Supreme Court allows appeal against bank contract dispute verdict due to conflicting evidence on causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request to overturn a lower court decision regarding a financial contract dispute. The appellant argued that the banks failed to prove the causal link between their actions and the alleged damages, citing a lack of sufficient investment experience on their part. The court found contradictions in the appellate court's reasoning regarding the appellant's reliance on bank advice and the existence of a causal connection, rendering the original judgment legally flawed. Consequently, the appeal was accepted, the contested portion of the verdict was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; The Supreme Court held that a judgment is flawed if it contains contradictions regarding the existence of a causal link between the defendant's conduct and the plaintiff's damages, necessitating a retrial on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1240/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Π. του Χ., συζύγου Ι. Μ., κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. A. M. Α. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Υ. Α. Ε. Π. Ε. Υ.", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 785/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4161/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/9/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 26-9-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4161/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 785/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή την από 12-10-2016 αγωγή της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.
Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 244/2016). Εξάλλου, είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (Ολ ΑΠ 967/1973, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 345/2018, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 504/2016). Επίσης, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Τρίτη αρχή: Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.
Τέταρτη αρχή: Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς. Έβδομη αρχή: Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, πλην των ως άνω εκτεθέντων, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Επομένως, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Έτσι, εφόσον η εν λόγω παρανομία έχει διαπραχθεί με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, και υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια των διατάξεων αυτών μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επιπλέον ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.
Επίσης, πρέπει αυτός να μην παραπλανάται, δηλαδή να αποφασίζει να ενεργήσει κάποια συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.
Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται κυρίως σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Επομένως, οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017 ΑΠ 1028/2015). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία με την πρώτη εναγομένη, που χρονολογείται από το έτος 1990, έχοντας συγκεντρώσει σ' αυτήν το σύνολο των οικονομιών της οικογένειάς της. Η ίδια είναι απόφοιτος Λυκείου, έχει σπουδάσει διακόσμηση σε μία ιδιωτική σχολή στην Ιταλία και αφότου παντρεύτηκε, ασχολείται με τα οικιακά, ο δε σύζυγός της σπούδασε ναυπηγός και εργαζόταν σε εταιρείες, που αναλαμβάνουν την κατασκευή παραγωγικών μονάδων της ΔΕΗ.
Ένεκα της εργασίας του συζύγου της εκτός …, όπου ήταν ο τόπος της κοινής κατοικίας τους, η ενάγουσα είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την οικονομική διαχείριση και τη διενέργεια των τραπεζικών συναλλαγών τους. Από το έτος 1997, η ενάγουσα διατηρεί επενδυτικό λογαριασμό, είχε δε, κατά το παρελθόν, επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων εξωτερικού και είχε συμμετάσχει σε δημόσιες εγγραφές αύξησης κεφαλαίου, κρατώντας, όμως, τις μετοχές δι' ελάχιστον (βλ.
προσκομιζόμενα αντίγραφα κινήσεων επενδυτικού λογαριασμού της ενάγουσας από 01.01.1997 έως 31.12.2007). Από το έτος 2005 είχε το σύνολο των κεφαλαίων της, συνολικού ύψους 470.000 ευρώ, σε ομόλογο Euribor -0.10 της ..., το οποίο ρευστοποίησε την 19.06.2007 (βλ. προσκομιζόμενη, από τις εναγόμενες, κίνηση του λογαριασμού ομολόγων της ενάγουσας).
Το ίδιο διάστημα, δηλαδή τον Ιούνιο του 2007, η τότε υποδιευθύντρια του Καταστήματος …, Ε. Σ., την παρέπεμψε στο Private Banking της πρώτης εναγομένης και συναντήθηκε με τον Διευθυντή του Κέντρου Private Bank … και …, Θ. Κ., ο οποίος της παρουσίασε τα είδη των συμβάσεων, που θα μπορούσαν να συνομολογήσουν, δηλαδή την "εν λευκώ" διαχείριση του χαρτοφυλακίου, την συμβουλευτική διαχείριση, στο πλαίσιο της οποίας η τράπεζα παρέχει, έναντι αμοιβής, συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και την απλή μορφή συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, λήψης και διαβίβασης εντολών, κατά την οποία η τράπεζα αναλαμβάνει την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου της σύμφωνα με τις εντολές της.
Η ενάγουσα επέλεξε την τρίτη μορφή. Πράγματι, την 03.07.2007 εντάχθηκε στο Private Banking και καταρτίστηκε μεταξύ, αφενός, της πρώτης εναγομένης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Υ. Α.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η δεύτερη εναγομένη, και αφετέρου, της ενάγουσας, του συζύγου της, Ι. Μ. και της ανήλικης κόρης τους, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τους δύο πρώτους, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-λήψης και διαβίβασης εντολών, με αντικείμενο την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του επενδυτή, σύμφωνα με τις εντολές του, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παρ. 1 α (I) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη συνημμένη από 03.07.2007 πρόσθετη πράξη αυτής.
