Supreme Court dismisses appeal on public tender contract formation and strict degree requirement interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a lower court ruling regarding her employment contract formation through a public tender. The appellant argued that her degree satisfied the job requirements despite not being explicitly listed in the tender's annex. The court held that the tender's specific list of degrees was a mandatory objective criterion, excluding equivalent degrees from other fields without explicit acceptance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 185, 189, 192, 201, 361 and 648 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court established that in public tender contracts, the specific list of degrees constitutes a mandatory objective criterion where equivalent degrees from other fields are not accepted unless explicitly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ.-Ά. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Μαργαρίτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2542/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 787/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σε αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικός μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 878/2014, 654/2000).
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 Α.Κ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πληρωμή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 1163/2019, 282/2017, 878/2014, 829/2006). Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι, για την πλασματική πλήρωση της αιρέσεως, απαιτείται θετική πράξη του υπόχρεου (που μπορεί να είναι και ο εργοδότης), η οποία αντίκειται στις αρχές της καλής πίστεως, με την έννοια που αναφέρεται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, καθώς επίσης και στο πνεύμα και στο σκοπό της συμβάσεως.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, 2/2019, 1/2016, 7/2006, 4/2005).
Εξ άλλου, λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Στο άρθρο 173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ενώ στο άρθρο 200 ΑΚ ορίζεται ότι " οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά τη διατύπωση της βουλήσεως ή οποιασδήποτε αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για τη συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Οι ίδιες διατάξεις, όμως, παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητά δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρά καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της υπό αξιολόγηση δηλώσεως με συσχέτιση των επί μέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων προηγούμενων ή μεταγενέστερων δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν.
Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλαδή όταν η ερμηνεία που δίνεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δηλώσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντιστοίχως, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παράλειψη, όμως, αυτού να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, όταν αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεώς του ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικά, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1248/2019, 416/2018, 245/2018, 1457/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν ορθώς εφάρμοσε το νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173, 174, 200, 185,189, 192, 201, 207, 281,288, 361, 648, 656 ΑΚ και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 2 του ΠΔ 50/2001, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες, και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης.
Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, εφόσον: α) έκρινε ότι είναι έγκυρος ο υπ' αριθμ. Ι.2 όρος της προκήρυξης της ΕΤΕ, με τον οποίο αποκλείεται η δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό των πτυχιούχων - κατόχων ισότιμων τίτλων αντίστοιχων με τις αναφερόμενες στην προκήρυξη Σχολών - Τμημάτων ημεδαπών Πανεπιστημίων, ενώ δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής σε αυτόν στους κατόχους τέτοιων πτυχίων αλλοδαπών Πανεπιστημίων, εισάγει ανεπίτρεπτη διάκριση κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και συνεπώς είναι άκυρος και ως εκ τούτου το Εφετείο, με την κρίση του ότι ουδεμία ακυρότητα της προκήρυξης και παραβίαση της αρχής της ισότητας προκύπτει από τις προϋποθέσεις που τάσσονται με αυτήν για τους αλλοδαπούς τίτλους σπουδών, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και 174 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις και β) ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της περί ακυρότητας του ως άνω όρου της προκήρυξης και ουδόλως αιτιολογεί ποια είναι τα βασικά μαθήματα του προγράμματος σπουδών της ημεδαπής Σχολής "Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης" και αν αυτά είναι διαφορετικά και δεν περιλαμβάνουν τα βασικά μαθήματα του Τμήματος "Δημόσιας Διοίκησης" που αναφέρεται στην επίδικη προκήρυξη, ούτε αναφέρει αν υφίσταται κάποια διαφορά στο πρόγραμμα σπουδών και στο γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου που χορηγεί η Σχολή - Τμήμα με τον τίτλο "Δημόσια Διοίκηση" και του πτυχίου που χορηγεί η Σχολή - Τμήμα με τον τίτλο "Πολιτική Επιστήμη και Δημόσια Διοίκηση" που αυτή κατέχει, οι προαναφερόμενες δε ελλείψεις και ασάφειες καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου αναφορικά με την ακυρότητα του ως άνω όρου της προκήρυξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι κατά το άρθρο 3 του Κανονισμού Εργασίας της εκκαλούσας Τράπεζας (Ε.Τ.Ε.), που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990 με την από 9.3.2001 Επιχειρησιακή ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (αρ.
