Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific legal principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred in applying common sense principles regarding partners' knowledge in a 50/50 limited partnership, but the court found this ground vague and insufficiently supported by specific legal citations. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558, 76, 80 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific legal principles and facts, otherwise it is inadmissible for vagueness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1240/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάρκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Μ. χήρας Δ. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ι. Μ. του Δ., 4) Ε. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καλαμακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2010 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20/5/2013 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 2-4 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/3/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη, όπου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος, που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.
Επί αναγκαστικής δε ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτή. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζει μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 1103/2010).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί αναγκαστική ομοδικία μεταξύ του παρεμβαίνοντος και του διαδίκου υπέρ του οποίου η παρέμβαση (ΑΠ 1720/2022, ΑΠ 700/2020, ΑΠ 679/2020, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 177/2017, ΑΠ 545/2003).
Αυτοτελής παρέμβαση είναι η παρέμβαση του ομορρύθμου εταίρου υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας για υπόθεση που αφορά περιουσιακά της δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων έχει απευθύνει την ένδικη αίτηση αναίρεσης, παραδεκτά κατά της αντιδίκου του πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας έναντι της οποίας έχει ηττηθεί και κατά των αναγκαίων ομοδίκων της τελευταίας εταιρίας (κληρονόμων του ομορρύθμου εταίρου της, Δ.
Μ.), οι οποίοι άσκησαν αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έγινε δεκτή, με συνέπεια, κατά τα προαναφερθέντα, την απεύθυνση των ενδίκων μέσων και κατ' αυτών. Από τις επικαλούμενες δε και προσκομιζόμενες υπ' αρ. 10436Δ'/30-3-2021 και 10443Δ'/1-4-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας ..., προκύπτει ότι οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, που δεν εμφανίσθηκαν στην συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 16ης-5-2022, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση αυτών για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Οι τελευταίες, συνδεόμενες, κατά τα προεκτεθέντα, με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τους παριστάμενους στη δίκη τρίτο και τέταρτη αναιρεσίβλητους, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται απ' αυτούς.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 293/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 127/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα σε βάρος του αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης για αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του (υπεξαίρεση χρηματικού ποσού που εισέπραξε και δεν απέδωσε στην εταιρία), καθώς επίσης και η ασκηθείσα υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης αναιρεσίβλητων. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
II. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.
Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτός προσκόμισε με επίκληση, από τα οποία αποδεικνυόταν αφενός μεν ότι το προς διανομή ποσό της υπό εκκαθάριση πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας ανερχόταν σε 4.446.052 δραχμές και όχι στο ποσό των 15.223.275 δραχμών, που δέχθηκε το Εφετείο, αφετέρου δε η αντισυμβατική και ενάντια στη καλή πίστη συμπεριφορά του θανόντα ομόρρυθμου εταίρου, Δ. Μ. και ειδικότερα: 1) την με αριθμό ... επιταγή, με την συνημμένη απόδειξη με αριθμό 17 παραλαβής αξιογράφου με αριθμό ..., για την οποία εκδόθηκε το με αριθμό ... τιμολόγιο αγοράς κομπρεσέρ, ποσού 2.227.223 δραχμών, το οποίο συνιστά έξοδο της εταιρίας για αγορά κομπρεσέρ και δεν συνυπολογίστηκε στην έκθεση εκκαθάρισης, 2) τις με αριθμούς ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, έκδοσης της εταιρίας "... Α.Ε", συνολικού ποσού 8.500.000 δραχμών, το οποίο εισέπραξε ο θανών ομόρρυθμος εταίρος, Δ. Μ. και 3) την ένορκη βεβαίωση του πρώην λογιστή της εταιρίας, Γ. Μ., από την οποία προκύπτει ότι ο Δ. Μ. δεν συνέπραξε στην εκκαθάριση της εταιρίας.
Εν προκειμένω, εκτός του ότι δεν προσκομίζονται τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και "η υπ' αρ. 202/8-10-1999 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Γ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λουτρών Αιδηψού, Α. Σ. και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του ότι η έκθεση εκκαθάρισης του διορισθέντος εκκαθαριστή της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας έχει ελλείψεις, αντιφάσεις και αυθαίρετες κρίσεις και το τελικό συμπέρασμα αυτής είναι καταφανώς εσφαλμένο.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως που προεκτέθηκε, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος. IV. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1525/2022, 1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1106/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ με την επίκληση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο Δ. Μ. δεν εισέπραττε για λογαριασμό της εταιρείας, ότι τύποις μόνον ήταν διαχειριστής αυτής, ενώ ο αναιρεσείων μόνον εισέπραττε, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία σε ομόρρυθμες εταιρίες, στις οποίες οι ομόρρυθμοι εταίροι συμμετέχουν κατά ποσοστό 50%, αμφότεροι εκπροσωπούν την εταιρία και σε κάθε περίπτωση έχουν γνώση σχετικά με την δραστηριότητα και τις υποθέσεις της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στην ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου αφορούν τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ανεξαρτήτως, βεβαίως, του ότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας το ανωτέρω επικαλούμενο, ως τέτοιο, από τον αναιρεσείοντα, αφετέρου διότι, υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας ο αναιρεσείων στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλαν αυτοί (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
Εφόσον δε απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης δεν ερευνάται η υποβληθείσα με το αναιρετήριο αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, με την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται ότι, δυνάμει του από 5-3-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού, προέβη στην εξόφληση της επίδικης οφειλής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 293/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