Στην ως άνω σύμβαση επισυνάπτονται Παράρτημα Γ, ήτοι ερωτηματολόγιο, το οποίο συμπληρώθηκε από την ενάγουσα, προκειμένου οι εναγόμενες να λάβουν πληροφορίες για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επενδυτή, τους επενδυτικούς του στόχους και τις ανάγκες του, καθώς και Παράρτημα Δ, στο οποίο διαλαμβάνονται οι επενδυτικοί κίνδυνοι που αναλαμβάνει ο επενδυτής.
Σύμφωνα με τις απαντήσεις της ενάγουσας στο προαναφερόμενο ερωτηματολόγιο, προέκυψε ότι το είδος του χαρτοφυλακίου, που αντιπροσωπεύει τους επενδυτικούς της στόχους, είναι "συντηρητική κατανομή επενδύσεων". Ειδικότερα, στην ερώτηση, ποιος είναι ο επενδυτικός σας στόχος, η ενάγουσα απάντησε "ισορροπημένη επενδυτική κατανομή με στόχο την επίτευξη εισοδήματος και κεφαλαιακής υπεραξίας".
Στην ερώτηση, ποια από τις παρακάτω δηλώσεις περιγράφει καλύτερα την άποψή σας για τους επενδυτικούς κινδύνους, απάντησε "προτιμώ ένα συνδυασμό επενδύσεων με βαρύτητα κυρίως στα χαμηλότερα επίπεδα κινδύνου, γνωρίζοντας ωστόσο ότι η αξία των επενδύσεών μου μπορεί να παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις ζημιών/κερδών".
Στην ερώτηση, ποια από τα παρακάτω προϊόντα έχετε επενδύσει στο παρελθόν, απάντησε "ορισμένα από τα παραπάνω (όπου παραπάνω αναφέρονταν καταθέσεις ή/και Α/Κ Διαθεσίμων) και επιπλέον Ομόλογα ή/και Α/Κ Ομολόγων". Στην ερώτηση, χρονικός ορίζοντας επένδυσης, απάντησε "μέχρι ένα έτος". Στην ερώτηση, σκοπεύετε να ρευστοποιήσετε μέρος των επενδύσεών σας (πάνω από το 30%) στα επόμενα χρόνια, απάντησε "ναι, εντός 1 έτους".
Στην έκτη κατά σειρά και τελευταία ερώτηση του ερωτηματολογίου, ποια από τις παρακάτω περιπτώσεις σας αντιπροσωπεύει καλύτερα, απάντησε "παρακολουθώ το σύνολο του χαρτοφυλακίου μου και ακολουθώ μια συντηρητική επενδυτική στρατηγική στοχεύοντας στην προστασία του αρχικού κεφαλαίου και παράλληλα σε περιορισμένη κεφαλαιακή υπεραξία μακροπρόθεσμα, αποδεχόμενος μικρές διακυμάνσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Το χαρτοφυλάκιό μου απαρτίζεται κυρίως από βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, ομόλογα, ομόλογα εγγυημένου κεφαλαίου, εναλλακτικές επενδύσεις και σε μικρό ποσοστό από μετοχικές αξίες". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 04.07.2007, η ενάγουσα μετέφερε στο λογαριασμό της στο Private Banking το ποσό των 470.000 ευρώ, το οποίο, όπως αναφέρθηκε ήδη, είναι το προϊόν ρευστοποίησης ομολόγου της ….
Η ενάγουσα είχε αποφασίσει, κατόπιν των συμβουλών του Θ. Κ., να κατανείμει το κεφάλαιο αυτό ως εξής: 60.000 ευρώ μετρητά, 150.000 ευρώ σε ομόλογο κυμαινόμενου επιτοκίου …, διάρκειας 10 ετών, με δικαίωμα ανακλήσεως από την τράπεζα στην πενταετία, 100.000 ευρώ σε ομόλογο σταθερού επιτοκίου ΕΙΒ, με ημερομηνία λήξεως 15.04.2008 και 150.000 ευρώ σε ομόλογο Lehman Brothers κυμαινόμενου επιτοκίου, διάρκειας πέντε ετών.
Ωστόσο, επειδή η εκκαθάριση των αγορών θα γινόταν την 9η.07.2007, προκειμένου να μην απωλέσει η ενάγουσα τόκους πέντε ημερών, αγοράσθηκε ομόλογο της …, αξίας 469.000 ευρώ, το οποίο πουλήθηκε αμέσως μετά, προκειμένου το τίμημα να διατεθεί για τις αγορές των ανωτέρω ομολόγων. Συγκεκριμένα, την 06.07.2007, από το ομόλογο συνολικής αξίας 469.000 ευρώ, πωλήθηκε ομόλογο 155.000 ευρώ, για να αγορασθεί ομόλογο της ίδιας θυγατρικής της πρώτης εναγομένης, διάρκειας από 01.02.2007 έως 01.02.2017, ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ στο 100,50% της ονομαστικής αυτής αξίας και την 09.07.2007 πωλήθηκε άλλο μέρος του ομολόγου, συνολικής αξίας 469.000 ευρώ, ήτοι ομόλογο 250.000 ευρώ στο 100% της ονομαστικής αξίας, για να αγορασθούν ομόλογο "ΕΙΒ 12.03.1998 - 15.04.2008 5%", ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ στο 100,58% της ονομαστικής αξίας και ομόλογο "Lehman Brothers Holdings 10.05.2007 - 10.05.2012 4,34%", ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ στο 99,75% της ονομαστικής αξίας.