κατάθεσης 5/12.3.2001) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, οι προσλήψεις προσωπικού στην Τράπεζα διενεργούνται αξιοκρατικά και με διαφάνεια, με βάση τις ανάγκες της, στα πλαίσια της πολιτικής και του γενικού προγραμματισμού των εργασιών και ανάπτυξής της, κατόπιν εισήγησης Επιτροπής, όπως προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας (παρ. 1).
Ότι οι προσλήψεις προσωπικού γίνονται με βάση τους όρους των σχετικών προκηρύξεων (παρ. 2) και οι προσλήψεις στον Κλάδο Κύριου Προσωπικού γίνονται με δημόσιο διαγωνισμό σε πανελλαδικό ή τοπικό επίπεδο, κατόπιν γραπτής δοκιμασίας, μεταξύ υποψηφίων που κατέχουν τουλάχιστον απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμης σχολής, ενώπιον Επιτροπής, που ορίζεται με πράξη της Διοίκησης, η οποία και καθορίζει τη σύνθεση και τις αρμοδιότητές της (παρ. 4).
Ότι, κατ' εξαίρεση των ανωτέρω, η Τράπεζα μπορεί επίσης να προσλαμβάνει στον διαγωνισμό κατόπιν γραπτής δοκιμασίας ενώπιον Επιτροπής, που ορίζεται με απόφαση της Διοίκησης, η οποία καθορίζει τη σύνθεση και τις αρμοδιότητές της πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών της ημεδαπής ή ισότιμων της αλλοδαπής ή κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων (παρ. 5).
Ότι για να προσληφθεί κάποιος στην Τράπεζα θα πρέπει να είναι υγιής, να μην έχει ηλικία ανώτερη των 30 ετών, προκειμένου για πρόσληψη στον εισαγωγικό βαθμό και 35 ετών προκειμένου για πρόσληψη κατά τα στην παρ. 5 αναγραφόμενα (παρ. 7).Ότι ο υποψήφιος, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικό σπουδών (παρ. 8), ενώ η πρόσληψη ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο με έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού, στο οποίο καθορίζεται και η ημερομηνία κατά την οποία οφείλει να παρουσιαστεί προς ανάληψη υπηρεσίας (παρ. 10).
Ότι, με την από 4.7.2014 Προκήρυξη Διαγωνισμού της Διεύθυνσης της Ανθρώπινου Δυναμικού, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προέβη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του Κανονισμού της, στην προκήρυξη διαγωνισμού για την πρόσληψη 122 υπαλλήλων του Κλάδου Κύριου Προσωπικού για την κάλυψη αναγκών των μονάδων του δικτύου της.
Ότι η διενέργεια του διαγωνισμού ανατέθηκε από την τράπεζα στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕ.Π), σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται στο τελευταίο, από το άρθρο 10 παρ. 6 του ν. 3051/2002, να αναλαμβάνει τη διεξαγωγή διαγωνισμών και για φορείς που, όπως η εκκαλούσα, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα.
Ότι, μεταξύ των προκηρυχθεισών θέσεων ήταν τρεις θέσεις για τα καταστήματα της εκκαλούσας στο Δήμο Πύλου - Νέστορος του Νομού Μεσσηνίας. Ως προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό ορίστηκαν με την προκήρυξη: α).., β) η κατοχή πτυχίου Πανεπιστημιακής ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης των Σχολών/ Τμημάτων που περιοριστικά αναφέρονται στους συνημμένους πίνακες ή ισότιμου τίτλου αντίστοιχων με αυτές των πινάκων Σχολών/ Τμημάτων της αλλοδαπής αναγνωρισμένου από το ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΙΤΕ ή ΔΟΑΤΑΠ.
