Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding appellate court's finding on permanent salary start date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision in a labor dispute regarding permanent salary. The appellant argued that the appellate court erred by ignoring a prior final judgment establishing a different start date for the permanent salary relationship. The court rejected these claims, ruling that the prior judgment concerned a different legal issue (retirement compensation) and did not create a res judicata bar on the current claim. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not prevent a second-instance court from determining the start date of a permanent salary contract when the prior final judgment concerns a distinct legal issue with different historical and legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1240/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγεωργόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παπαχρήστο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1599/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/2/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.07.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1599/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγόμενης κατά της 229/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε η αγωγή δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα :
α) 14.400 ευρώ με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση, και β) 47.250 με το νόμιμο τόκο από 31.07.2012 . Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92, 92Α, 94 του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση, ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες είτε δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε δικηγόρου (άρθρο 63 παρ. 1-4 του κώδικα δικηγόρων).
Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του άνω κώδικα). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο πρωτοδικείο, στο εφετείο ή στον Άρειο Πάγο. (ΑΠ 2118/2017) .
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 νδ 3026/1954, που έχει εφαρμογή της προκείμενη έννομη σχέση, "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρο 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως, α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β)τρεις τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει διετίαν, γ) εξ τοιαύτης περιοδικάς αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει τριετίαν δ) δέκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει πενταετίαν,ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι` έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσία αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ` ανώτατον όριον.
Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπ` όψιν μόνον παν ότι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ` υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρ. 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως" (ΑΠ 2118/2017, ΑΠ 1270/2015).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001,υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Δεν επιβάλλεται, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση.
Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ 177/2016).
Σημειώνεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Eξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 196/2012, ΑΠ 13/2007, 305/2009 ΤΝΠ Νόμος).
Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όπως έχει αναφερθεί στη σκέψη Δ' της παρούσας, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015, ΑΠ 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη ( ΑΠ 869/2017, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού (ΑΠ 869/2017). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 16/7/2012 αγωγή που άσκησε ο ενάγων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, ισχυρίσθηκε ότι, με απόφαση του Δ.Σ της τελευταίας, προσλήφθηκε στις 15/9/1974 με σύμβαση αορίστου χρόνου, ως δικηγόρος αυτής, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, το ύψος της οποίας ανήλθε από 1/1/2011 σε ποσό 1.800 ευρώ κατά μήνα.
Ότι, από τον ως άνω χρόνο πρόσληψής του και έκτοτε παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του, στην εναγομένη, μέχρι 30/7/2012, οπότε, αποχώρησε από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, λόγω της συνταξιοδότησής του. Ότι, η εναγόμενη του οφείλει, α)τους μηνιαίους μισθούς του για τους μήνες Ιανουάριο έως Ιούλιο 2012 ποσού 12.600 ευρώ, πλέον δώρου Πάσχα 2012 ποσού 900 ευρώ και επιδόματος αδείας 2012 ποσού 900 ευρώ και β)την κατ' άρθρο 94 ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, λόγω της αποχώρησής του από τη ως άνω έμμισθη υπηρεσία, με χρόνο υπερβαίνοντα την εικοσαετία, ποσού 63.000 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.
Στην αγωγή. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει το συνολικό ποσό των 77.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες επιμέρους διακρίσεις ποσών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 229/2014 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγόμενης, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως με την προσβαλλόμενη υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας ποσά.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης και της ανωμοτί κατάθεσης του ενάγοντα, που εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο ακροατήριό του και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως μερικά από τα έγγραφα αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ..αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων ως Δικηγόρος Αθηνών, εγγεγραμμένος από 26/7/1963 στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) με αριθμό μητρώου …και με προαγωγή του στον Άρειο Πάγο στις 25/10/1974, συνήψε με την ανωτέρω ιδιότητά του, την 1/1/1997 με την εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", νόμιμα εκπροσωπούμενη, προφορική σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου επί παγία μηνιαία αντιμισθία, καταβαλλομένη, εφόσον δεν προέκυψε αντίθετη συμφωνία, στο τέλος κάθε αντίστοιχου δεδουλευμένου μηνός κατ'εφαρμογή του άρθρου 655 εδ.