Πριν τη διενέργεια των ως άνω συναλλαγών, είχε προηγηθεί σχετική συζήτηση της ενάγουσας με τον Θ. Κ., όσον αφορά τα προϊόντα στα οποία θα μπορούσε να επενδύσει και ανταποκρίνονταν στο προφίλ της, είχε δε ενημερωθεί η ενάγουσα για τον εκδότη των ομολόγων, την εξασφάλιση, την πιστοληπτική διαβάθμιση, την απόδοση, τη λήξη και τον κίνδυνο που ενείχαν.
Γίνεται σαφές ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σιωπηρώς σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών, ενόψει του ότι η ενάγουσα διέθετε μια σχετική επενδυτική εμπειρία, αλλά όχι τέτοιου βαθμού, ώστε να προβαίνει αυτόνομα στις εν λόγω συναλλαγές, προσέβλεπε δε στις αναγκαίες, γι' αυτήν, πληροφορίες και συμβουλές των υπαλλήλων των εναγομένων, που διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις, για τα ζητήματα αυτά, λόγω της επαγγελματικής τους απασχόλησης.
Η κρίση αυτή επιρρωνύεται απ' όσα καταθέτει ο Θ. Κ., ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν αρκέσθηκε στην παρουσίαση, αλλά εξέφραζε θετική ή αρνητική άποψη για συγκεκριμένα προϊόντα και, άρα, ως ένα βαθμό συνέβαλε στη διαμόρφωση των αποφάσεων της ενάγουσας (βλ. ένορκη βεβαίωση "κατά τη συζήτηση μας απορρίψαμε από κοινού ομόλογα κυμαινόμενου επιτοκίου της Τράπεζας … και της Τράπεζας … λόγω χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης", "συμφωνήσαμε σε αγορά ομολόγου … ").
Έκτοτε, η ενάγουσα ενημερωνόταν για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της, τόσο από τις αναλύσεις του λογαριασμού της, που της αποστέλλονταν κάθε μήνα, όσο και από τις επί τόπου επισκέψεις της στο κατάστημα, με το οποίο είχε συνεργασία. Από τα μέσα Μαρτίου του έτους 2008, η ενάγουσα είχε πυκνώσει τις επισκέψεις της στο κατάστημα, εκφράζοντας την ανησυχία της για την πτωτική πορεία του ομολόγου Lehman Brothers και τη διασφάλιση του κεφαλαίου της, αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγομένων ήταν καθησυχαστικοί.
Την 15.09.2008 πτώχευσε η Lehman Brothers Holdings Inc και ανεστάλησαν προσωρινά όλες οι συναλλαγές σε σχέση με τα ομολογά της (βλ. σχετική ενημερωτική επιστολή, που απεστάλη στην ενάγουσα). Μετά από σχετική ενημέρωση των εναγομένων για τη δυνατότητα ρευστοποίησής του, η ενάγουσα πώλησε το ομόλογο, την 14.03.2012, λαμβάνοντας μόνον το ποσό των 44.625 ευρώ από το ποσό των 149.625 ευρώ, που είχε επενδύσει.
Όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι δήθεν δεν έδωσε εντολή αγοράς ομολόγων, αλλά αυτά αγοράσθηκαν με πρωτοβουλία του Θ. Κ., και ότι η ίδια έδωσε την έγκρισή της, βασιζόμενη στην ανεπαρκή πληροφόρηση που είχε, αφού, εξαιτίας των διαβεβαιώσεων των προστηθέντων των εναγομένων, της είχε δημιουργηθεί η πεπλανημένη πεποίθηση ότι επενδύει σε τραπεζικά προϊόντα ισοδύναμα σε ασφάλεια με αυτά των προθεσμιακών καταθέσεων, αλλά με βελτιωμένα επιτόκια, και μάλιστα εγγυημένα από την ίδια την πρώτη εναγομένη, ελέγχονται ως αβάσιμα.
Καταρχάς, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε παραπλανητική πληροφόρηση, ως προς τη φύση της επένδυσης, το πρόσωπο του εκδότη και του εγγυητή. Οι υπάλληλοι, με τους οποίους συναλλάχθηκε η ενάγουσα, δεν είχαν κανέναν λόγο να της αποκρύψουν το είδος της επένδυσης - η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν ακούστηκε καν η λέξη "ομόλογο"- ή να αποσιωπήσουν το πρόσωπο του εκδότη ή να της καλλιεργήσουν την εντύπωση ότι η επένδυση είναι εγγυημένη από τις εναγόμενες, όπως διαλαμβάνει στην αγωγή της.
Αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η παραδοχή ότι οι προστηθέντες των εναγομένων, χωρίς κανένα εμφανές ή λιγότερο εμφανές κίνητρο, μετήλθαν ενός τέτοιου ψεύδους, το οποίο ευχερώς και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να αποκαλυφθεί, με συνέπεια να εκτεθούν οι ίδιοι επαγγελματικά και να ρισκάρουν να απωλέσουν από υπαιτιότητά τους έναν πελάτη, με χαρτοφυλάκιο μισού εκατομμυρίου ευρώ.
