Legislator Case Law & Legislation
1240/2023 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible due to failure to prove finality of lower court judgment via notice of default judgment.

Case Number 1240/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant failed to prove the lower court judgment had become final. The appellant argued the judgment was final without citing a notice of default judgment, while the opposing party contended the judgment was served and final. The court ruled that without proof of the expiration of the default judgment objection period or a waiver thereof, the appeal could not proceed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 503, 144, 297 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove the challenged judgment has become final, either by showing the expiration of the default judgment objection period or a valid waiver of such objection.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal finality of judgment default judgment objection notice of default judgment Code of Civil Procedure waiver of objection procedural requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1240 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1240/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Φαίδρας Παύλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος Κ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κ. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2676/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5605/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού) προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον, που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 05-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 5107/680/01-07-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2360/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 5605/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αφορώσας εργατική διαφορά, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 358252977951 0104 0082 45000 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική διαφορά απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες (Ολ. Α.Π. 5/2001, Α.Π. 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.

Α.Π.17/2013). Ο χαρακτήρας της απόφασης, ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά τον χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 329/2019, Α.Π. 423/2017, Α.Π. 242/2015). Η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

Α.Π. 15/2001, Α.Π. 1470/2003, Α.Π. 162/1997), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας - η οποία, κατ' άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, είναι δέκα πέντε (15) ημερών, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, όταν δε ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης, ενώ, εάν δεν επιδοθεί η απόφαση κατά νόμιμο τρόπο, η προθεσμία της ανακοπής δεν αρχίζει - να αποκλείεται η άσκηση από αυτόν ή από τον αντίδικό του αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους.

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών άσκησης της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ. Α.Π. 11/1998, Α.Π. 329/2019, Α.Π. 1543/2018), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 194/2023, Α.Π. 329/2019).

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (Α.Π. 44/2022, Α.Π. 816/2020, Α.Π. 1289/2018).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η τασσόμενη προς άσκησή της προθεσμία, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι, έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β' του ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.

Α.Π. 15/2001, Α.Π. 116/2023, Α.Π. 45/2020, Α.Π. 31/2016). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.

Α.Π. 17/2013, Α.Π. 185/2022, Α.Π. 845/2018, Α.Π. 864/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 60/2017, Α.Π. 737/2017, Α.Π. 430/2009). Έτσι, αν δεν αποδεικνύεται, με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων, ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο άσκησης της, κατ' αυτής, αναίρεσης, είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή τους, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 898/2021, Α.Π. 285/2017 Α.Π. 1097/2014, ΑΠ 1466/2010, ΑΠ 839/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 19-02-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 63748/2177/30-04-2013 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι προσελήφθη από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Κ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται στην αγωγή, ως εργάτης αποκομιδής απορριμμάτων.

Ότι, μετά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας συνέχισε να απασχολείται στον εναγόμενο, άνευ εγγράφου σύμβασης εργασίας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, χωρίς όμως να του καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές του, για το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο του έτους 2008 έως το μήνα Μάιο του έτους 2010.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων ενενήντα ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (28.090,42), επικουρικά δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη, με αριθμό 2676/2013, οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση αυτής, ως μη νόμιμη, ενώ απέρριψε και την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 14-02-2014 και με αριθμό προσδιορισμού δικασίμου 2957/01-04-2014 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξέδωσε ερήμην του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου την προσβαλλόμενη με αριθμό 5605/2018 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, όρισε δε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.

Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, εκ μέρους του ερημοδικασθέντος εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Ωστόσο, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δεν προκύπτει ότι η εκδοθείσα, ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου και δυναμένη, συνεπώς, να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14-11-2018, επιδόθηκε στον ερήμην δικασθέντα, ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ. 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 του ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Αντίθετα, ο αναιρεσείων συνομολογεί ότι δεν έχει επιδοθεί η απόφαση αυτή, κατά της οποίας άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, χωρίς όμως να προκύπτει αν, κατά τον χρόνο άσκησης αυτής, η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση είχε καταστεί ή όχι τελεσίδικη, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας, δεδομένου ότι δεν ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αναίρεσης ότι έχει τελεσιδικήσει και δη ότι δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους του αντιδίκου του, ούτε ότι έχει ασκηθεί ανακοπή και έχει γίνει παραίτηση από αυτή κατά νόμιμο τρόπο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), ούτε αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης της Γραμματείας του Εφετείου Αθηνών περί μη άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, εντός της τασσόμενης προς άσκησή της προθεσμίας.

Σημειώνεται ότι η, εκ μέρους του ερήμην δικασθέντος εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου συνομολόγηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω, καθώς ούτε και αυτός επικαλείται τον τρόπο που κατέστη τελεσίδικη, ήτοι ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας, κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να έχει δικαίωμα άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τελεσίδικη, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει αυτήν, ως απαράδεκτη.

Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 " Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ", όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

Τέλος πρέπει να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο ύψους 450 ευρώ, το οποίο, εκ περισσού, καταβλήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επιστροφή του, με αριθμό 358252977951 0104 0082 45000, ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 05-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 5107/680/01-07-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2360/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5605/2018, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