Ρητά, επίσης, διευκρινίσθηκε ότι η εκκαλούσα διατηρεί το δικαίωμα να μην προσλάβει ή να απολύσει όσους δήλωσαν ψευδή στοιχεία ή έλαβαν μέρος στο διαγωνισμό χωρίς να έχουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τους όρους πρόσληψης ορίσθηκε ότι οι προσληπτέοι θα ειδοποιηθούν εντός 10 ημερών από την ανάρτηση των πινάκων επιτυχόντων - επιλαχόντων από τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εκκαλούσας με συστημένη επιστολή, προκειμένου, εντός της οριζόμενης προθεσμίας, να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά τους, μεταξύ των οποίων και νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο του τίτλου σπουδών τους και να υποβληθούν σε ιατρική εξέταση.
Ότι στην προκήρυξη επισυνάπτεται Πίνακας των Σχολών/Τμημάτων Ελληνικών ΑΕΙ και ΤΕΙ με την επίσημη ονομασία τους, πτυχία ή διπλώματα των οποίων ή αναγνωρισμένα ισότιμα πτυχία αντίστοιχων Σχολών/Τμημάτων της αλλοδαπής, πρέπει να κατέχουν οι υποψήφιοι προκειμένου να δύνανται να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, όπως δε προελέχθη, οι Σχολές/Τμήματα ρητά αναφέρονται στην προκήρυξη περιοριστικά.
Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εφεσίβλητη συμμετείχε στον διενεργηθέντα την 28.9.2014 γραπτό διαγωνισμό και πέτυχε, καταταγείσα δεύτερη μεταξύ των τριών επιτυχόντων για τις θέσεις του Δήμου Πύλου - Νέστορος και με την υπ' αριθμ. …/….10.2014 συστημένη επιστολή της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εκκαλούσας, ανακοινώθηκε στην εφεσίβλητη η επιτυχία της στο διαγωνισμό και της ζητήθηκε να αποστείλει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δήλωση αποδοχής πρόσληψης, καθώς και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη της συνδρομής στο πρόσωπο της των ταχθεισών με την προκήρυξη προϋποθέσεων συμμετοχής σε αυτόν (διαγωνισμό).
Ότι η εφεσίβλητη απέστειλε τα δικαιολογητικά της και μεταξύ αυτών επικυρωμένο αντίγραφο του πτυχίου της, συνοδευόμενο από την από 29.12.2014 βεβαίωση του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, με την οποία αυτός βεβαιώνει ότι το πτυχίο του ως άνω Τμήματος στηρίζεται σε σπουδές που καλύπτουν με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου "Δημόσιας Διοίκησης", όπως περιγράφεται στην από 4.7.2014 Προκήρυξη της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Ότι η εκκαλούσα, μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών, αρνήθηκε να προσλάβει την εφεσίβλητη, διότι το Τμήμα "Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης" δεν περιλαμβάνεται στους συνημμένους στην προκήρυξη πίνακες Σχολών/Τμημάτων, τα πτυχία των οποίων και μόνον γίνονται δεκτά στο διαγωνισμό, γνωστοποίησε δε τούτο στην εφεσίβλητη με το υπ' αριθμ.
…/...1.2015 έγγραφο της αρμόδιας Διεύθυνσής της. Ότι η από 4.7.2014 προκήρυξη, με την οποία τέθηκαν οι όροι συμμετοχής στο διαγωνισμό είναι απολύτως σαφής όσον αφορά τους τίτλους σπουδών που πρέπει να κατέχουν οι υποψήφιοι και δεν χρήζει ερμηνείας. Σύμφωνα με αυτή, το πτυχίο της εφεσίβλητης, το οποίο έχει χορηγηθεί από Τμήμα που δεν περιλαμβάνεται στα Τμήματα/Σχολές που περιοριστικά αναφέρονται στο συνημμένο στην προκήρυξη πίνακα, δεν πληροί τις απαιτήσεις της εναγομένης και τούτο, ανεξαρτήτως του γνωστικού αντικειμένου και του περιεχομένου ειδικότητας του εν λόγω πτυχίου, τα οποία δεν συνιστούν, κατά τους όρους της προκήρυξης, κρίσιμα στοιχεία.