Όπως επίσης δεν υπήρχε λόγος να αναλάβουν οποιαδήποτε δέσμευση ή πρόσθετη υποχρέωση έναντι της ενάγουσας, περί δήθεν εγγυητικής θέσης της πρώτης εναγομένης. Εάν η επιδίωξη των υπαλλήλων ήταν να εμφανίσουν παραγωγή, εισπράττοντας και την ανάλογη προμήθεια, μπορούσαν να το επιτύχουν εξίσου, κατευθύνοντας την ενάγουσα σε άλλες επενδύσεις, που θα την ικανοποιούσαν περισσότερο.
Ιδίως δε, όσον αφορά το ομόλογο της Lehman Brothers, για το οποίο διαμαρτύρεται η ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προωθούσαν ειδικά το εν λόγω ομόλογο, σε σχέση με άλλα επενδυτικά προϊόντα, επιδαψιλεύοντας τα στελέχη της, που επιτύγχαναν τους στόχους, με συγκριτικά μεγαλύτερες προμήθειες. Η κρίση αυτή ενισχύεται έτι περαιτέρω εκ του γεγονότος ότι υπήρξε σχεδόν ισομερής κατανομή του κεφαλαίου σε διαφορετικά ομόλογα και διασπορά του επενδυτικού κινδύνου.
Κατά δεύτερον, η απόφαση για τη διενέργεια των ανωτέρω συναλλαγών ανήκε στην ενάγουσα. Αλυσιτελώς δε επιχειρεί να δημιουργήσει εντυπώσεις για το αντίθετο, επειδή τα αποδεικτικά εντολής δεν φέρουν την υπογραφή της. Οι εντολές μπορούσαν να δίδονται και προφορικά, συμπεριλαμβανομένης και της τηλεφωνικής εντολής (βλ.
όρο 5.1 της σύμβασης). Εξάλλου, η μεταγενέστερη στάση της αποδεικνύει το αντίθετο. Εάν οι κινήσεις αυτές δεν καλύπτονταν από τη βούλησή της, δεν εξηγεί η ενάγουσα για ποιο λόγο δεν τις ανακάλεσε ευθύς αμέσως, αφότου τις αντιλήφθηκε. Ακόμη κι αν υιοθετηθεί ο αβάσιμος ισχυρισμός της ότι αγνοούσε ότι είχε επενδύσει σε ομόλογα και ότι το πληροφορήθηκε, το πρώτον, όταν έλαβε τις πρώτες ενημερώσεις και μετέβη στο οικείο Κατάστημα της πρώτης εναγομένης για να υποβάλει τα παράπονα της (βλ.
σ. 13 της αγωγής), δεν ζήτησε την ρευστοποίηση των ομολόγων, που ουδόλως επιθυμούσε να έχει στο χαρτοφυλάκιο της, αλλά τα διακράτησε και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά. Το μεν ομόλογο της ΕΙΒ το διακράτησε μέχρι τη λήξη του, ενώ το ομόλογο της ... το εξαγόρασε την 08.05.2012 (βλ. αναλυτική κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων της ενάγουσας).
Σημειωτέον δε ότι η ενάγουσα ελάμβανε ενημερώσεις του επενδυτικού λογαριασμού της σε μηνιαία βάση και, άρα, από την πρώτη μηνιαία ενημέρωση, που της απεστάλη και αφορούσε την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της, για την περίοδο 30.06.2007 - 31.07.2007, εμφανιζόταν η ως άνω κατανομή του κεφαλαίου της (βλ. προσκομιζόμενη ανάλυση επενδυτικού λογαριασμού της ανωτέρω περιόδου).
Ομοίως, ως αβάσιμος ελέγχεται ο ισχυρισμός της ότι αγνοούσε πλήρως τη φύση των ομολόγων, καθώς και την ύπαρξη των συγκεκριμένων ομολόγων στα οποία τοποθετήθηκαν τα χρήματά της (βλ. σ. 8 της αγωγής), αφού τα χρήματα που επένδυσε προέρχονταν από την ρευστοποίηση ομολόγου, όπως έχει αναφερθεί ήδη, ενώ ένα από τα ομόλογα στα οποία επένδυσε στην προκείμενη περίπτωση, ήτοι αυτό της θυγατρικής της πρώτης εναγομένης, ήταν ομόλογο που είχε επενδύσει και κατά το παρελθόν, το οποίο μάλιστα διατήρησε στο χαρτοφυλάκιό της για δύο έτη.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα ομόλογα της θυγατρικής της εναγομένης ήταν τραπεζικοί τίτλοι, ισοδύναμοι σε λειτουργία και ασφάλεια με προθεσμιακές καταθέσεις, αλλά το αυτό ισχύει και για το ομόλογο της Lehman Brothers, δεδομένου ότι αμφότερα κατατάσσονταν στην ίδια κατηγορία επένδυσης "σταθερό εισόδημα" (βλ.
