φ.Κ.Α., ως οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ. Επιπλέον δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 περ γ του κατ' εξουσιοδότηση εκδοθέντος, - π.δ. 8/2019, Α' 8, αφενός μεν διότι η διάταξη αυτή αφορά την εσωτερική οργάνωση της κεντρικής νομικής υπηρεσίας (Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων) του Ε.Φ.Κ.Α.
και τις αρμοδιότητες των τμημάτων της, μεταξύ των οποίων η "παραλαβή επιδοθέντων δικογράφων" (περ. Γ' υποπερ. 5 στοιχείο β') [σε όποιο πρόσωπο προβλεπόταν, κατά τα ανωτέρω, η επίδοση των εγγράφων αυτών], προκειμένης της οργανώσεως της δικαστικής υπερασπίσεως του Φορέως, αφετέρου δε διότι εκδόθηκε και άρχισε να ισχύει, μεταγενέστερα της επίδοσης της αγωγής που έλαβε χώρα την 6-3-2018.
Επομένως το Εφετείο με το να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω μη νόμιμης επίδοσης αυτής στον Διοικητή του ΕΦΚΑ, εφαρμόζοντας μεταξύ άλλων και την ανωτέρω διάταξη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο ο σχετικός και μοναδικός αναιρετικός λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, η προεδρεύουσα Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε τη γνώμη ότι ο ως άνω μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ. 1γ'και 215 παρ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, και των άρθρων 51, 59 παρ. 1 (περ. στ') και 2, 62, 69Α παρ.1, 70Α παρ. 10, 90 και 100 παρ. 3β' του ν. 4387/2016, συνάγεται ότι από 1-1-2017 ο Ε.Φ.Κ.Α., που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή αυτού, ότι στον Ε.Φ.Κ.Α.
λειτουργεί γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. σύμφωνα με τις ισχύουσες περί Ν.Σ.Κ. διατάξεις, στην αρμοδιότητα του οποίου (Νομικού Συμβούλου) ανήκει η νομική εκπροσώπηση των συμφερόντων του Ε.Φ.Κ.Α. ενώπιον κάθε Δικαστηρίου ή Αρχής, καθώς και Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων (Δ.Ν.Υ.) υπαγόμενη απευθείας στον Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., η οποία (Δ.Ν.Υ.) διαρθρώνεται, μεταξύ άλλων από το τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης, με αρμοδιότητα παραλαβής επιδοθέντων δικογράφων.
Ότι συνεπώς, αν το δικόγραφο της αγωγής, στρεφόμενο κατά του Ε.Φ.Κ.Α. η άσκηση της οποίας (αγωγής) ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στον εναγόμενο, δεν επιδοθεί στον κατά νόμον εκπρόσωπό του, ήτοι στο Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., με παραλαβή του από τη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων (Δ.Ν.Υ.) που υπάγεται στο Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., η άσκηση αυτής (αγωγής) δεν έχει ολοκληρωθεί και ως εκ τούτου δεν παράγει δικονομικές έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Ε.Φ.Κ.Α., ή της παράστασής του ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού αυτό απολαμβάνει τα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν στις επιδόσεις δικογράφων στο Ελληνικό Δημόσιο, χάριν της ενότητας και της ασφάλειας του δικαίου.
Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η γενομένη επίδοση της υπ'αρ. 719/24/2018 αγωγής του αναιρεσείοντος περί ακύρωσης, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας, μόνον προς τον Προϊστάμενο του Ε.Φ.Κ.Α (πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) του Υποκαταστήματος Χαλκίδος και όχι στη Δ.Ν.Υ.
που υπάγεται στο Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος δεν είχε μεταβιβάσει με απόφασή του σχετική αρμοδιότητα στον ως άνω προϊστάμενο του Ε.Φ.Κ.Α. Χαλκίδας, δεν παράγει τις σκοπούμενες έννομες συνέπειες που επέρχονται με την άσκηση αυτής και ότι ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση ακυρότητας, η οποία ερευνάται ανεξαρτήτως δικονομικής βλάβης του εναγομένου - εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.
και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ως προς το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.ΠολΔ., που του αποδίδεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, για το λόγο αυτό κρίνεται, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, απορριπτέα ως αβάσιμη.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί κατά πλειοψηφία η προσβαλλόμενη απόφαση 226/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθής διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 70Α' παρ. 10 του Ν. 4387/2016, 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 226/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