Κατά συνέπεια, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 26 παρ. 2 το ΠΔ 50/2001, το οποίο ορίζει την έννοια του "Αντίστοιχου ή ταυτόσημου κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίου ή διπλώματος της ημεδαπής" και για το λόγο αυτό δεν ασκεί επιρροή η από 29.10.2014 βεβαίωση του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, που προσκόμισε η εφεσίβλητη, μαζί με το πτυχίο της, στην εκκαλούσα.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ουδεμία ακυρότητα της προκήρυξης και παραβίαση της αρχής της ισότητας προκύπτει από τις προϋποθέσεις που τάσσονται με αυτήν για τους αλλοδαπούς τίτλους σπουδών, διότι για αυτούς απαιτείται, πέραν της αναγνώρισης της ισοτιμίας τους και αναγνώριση από το αρμόδιο όργανο της αντιστοιχίας τους με τα πτυχία των συγκεκριμένων Σχολών/Τμημάτων της ημεδαπής που περιλαμβάνονται στους πίνακες.
Η αναγνώριση της αντιστοιχίας γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 4 του Ν. 3328/ 2005 και έτσι αλλοδαπό πτυχίο που αναγνωρίζεται ως αντίστοιχο αυτού που χορηγεί το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (που κατέχει η εφεσίβλητη) ομοίως δεν καλύπτει τις απαιτήσεις της προκήρυξης. Επομένως, η εφεσίβλητη δεν πληρούσε τους όρους που τάχθηκαν με την προκήρυξη για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και η άρνηση της εκκαλούσας να την προσλάβει είναι σύννομη.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβληθεί το χρηματικό ποσόν των 20.433,60 Ευρώ για μισθούς υπηρημερίας, πλέον 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεχόμενο μη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των απαιτουμένων με την προκήρυξη του παραπάνω διαγωνισμού τυπικών προσόντων για την πρόσληψή της από την αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Ειδικότερα, ορθώς έκρινε ότι η ρύθμιση του άρθρου 26 παρ. 2 του π.δ.50/2001 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα", που ορίζει ότι" Όπου με το παρόν διάταγμα ως προσόν διορισμού ορίζεται το αντίστοιχο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ημεδαπής, η έννοια των όρων αυτών είναι ότι το πτυχίο περί του οποίου πρόκειται στηρίζεται σε σπουδές που καλύπτουν με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο του πτυχίου που ζητείται με την προκήρυξη.
Την περί αυτού βεβαίωση χορηγεί το αρμόδιο όργανο του ΑΕΙ ή ΤΕΙ αντίστοιχα, στο οποίο ανήκει το Τμήμα που χορήγησε το εν λόγω πτυχίο ή δίπλωμα", δεν έχει εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, αφού η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, από την έναρξη ισχύος του ν. 1892/1990, δυνάμει του οποίου επανακαθορίστηκε η έννοια του δημόσιου τομέα, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρεία και ούτε μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της "δημόσιας επιχείρησης", όπως αυτή προσδιορίζεται από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3429/2005, καθώς δεν πληρούται κανένα από τα προβλεπόμενα κριτήρια/τεκμήρια αποφασιστικής επιρροής από το Ελληνικό Δημόσιο.
Περαιτέρω, αφού το Εφετείο έκρινε ότι δεν υφίσταται κενό ή ασάφειες ως προς τη διατύπωση των όρων της από 4-7-2014 προκήρυξης, που αποτελεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη( πρόταση της εναγομένης τράπεζας προς αόριστο αριθμό προσώπων για σύναψη συμβάσεως, και ειδικότερα ως προς τον όρο 12 αυτής, ο οποίος δεν χρειάζεται συμπλήρωση ή ερμηνεία, εφόσον ορίζει ότι τα πτυχία που αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα και η απαρίθμησή τους είναι περιοριστική, ορθά δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που δεν ήταν εφαρμοστέοι.