μηνιαίες αναλύσεις επενδυτικού λογαριασμού της ενάγουσας). Εξάλλου, και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ήτοι μετά τη διενέργεια της επίμαχης συναλλαγής και μέχρι την κατάρρευση της Lehman Brothers, η ενάγουσα αγόρασε και πώλησε ομόλογα της θυγατρικής της πρώτης εναγομένης, τα οποία δεν έχουν σχέση με τις συναλλαγές, που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο του έτους 2007, και ειδικότερα αγόρασε την 15.04.2008 ομόλογο της ..., ονομαστικής αξίας 118.000 ευρώ, πενταετούς μάλιστα διάρκειας, το οποίο στη συνέχεια πώλησε τμηματικά (βλ.
σχετικά αποδεικτικά εντολών, σε συνδυασμό με την κατάσταση κινήσεων αξιόγραφων της ενάγουσας). Όσον αφορά το επίδικο ομόλογο, ήταν εκδόσεως της Lehman Brothers Holdings Inc, της 4ης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας της Wall Street, η οποία απασχολούσε 25.000 εργαζόμενους και είχε περιουσιακά στοιχεία 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το ομόλογο βαθμολογείτο με πολύ υψηλή πιστοληπτική ικανότητα, από τους οίκους Moody's, S&P και Fitch και συγκεκριμένα με Α1, Α+ και Α+, αντίστοιχα, όπου ως Α1 (έως A3) χαρακτηρίζονται ομόλογα υψηλής ποιότητας με χαμηλό ρίσκο, ενώ ως Α+ (έως Α-) χαρακτηρίζονται ομόλογα που έχουν υψηλή ικανότητα πληρωμής τόκων και κεφαλαίου αλλά είναι πιο ευάλωτα στις συνέπειες από αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες ή συγκυρίες.
Επρόκειτο για απλό και όχι σύνθετο προϊόν, καθώς το τοκομερίδιό του υπολογιζόταν και πληρωνόταν ανά τρίμηνο βάσει του τρίμηνου επιτοκίου Euribor πλέον 0,3% ετησίως, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση. Για τούτο, άλλωστε, συγκαταλέγεται στην κατηγορία προϊόντων "σταθερού εισοδήματος". Επιλέχθηκε -μεταξύ άλλων- διότι είχε ικανοποιητικές αποδόσεις, αφού τα τοκομερίδια, που εισέπραττε η ενάγουσα, υπερέβαιναν το ποσό των 1.500 ευρώ κάθε τρίμηνο, ενώ την 11.08.2008 (δηλαδή λίγο πριν την πτώχευση της εκδότριας) το τοκομερίδιο ανήλθε στο ποσό των 1.759 ευρώ.
Συνολικά η ενάγουσα έλαβε, ως τοκομερίδια, το ποσό των 7.135,41 ευρώ, εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους, για επενδεδυμένο κεφάλαιο 149.625 ευρώ. Κατά τον χρόνο που προτάθηκε το επίδικο ομόλογο, αυτό ανταποκρινόταν στο συντηρητικό προφίλ της ενάγουσας, ενόψει της υψηλής αξιολόγησής του από διεθνείς οίκους εγνωσμένου κύρους, αλλά και του οικονομικού μεγέθους της εκδότριας, που από μόνο του αποτελούσε εγγύηση για την πληρωμή του ομολόγου, κατά τη λήξη του, ούτως ώστε να μη θεωρείται επένδυση υψηλού ρίσκου.
Επιπλέον, σύμφωνα με το προφίλ της ενάγουσας πάντα, οι εναγόμενες πρότειναν την κατανομή του κεφαλαίου σε διάφορα ομόλογα -όπως και έγινε-, μεριμνώντας έτσι για τη διασπορά του επενδυτικού κινδύνου σε διαφορετικά προϊόντα, εντός και εκτός Ευρώπης. Οι πληροφορίες, που είχε η τράπεζα για το συγκεκριμένο προϊόν, τόσο κατά το χρόνο αγοράς του, όσο και το επόμενο χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε μέχρι την κατάρρευση της εκδότριας, δεν προμήνυαν την μετέπειτα εξέλιξη.
Πρέπει να τονιστεί ότι η αξιολόγηση της εκδότριας από τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οίκους παρέμενε υψηλή ακόμη και λίγες ημέρες πριν την πτώχευσή της, δεδομένου ότι οι Moody's, S&P και Fitch την αξιολογούσαν Α2, Α και Α+, αντίστοιχα, ενώ οι υποβαθμίσεις, που έλαβαν χώρα, την 02.06.2008, από τον οίκο S&P, ο οποίος την αξιολόγησε από Α+ σε Α, και την 17.07.2008, από τον οίκο Moody's, ο οποίος την αξιολόγησε από Α1 σε Α2, θεωρούνται ήσσονος σημασίας, αφού δεν μεταβάλλεται η λεκτική περιγραφή της αξιοπιστίας του εκδότη, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω κάθε διαβάθμιση.
Εξ όσων αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες δεν παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι της ενάγουσας σε σχέση με την πληροφόρησή της, αλλά ενήργησαν κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, προς τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, καθώς και προς την Γενική Αρχή του Δικαίου που επιβάλλει την, εκ μέρους των συμβαλλομένων, καλόπιστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και τη λήψη μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτραπεί η επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενό τους.