α' ΑΚ. ......Αντικείμενο της πιο πάνω σύμβασης έμμισθης εντολής ήταν η παροχή νομικών υπηρεσιών (του) ενάγοντος σε υποθέσεις που αναλάμβανε και διεκπεραίωνε για λογαριασμό της εναγομένης και αφορούσαν ειδικότερα δικηγορικές εργασίες που του ανέθετε η πρώτη, αναλώνοντας εργάσιμο χρόνο στο δικηγορικό του γραφείο (Κάνιγγος 2 - Αθήνα) για την απαραίτητη προετοιμασία, ήτοι μελέτη φακέλων κλπ, αλλά και εκτός του γραφείου με την απασχόλησή του σε παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλων αρχών, για την προάσπιση των συμφερόντων της πελάτιδός του-εναγομένης.
Ο πιο πάνω χρόνος σύναψης της αντιμισθίας του ενάγοντα, συνομολογείται από την εναγομένη (βλ. 5η σελίδα προτάσεων πρωτοβάθμιας δίκης και 3η .σελίδα προτάσεων δευτεροβάθμιας, επί λέξει ότι "... ο ενάγων ήταν με πάγια αντιμισθία στη …ό την 1/1/1997 και όχι όπως διατείνεται από το 1974."), χωρίς αυτός (χρόνος) να αναιρείται, απεναντίας ενισχύεται, από τις λοιπές αποδείξεις, δοθέντος κυρίως ότι οι σχετικές με το ζήτημα αυτό (έναρξη χρόνου αντιμισθίας) βεβαιώσεις οικείου ΔΣΑ (βλ.
από 18/11/1994, 11/3/1996, 4/9/2012, 12/3/2013 βεβαιώσεις αυτού) εκδόθηκαν σύμφωνα με τις ετήσιες δηλώσεις του ίδιου (ενάγοντα) προς τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ). Ομοίως, κατόπιν των σχετικών αιτήσεων του ενάγοντος, από 15/9/1999 και 4/9/2012 (ενόψει συνταξιοδότησης), επελήφθη το Ταμείο Νομικών (ΤΝ), προς είσπραξη εισφορών πάγιας αντιμισθίας.
Σημειωτέον ότι τα προσκομιζόμενα στο ΤΝ Γραμμάτια αφορούν στα έτη 1998 και 1999 (No …/23-5-1998, …/23-5-1998, …998, …5-3-1999), ενώ, μεταγενέστερους χρόνους δικηγορικών εργασιών του ενάγοντα προς την εναγομένη αφορούν τα προσκομισθέντα, σχετικά με την παροχή νομικών υπηρεσιών του στην εναγομένη, δικόγραφα και αποφάσεις .(βλ.
την 2192/2007 απόφαση ΜΠΑ και τα 2193/2007 πρακτικά ΜΠΑ, που αφορούν υπόθεση επί αγωγών έτους 2006, την 2514/2009 απόφαση ΣτΕ που αφορά υπόθεση επί προσφυγής έτους 2002 Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, την από 10/9/2008 αίτηση αναίρεσης που αφορά υπόθεση επί αγωγών έτους 2006 και το No 478/6-5-2010 πρακτικό (εξουσιοδότηση) της εναγόμενης προς τον ενάγοντα).
Όσον αφορά την από 31/5/1983 βεβαίωση φέρουσα σφραγίδα της εναγόμενης και υπογραφή προέδρου ΔΣ αυτής, δεν προέκυψε ότι αυτά τέθηκαν υπό του αρμοδίου καταστατικού οργάνου της εναγομένης ή κατ'εξουσιοδότηση, από το δ.σ. οργάνου αυτής (βλ. ΦΕΚ 2054/1974 δημοσιευθέντος Καταστατικού). Εξάλλου, το ότι, το Καταστατικό της εταιρίας (εναγομένης) συνετάγη βάσει σχεδίου του ενάγοντα (ως μνημονεύεται στο 49° άρθρο αυτού), η παροχή αυτή νομικής υπηρεσίας δεν αποτελεί ή προϋποθέτει αναγκαίως ύπαρξη σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων μερών.
Έκτοτε και μέχρι την παραίτησή του από το δικηγορικό λειτούργημα, λόγω της συνταξιοδότησής του, την 30/7/2012, η εναγομένη τον απασχολούσε σε δικές της υποθέσεις αντί παγίας μηνιαίας αντιμισθίας του, η οποία από 1/1/2011 και εφεξής ανερχόταν σε 1.800 ευρώ κατά μήνα. Προκύπτει, επομένως ότι ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, είχε προσληφθεί από την εναγομένη, με σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών έναντι παγίας περιοδικής αμοιβής, ως δικηγόρος και νομικός της σύμβουλος, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του από 1/1/1997 έως τις 30/7/2012.