Εξάλλου, ορθώς έκρινε το Εφετείο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και είναι έγκυρος ο ως άνω όρος της προκήρυξης, από τις προϋποθέσεις που τάσσονται με αυτή για τους αλλοδαπούς τίτλους σπουδών, διότι, πέραν της αναγνώρισης της ισοτιμίας τους από το ΔΟΑΤΑΠ κλπ, απαιτείται επί πλέον και αναγνώριση της αντιστοιχίας τους με τα ημεδαπά πτυχία των συγκεκριμένων Σχολών/Τμημάτων της ημεδαπής, που περιλαμβάνονται στον πίνακα.
Εφόσον δε η αναιρεσείουσα δεν πληρούσε τους όρους που έταξε η προκήρυξη για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα να μην προσλάβει την αναιρεσείουσα και έτσι δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 185, 189,192, 201, 361, 648, 653,656, 207, 281 και 288 ΑΚ, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα για τη μη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας των απαιτούμενων με την προκήρυξη του παραπάνω διαγωνισμού τυπικών προσόντων, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές:
α) ότι ο σχετικός όρος της προκήρυξης απαιτούσε την κατοχή πτυχίου είτε Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης των Σχολών/Τμημάτων που περιοριστικά αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα, στον οποίο περιλαμβανόταν και το πτυχίο "Δημόσιας Διοίκησης", είτε ισότιμου τίτλου αντίστοιχης με αυτές των πινάκων Σχολών/ Τμημάτων της αλλοδαπής, αναγνωρισμένου από το ΔΙΚΑΤΣΑ ή ΙΤΕ ή ΔΟΑΤΑΠ, και β) ότι το πτυχίο της αναιρεσείουσας δεν περιλαμβάνεται στον ανωτέρω συνημμένο στην προκήρυξη πίνακα Σχολών/Τμημάτων, με αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν αυτό στηριζόταν σε σπουδές που κάλυπταν με επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο του περιλαμβανομένου στον πίνακα πτυχίου "Δημόσιας Διοίκησης", να μην πληροί τον σχετικό όρο της προκήρυξης, ο καθορισμός δε των πτυχίων που έγινε με την ένδικη προκήρυξη δεν μπορεί να ανατραπεί με την προσκόμιση από την αναιρεσείουσα πτυχίου που δεν αναγράφεται ρητά σε αυτή.
Τούτο διότι, σύμφωνα με την προκήρυξη της αναιρεσίβλητης - Τράπεζας και του συνημμένου σε αυτήν πίνακα Πτυχίων ή Διπλωμάτων, δεν ορίζεται ότι γίνονται δεκτοί ταυτόσημοι κατά περιεχόμενο ειδικότητας ή συναφούς ειδικότητας τίτλοι σπουδών, γι' αυτό και δεν αποτελεί προσόν διορισμού το πτυχίο ή δίπλωμα που στηρίζεται σε σπουδές συναφούς γνωστικού πεδίου προς οποιαδήποτε προβλεπόμενη ειδικότητα, ανεξαρτήτως αν οι σπουδές αυτές καλύπτουν με πλήρη επάρκεια το γνωστικό αντικείμενο της ανωτέρω προβλεπόμενης ειδικότητας.
Ο ορισμός δε του εν λόγω τίτλου σπουδών, ως τυπικού προσόντος, συνιστά αντικειμενικό κριτήριο και απαιτείται το πτυχίο της αναιρεσείουσας να είναι αποκλειστικά ομώνυμο με το ζητούμενο από αυτήν πτυχίο, δηλαδή πτυχίο "Δημόσιας Διοίκησης" και δεν απαιτείται να προβεί αυτή (Τράπεζα) σε ιδία κρίση περί αντιστοιχίας του ή μη, με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας από την αναιρεσείουσα, από 29.10.2014, βεβαιώσεως του Προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, που χορήγησε το πτυχίο της.
Επομένως, οι πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.1.2019 αίτηση της Μ. - Ά. Μ. για αναίρεση της 787/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