Αφού έλαβαν το επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας, της πρότειναν επενδυτικές επιλογές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες και τις επιδιώξεις της και την ενημέρωσαν για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, ενώ συνέχισαν να την ενημερώνουν καθ' όλη τη διάρκεια της επένδυσης, αλλά και μετά την πτώχευση της εκδότριας του άνω προϊόντος.
Περαιτέρω, η ζημία που υπέστη η ενάγουσα δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά των υπαλλήλων των εναγομένων, αφού η πρόταση επένδυσης στο επίδικο ομόλογο καθεαυτή δεν ήταν αντικειμενικά πρόσφορη, να οδηγήσει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στην πρόκληση ζημίας, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώχευση της άνω εταιρίας, γεγονός, που οι εναγόμενες δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσόμενου, πριν από την πραγματοποίηση της ένδικης επένδυσης, αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την πτώχευση.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι θεμελιώνεται, εν προκειμένω, ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στη συμπεριφορά των εναγομένων και την προκληθείσα ζημία της, διότι, εάν είχε πλήρη ενημέρωση, ουδέποτε θα προέβαινε στην αγορά του επίδικου ομολόγου, δεν είναι βάσιμος. Αφενός, διότι δεν αποδείχθηκε η προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η επέλευση της ζημίας, δηλαδή η ανεπαρκής ενημέρωση, και αφετέρου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν θα αγόραζε σε καμία περίπτωση ομόλογα εν γένει και το επίδικο ομόλογο ειδικότερα.
Εάν η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να έχει στο χαρτοφυλάκιό της ομόλογα, διότι επρόκειτο για προϊόντα που δεν κατανοούσε ή δυσκολευόταν να κατανοήσει πλήρως, μπορούσε να τα ρευστοποιήσει και να επανέλθει σε τραπεζικά προϊόντα, με τα οποία ήταν περισσότερο εξοικειωμένη και δεν της ενέπνεαν ανασφάλεια. Εντούτοις, δεν το έπραξε, αλλά τα διατήρησε στο χαρτοφυλάκιό της -όχι μόνον το επίδικο, αλλά και τα λοιπά ομόλογα- για ικανό χρονικό διάστημα, όπως εκτέθηκε ήδη.
Ολίγον δε χρειάζεται να τονιστεί ότι η ενάγουσα, παρότι ισχυρίζεται ότι η κτήση όλων των ομολόγων είναι προϊόν παραπλανητικής πληροφόρησης, δεν απαλλάχθηκε από τα έτερα ομόλογα, ούτε όταν βίωσε τις συνέπειες από την αφερεγγυότητα της εκδότριας του επίδικου ομολόγου. Επομένως, οι όποιες επιφυλάξεις της ενάγουσας εγέρθησαν εκ των υστέρων και δεν αφορούν το είδος της επένδυσης, αλλά την τελική του απόδοση και, άρα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι, εάν η ενάγουσα είχε πλήρη ενημέρωση, δεν θα προέβαινε στην αγορά.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε ότι η συμπεριφορά των εναγομένων είναι αντισυμβατική και αδικοπρακτική, ως αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, του Ν. 2396/1996, του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και του Ν. 2251/1994 και ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εναγόμενες, με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεώς τους.
Περαιτέρω, πρέπει να διερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνίσταται στο ότι οι εναγόμενες, με τις πληροφορίες και τις συμβουλές, που παρείχαν στην ενάγουσα, την απέτρεψαν από την πώληση του ομολόγου, στην οποία θα είχε προβεί το αργότερο μέχρι την 15η.07.2008, με συνέπεια να υποστεί την αναφερόμενη ζημία, την οποία θα είχε αποφύγει, εάν δεν είχε διακρατήσει το ομόλογο.
Πράγματι, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες, δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους, συμβούλευσαν την ενάγουσα να διακρατήσει το ομόλογο (βλ. την από 24.10.2008 επιστολή της πρώτης εναγομένης προς την ενάγουσα). Η συμβουλή δε αυτή, κατά τον χρόνο που εδόθη και υπό τα τότε ισχύοντα οικονομικά δεδομένα -και όχι βεβαίως με την εκ των υστέρων γνώση- ήταν απολύτως δικαιολογημένη και συμφέρουσα για την ενάγουσα, ενόψει της υψηλής αξιολόγησης του ομολόγου.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται κάποια συμβατική πλημμέλεια ή υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων εκ του λόγου αυτού. Περαιτέρω, εάν η ενάγουσα ενστερνιζόταν τη συμβουλή ή την απέρριπτε, εναπόκειτο στη δική της ελεύθερη βούληση. Ο ισχυρισμός της ότι, δεν είχε αρθεί η παραπληροφόρηση, δεν είναι βάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ήδη, δεν υπήρχε παραπληροφόρηση.
