Legislator Case Law & Legislation
1240/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific objection to witness examination as a legal means.

Case Number 1240/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the First Instance Court improperly examined him as a witness rather than a party, but failed to cite this specific procedural point in his written submissions to the appellate court. The court ruled that since the appellant did not explicitly raise this evidentiary issue during the appeal, the appellate court was not obligated to consider it, and thus no error occurred.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. 3 C.P.D.; Art. 569 para. 2 C.P.D.: An appellate court is not required to examine a specific legal means of proof if the appellant fails to explicitly cite it in their written submissions, rendering the omission of such examination not a procedural error.

Keywords

AI generated
appeal procedure witness examination legal means of proof procedural error written submissions appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. 3 C.P.D.
Art. 569 para. 2 C.P.D.
Art. 495 para. 4 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 189 para. 1 C.P.D.
Art. 191 para. 2 C.P.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1240 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, 2) Κ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους και συνεκκαθαριστή της ανωτέρω εταιρείας, 3) Μ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους και συνεκκαθαριστή της ανωτέρω εταιρείας, που έχει υπεισέλθει στην δίκη ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ε. Κ. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουκούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2015 αίτησή του και τους από 9/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 10/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των από 9/10/2017 πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26-5-2015 αίτηση αναίρεσης και τον από 9-10-2017 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 17-10-2017, και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 18-10-2017 (βλ. τις ....30, ....28 και ....29/18-10-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αιγίου Θ. Τ.), ήτοι πάνω από τριάντα ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 20-11-2017, και συνεπώς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 23/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, κατά της 68/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και ακολούθως, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 3.1.2007 αγωγή του αναιρεσείοντος για απόδοση ποσού από σύμβαση δανείου, το οποίο είχε παραδώσει στην αναφερόμενη στην αγωγή δανειολήπτρια. Η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246 και 573 παρ.1).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι μπορεί να καταρτιστεί μεταξύ δανειστή και οφειλέτη σύμβαση με την οποία ο τελευταίος αναγνωρίζει το χρέος του από ορισμένη αιτία και η σύμβαση αυτή είναι έγκυρη.

Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρ. 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ` αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272 παρ. 2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 304/2010, ΑΠ 1432/2005).

Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ` αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι έγκυρη (ΑΠ 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, που σχημάτισε μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι στις 31.12.1996 η πρώτη των εναγομένων του όφειλε το ποσό των 52445715 δρχ, από προηγούμενες δανειακές συμβάσεις που είχαν συνάψει από τη σύστασή της και ότι από το έτος 1996 έως το έτος 2001 του κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά έναντι της οφειλής αυτής.

Προς απόδειξη δε των αγωγικών ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει αντίγραφο του από 31.12.1996 εγγράφου που επιγράφεται "ΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΜΦΩΝΙΑ" και φέρεται ότι συνέταξαν οι τότε εταίροι της πρώτης των εναγομένων, με το εξής περιεχόμενο: "ΔΗΛΩΣΗ-ΣΥΜΦΩΝΙΑ Π. Δ. και Ε. Κ., ομορρύθμων μελών και συνδιαχειριστών της ομόρρυθμης εταιρείας που εδρεύει στο Αίγιο υπό την επωνυμία "...

Ο.Ε." και υπό τον διακριτικό τίτλο αυτής "...". Αναγνωρίζουμε μεταξύ μας τα ακόλουθα:.....2) Εκκρεμεί δάνειο από Ε. Μ., μέρος του οποίου έχει εξοφληθεί, το δε υπόλοιπο αυτού στις 31.12.1996 ανέρχεται στο ποσό των 51445715 δρχ". Το αντίγραφο του παραπάνω εγγράφου, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, του παρέδωσε για εξασφάλισή του ο Π.

Δ.. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι το παραπάνω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου και τις επ' αυτού υπογραφές αμφισβητούν οι εναγόμενοι, συντάχθηκε κατόπιν συμφωνίας του ενάγοντος και της πρώτης των εναγομένων, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τις εγγραφές στα βιβλία της, στα οποία ουδόλως εμφαινόταν, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο εκείνο οφειλή της προς τον ενάγοντα και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνήφθη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης των εναγομένων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Επομένως, δεν υπήρχε από 5.6.1996 και εξής οφειλή της πρώτης των εναγομένων προς τον ενάγοντα από δάνειο ύψους 51445715 δρχ, αφού αυτή του είχε αποδώσει τα ποσά που είχε δανειστεί, καθώς και τους επ' αυτών τόκους. Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί εξόφλησης κάθε οφειλής της πρώτης των εναγομένων από δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει με τον ενάγοντα, ενισχύεται και από το ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε το παραπάνω έγγραφο ούτε στην από 20.6.2005 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση που απηύθυνε στους εναγομένους, με την οποία κατήγγειλε το φερόμενο δάνειο των 51445715 δρχ, ούτε και στην από 16.8.2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε κατά των εναγομένων για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης προς εξασφάλιση της απαίτησής του από το ίδιο δάνειο, αλλά και από το ότι καίτοι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, η πρώτη των εναγομένων έπαυσε να του καταβάλει χρήματα το έτος 2001 και συνέχισε να του οφείλει ως κεφάλαιο το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 51445715 δρχ (133414,42 ευρώ), πλέον τόκων, αυτός άσκησε την υπό κρίση αγωγή του το έτος 2008".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης, σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, ήτοι ότι υπήρξε συμφωνία τούτων για την κατάρτιση σύμβασης αυτού του περιεχομένου, με βάση την οποία η πρώτη εφεσίβλητη αναγνώρισε ότι οφείλει στον αναιρεσείοντα το αναγραφόμενο ποσό από υπόλοιπο σύμβασης δανείου και μάλιστα με δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής με την οποία αντικαθίσταται το εκ του δανείου χρέος.

Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 185-195, 361 και 806 ΑΚ, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα, τα δε διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο ότι παραβιάστηκαν οι άνω διατάξεις καθόσον από την εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται η κατάρτιση σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αποτελούν αιτιάσεις περί την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ,. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, οσάκις το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, και ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα καταλήγει εξ αυτού, σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή ο προβάλλων ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Τούτο δε, διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη, αφού πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 825/2014, ΑΠ 1099/2014). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 516/2016). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το κατ' ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 31.12.1996 έγγραφης Δήλωσης-Συμφωνίας των ομόρρυθμων εταίρων και διαχειριστών της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο σύνταξης αυτού, Ε.

Κ. και Π. Δ. με το οποίο αναγνώρισαν ότι εκκρεμεί δάνειο από τον αναιρεσείοντα, μέρος του οποίου έχει ήδη εξοφληθεί και το υπόλοιπο αυτού στις 31.12.1996 ανέρχεται στο ποσό των 52445715 δραχμών, και υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δεχθέν πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκε στο Εφετείο και ειδικότερα δέχθηκε ότι με το έγγραφο αυτό δεν συνήφθη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους μεταξύ αναιρεσείοντος και πρώτης εφεσίβλητης, καθόσον "κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τις εγγραφές στα βιβλία της, στα οποία ουδόλως εμφαινόταν κατά το χρόνο εκείνο οφειλή της προς αυτόν", συνεπεία δε του σφάλματος αυτού απέρριψε την έφεση του αναιρεσίοντος, ενώ δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων και απέρριψε την αγωγή του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, όσα πραγματικά περιστατικά παρατέθηκαν και ανωτέρω αναφορικά με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης. Όπως προκύπτει από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το επίδικο έγγραφο ήτοι την από 31.12.1996 "Δήλωση-Συμφωνία", και δεν απέδωσε στο έγγραφο διαφορετική έννοια από την πραγματική.

Αναγιγνώσκοντας δε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί σωστό ο αναιρεσείων, σχηματίζοντας τη δικανική του κρίση για το ουσιώδες ζήτημα της οφειλής του ποσού που ζητούσε ο αναιρεσείων να του πληρώσουν οι αναιρεσίβλητοι, από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (έγγραφα), τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ίδιο ζήτημα, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ως άνω πλημμέλεια και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).

Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 376/2004).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 415 έως 417 ΚΠολΔ, αποδεικτικό μέσο αποτελεί και η εξέταση του διαδίκου χωρίς όρκιση, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, για την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, η οποία διεξάγεται κατά τις διατάξεις για την εξέταση μαρτύρων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεσή αυτού την οποία έδωσε κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ως διαδίκου, η οποία διεξήχθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και η οποία περιέχεται στα 68/2010 πρακτικά συνεδριάσεως, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε κατά τη συζήτηση της έφεσής του με τις προτάσεις που κατέθεσε, αποδεικτικό μέσο της απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού του της οφειλής του ζητούμενου με την αγωγή ποσού από υπόλοιπο δανείου, άλλως λόγω αιτιώδους αναγνώρισης χρέους.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 560 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 3-1-2007 αγωγή του ζητώντας την καταβολή χρηματικού ποσού για την εκτιθέμενη στο δικόγραφο αιτία. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, εκδόθηκε η 68/2010 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Πατρών. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα συνταχθέντα ταυτάριθμα με την εκδοθείσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως (68/2010) εξετάστηκε ένας μάρτυρας από κάθε διάδικη πλευρά και το Δικαστήριο κάλεσε ακολούθως για εξέταση τον αναιρεσείοντα-ενάγοντα. Είναι δε σαφές ότι επρόκειτο πράγματι περί του αποδεικτικού μέσου της εξέτασης του διαδίκου, αφού όπως προκύπτει από την ως άνω οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου το οποίο εξέτασε τον ενάγοντα, διαλαμβάνει σαφώς ότι πραγματοποίησε ανωμοτί εξέταση του διαδίκου ενάγοντος και δεν ζήτησε από αυτόν απλά διασαφήσεις ή πληροφορίες.

Από τις από 13-3-2014 προτάσεις του αναιρεσείοντος που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει τα 68/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, τα οποία, όπως προκύπτει από την ειδική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, προσκομίστηκαν σ' αυτό.

Όμως, από τις ανωτέρω προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων είτε ως εκκαλών είτε ως εφεσίβλητος, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ειδικά το αποδεικτικό μέσο της εξέτασής του ως διαδίκου, αφού δεν αναφέρεται στην εξέτασή του αυτή στο δικόγραφο των προτάσεων, όπως μάλιστα περιέχει ρητή αναφορά στις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων.

Έτσι, αφού δεν αποδείχθηκε επίκληση του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει τούτο υπόψη του και με τη μη λήψη του δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο μόνος δε πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 26-5-2015 αίτηση και ο από 9-10-2017 πρόσθετος λόγος αναίρεσης για αναίρεση της 23/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 27-5-2015 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου της Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.5.2015 αίτηση αναίρεσης και τον από 9.10.2017 πρόσθετο λόγο αναίρεσης του Ε. Μ. του Α. για αναίρεση της 23/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