Εξάλλου, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο (15.07.2007), είχαν πλέον διαλυθεί οι όποιες "παρανοήσεις", αφού, βάσει των όσων η ίδια η ενάγουσα ομολογεί, γνώριζε ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2008 ότι η επίδικη επένδυση είναι ομόλογο, αλλοδαπής προελεύσεως και άνευ εγγυήσεως της πρώτης εναγομένης (βλ. προτάσεις της ενάγουσας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου).
Ούτε μπορεί να επικαλείται άγνοια για τον κίνδυνο να απωλέσει μέρος του κεφαλαίου, όταν η επένδυση εμφανίζει αρνητικές αποδόσεις και οι αρνητικές αυτές αποδόσεις αποτυπώνονται στις μηνιαίες ενημερώσεις του λογαριασμού της. Το ομόλογο από την αγορά του ακόμη εμφάνιζε πτώση, σε σύγκριση με την τιμή κτήσης 99,75, και πλέον συγκεκριμένα 97,97 τον Ιούλιο του 2007 (-1,78%), 95,13 τον Δεκέμβριο του 2007 (-4,64%), 88,19 τον Ιούνιο του 2008 (-11,59%) (βλ.
προσκομιζόμενες αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου της ενάγουσας). Όσα δε της έλεγε ο Θ. Κ. ότι δηλαδή η εκδότρια ήταν οικονομικός κολοσσός, φερέγγυα και ότι το κεφάλαιό της θα αποπληρωνόταν κατά τη λήξη του ομολόγου, ανταποκρίνονταν στα οικονομικά στοιχεία, που γνώριζαν τότε. Δεν έπαυαν, ωστόσο, να συνιστούν μια εκτίμηση και όχι εγγύηση για το τι μέλλει γενέσθαι.
Εάν, λοιπόν, η ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται, είχε καταληφθεί από το άγχος και την αγωνία για την έκβαση του ομολόγου και τη διασφάλιση τουλάχιστον του κεφαλαίου της, το λογικό θα ήταν να προβεί, χωρίς χρονοτριβή, στη ρευστοποίηση του ομολόγου, παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις ή παραινέσεις οιουδήποτε τρίτου, έστω και ειδήμονος.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο προ της πτωχεύσεως της εκδότριας έδωσε εντολή ρευστοποίησης του επίδικου ομολόγου, η οποία δεν υλοποιήθηκε από την τράπεζα (βλ. και την από 01.10.2008 επιστολή της ενάγουσας προς την πρώτη εναγομένη). Αλυσιτελώς δε επιχειρεί εκ των υστέρων να μεταθέσει την ευθύνη για τη δική της επιλογή στις εναγόμενες.
Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ούτε ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην συμβουλή για διακράτηση του ομολόγου και την προκληθείσα ζημία της ενάγουσας, αφού μεσολαβεί η δική της συνειδητή -παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ίδια- απόφαση. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως ουσία βάσιμη...να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί και ερευνηθεί εκ νέου η ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και την επικουρική της βάση".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και από την αδικοπραξία κατά την αγορά του αναφερόμενου επενδυτικού προϊόντος (ομολόγου) στις 4-7-2007 και καθόσον αφορά την αποκατάσταση της αιτούμενης θετικής και αποθετικής της ζημίας συνολικού ύψους 133.209,17 ευρώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των σχετικών άρθρων του ΚΔΕΠΕΥ, του ν. 2396/1996, 8 παρ. 1 του ν. 2251/1994, 281, 288, 287, 298, 330, 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη θεμελίωση τόσο της ενδοσυμβατικής ευθύνης από την αναφερόμενη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτές δεν παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας και ενημέρωσης της αναιρεσείουσας, καθώς και ελέγχου καταλληλότητας για το αντικείμενο της επένδυσης, αλλά ενήργησαν κατά τον αναφερόμενο και σύμφωνο με τις διατάξεις του ΚΔΕΠΕΥ, του ν. 2251/1994, καθώς και τη γενική αρχή του δικαίου, που επιβάλλει την εκ μέρους των συμβαλλομένων καλόπιστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και την λήψη μέτρων πρόνοιας, ώστε να αποτραπεί η επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενό τους.
Συγκεκριμένα, εκτίθεται σ' αυτήν ότι οι αναιρεσίβλητες, αφού έλαβαν το επενδυτικό προφίλ της αναιρεσείουσας, της πρότειναν επενδυτικές επιλογές προσαρμοσμένες στις αναφερόμενες ανάγκες και επιδιώξεις της και την ενημέρωσαν για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και κατέληξαν στο επίδικο επενδυτικό προϊόν (ομόλογο), που συγκατελέγεται στην κατηγορία "σταθερού εισοδήματος".
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση τόσο της ενδοσυμβατικής όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, ενώ ουδεμία ασάφεια ούτε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως προς το πρώτο σκέλος τους που αφορά την ως άνω κύρια βάση της αγωγής και την πρώτη αιτιολογία αυτής περί έλλειψης του στοιχείου του παρανόμου της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους (λόγους) προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω λόγοι και ως προς το πρώτο σκέλος τους που αφορά την ως άνω κύρια βάση της αγωγής και τη δεύτερη αιτιολογία αυτής περί έλλειψης του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και της επικαλούμενης ζημίας της αναιρεσείουσας, λόγω της συνδρομής του μη δυνάμενου να προβλεφθεί εξωτερικού παράγοντα της πτώχευσης της ως άνω εταιρείας, είναι αλυσιτελείς.
Τούτο δε διότι η πιο πάνω προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη βάση αυτή της αγωγής, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην πρώτη από τις ως άνω αιτιολογίες περί έλλειψης του στοιχείου του παρανόμου της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και η οποία (πρώτη αιτιολογία) δεν πλήττεται επιτυχώς κατά τα ως άνω (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 138/2019, ΑΠ 345/2018).
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του που αφορά την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής από τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και από την αδικοπραξία σε μεταγενέστερο στάδιο με την παροχή σχετικών συμβουλών και πληροφοριών εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και την αποτροπή αυτής (αναιρεσείουσας) από την πώληση του ομολόγου μέχρι την 15-7-2008 και καθόσον αφορά την αποκατάσταση της αιτούμενης θετικής και αποθετικής της ζημίας συνολικού ύψους 104.660,34 ευρώ, η τελευταία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι αυτή (απόφαση) δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη συμβατικής πλημμέλειας ή υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων κατά την παροχή της πιο πάνω συμβουλής προς την αναιρεσείουσα για τη διακράτηση του ομολόγου τον Ιούλιο του 2008.
Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την εν λόγω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της παροχής των κατάλληλων και ορθών συμβουλών προς την αναιρεσείουσα για τη διακράτηση και την αποτροπή της από την πώληση του ως άνω επενδυτικού προϊόντος (ομολόγου), στην οποία θα είχε προβεί μέχρι την 15-7-2008.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητες δια των αρμοδίων υπαλλήλων τους συμβούλευσαν την αναιρεσείουσα μέχρι την 15-7-2008 να διακρατήσει το ομόλογο, στη συνέχεια δέχεται ότι η συμβουλή αυτή, κατά το χρόνο που δόθηκε και υπό τα τότε ισχύοντα οικονομικά δεδομένα και στοιχεία, ήταν απολύτως δικαιολογημένη και συμφέρουσα για την αναιρεσείουσα, ενόψει της υψηλής αξιολόγησης του ομολόγου και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται κάποια συμβατική πλημμέλεια ή υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων από το λόγο αυτό.
Δεν εκτίθεται όμως σ' αυτήν (απόφαση) αν οι αναιρεσίβλητες είχαν προβεί σ' όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διάγνωση της επικρατούσας γενικότερης οικονομικής κατάστασης και αυτής της εκδότριας του ομολόγου ειδικότερα, ώστε να προχωρήσουν στην παροχή της ως άνω συμβουλής, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών προβλημάτων στην οικονομία των ΗΠΑ από τις αρχές του 2008 και ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα των τιμών των ακινήτων, καθώς των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στη χώρα αυτή οι επενδυτικές τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η ως άνω εκδότρια του ομολόγου, στοιχεία πολύ σημαντικά, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας έπρεπε σε κάθε περίπτωση να επισημανθούν στην ίδια.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς ως προς το ως άνω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, ασαφής, ελλιπής και αντιφατική είναι και η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου και ειδικότερα για το ότι δεν υφίσταται ούτε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμβουλής των αναιρεσιβλήτων για διακράτηση του ομολόγου και της αναφερόμενης ζημίας της αναιρεσείουσας, καθόσον κατά τις σχετικές παραδοχές μεσολαβεί η συνειδητή και ερειδόμενη στην ελεύθερη βούληση αυτής απόφαση της τελευταίας.
Τούτο δε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται κατά τα ως άνω ότι η αναιρεσείουσα διέθετε μια σχετική επενδυτική εμπειρία, αλλά όχι τέτοιου βαθμού, ώστε να προβαίνει αυτόνομα στις εν λόγω συναλλαγές, προσέβλεπε δε στις αναγκαίες γι' αυτήν πληροφορίες και συμβουλές των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων, που διέθεταν εξειδικευμένες γνώσεις για τα ζητήματα αυτά, λόγω της επαγγελματικής τους απασχόλησης.
Με βάση τα παραπάνω όμως προκύπτει αντίφαση και δημιουργείται ασάφεια ως προς τα περιστατικά που γίνονται δεκτά από το Εφετείο και που μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμιμο τρόπο την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προαναφερόμενης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και της επικαλούμενης ζημίας της αναιρεσείουσας.
Αποτέλεσμα των ως άνω αντιφάσεων και ελλείψεων της προσβαλλόμενης απόφασης είναι να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και των λοιπών ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ως προς την επικαλούμενη αξίωση της αναιρεσείουσας για αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του που αφορά την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, με τον οποίο (λόγο) προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης ως προς την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την πιο πάνω επικουρική βάση της ένδικης από 12-10-2016 αγωγής για την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού των 104.660,34 ευρώ. Επίσης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστή άλλον από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4161/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω επικουρική βάση της από 12-10-2016 αγωγής της αναιρεσείουσας περί καταβολής του ποσού των 104.660,34 ευρώ.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