οπότε και λύθηκε η σύμβαση, επειδή αποχώρησε από την ενεργό δικηγορία, λόγω της συνταξιοδότησής του. Η δε συμφωνία αυτή παροχής από τον ενάγοντα νομικών υπηρεσιών στην εναγομένη με μηνιαία παγία αντιμισθία προέκυψε παραδεκτά από τις αποδείξεις (συνομολόγηση εναγόμενης και τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ αυτών, η από 8/4/2004 συγκεντρωτική βεβαίωση εναγομένης αποδοχών αντιμισθίας ενάγοντα ετών 1997-2003, από 31/12/1999 αναλυτική βεβαίωση αποδοχών έτους 1999, από 31/12/2001 αναλυτική βεβαίωση αποδοχών έτους 2001, από 31/12/2003 αναλυτική βεβαίωση αποδοχών έτους 2003, από 31/12/2004 αναλυτική βεβαίωση αποδοχών έτους 2004, από 28/01/2008 βεβαίωση αποδοχών έτους 2007, από 22/01/2010 βεβαίωση αποδοχών έτους 2009), σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ.2 ΝΔ 3026/54.
Αντίθετα από ότι υποστηρίζει η εναγομένη, η μη αναγγελία της πρόσληψης του ενάγοντα με πάγια αντιμισθία στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, στον οποίο υπαγόταν, υποχρέωση που βαρύνει και τις δύο πλευρές, δεν επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως, αλλά επισύρει πειθαρχική ποινή από το Δικηγορικό Σύλλογο,Ρυθμίζεται συνεπώς η σύμβαση αυτή από τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1 και 2, 92Α του κώδικα των Δικηγόρων και των σε εκτέλεση του άρθρου 92 παρ. 2 του αυτού κώδικα εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες καθορίζεται το ελάχιστο όριο αμοιβής αυτών.
Βάσει αυτών η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του ενάγοντα, (βάσει μισθού του 1ου κλιμακίου ως δικηγόρος στον Άρειο Πάγο), ανερχόταν για τους προς αυτόν οφειλόμενους μηνιαίους μισθούς, ήτοι, από Ιανουάριο έως Ιούλιο 2012, ποσού 1.666 ευρώ μηνιαίως, πλέον κινήτρου απόδοσης ποσού 100 ευρώ μηνιαίως και οικογενειακές παροχές (εγγάμου) ποσού 35 ευρώ ,συνολικά, μηνιαίου ποσού 1.801 και κατ'αίτηση 1.800 (αρθρ. 5-9 Ν. 3670/2008).
Σημειώνεται ότι η εναγόμενη..... για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού των οφειλόμενων αυτών μηνιαίων αποδοχών (αντιμισθίες).
Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα από την αιτία αυτή το ποσό των [(1.800 X 7 μήνες-) 12.600 + 900 ευρώ δώρο Πάσχα 2012 + 900 ευρώ επίδομα αδείας=] 14.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που όφειλε να καταβάλει κάθε μηνιαία αντιμισθία. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της συνταξιοδότησής του από τη δικηγορία είχε συμπληρώσει 15 έτη υπηρεσίας στην εναγομένη (1/1/1997 έως 30/7/2012), σύμφωνα δε με το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων δικαιούται αποζημίωση [αντιμισθίες 12 έως οκτώ έτη + αντιμισθίες (7 X 1,5) =. 10,5 από εννέα έως δεκαπέντε έτη=] 22,5 πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι τα ελάχιστα όρια της νόμιμης πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του τελευταίου μήνα πριν από τη συνταξιοδότησή του ανήρχετο σε 1.800 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση λόγω της συνταξιοδότησής του το ποσό των (1.800 + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας X 22,5 πάγιες αντιμισθίες) 47.250 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31/7/2012.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 63.000 ευρώ, ενώ έδει όπως επιδικάσει ποσό 47.250 ευρώ, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις.." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) αποδίδεται, κατ' ορθή εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ ( και όχι τους αριθμούς 1 και 8) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε το από 04.09.2012 πιστοποιητικό του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι αυτός τελούσε σε σχέση έμμισθης εντολής από 15.08.1974 μέχρι 30.07.2012, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη στην δικαιούμενη από αυτόν αποζημίωση.
Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν σε συνδυασμό προς τις λοιπές ανεπτυγμένες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.
Σημειώνεται ότι το δικαστηρίου δεν είχε την υποχρέωση να αναφέρει ένα προς ένα όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα. Από τις παραπάνω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό υλικό, που υπήρχε στο φάκελο της υποθέσεως και δη τα έγγραφα που προσκόμισαν αμφότερα τα διάδικα μέρη (μεταξύ των οποίων και αυτό που αναφέρει ο αναιρεσείων στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως) και με εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη όλο το επικληθέν και προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό στην κρίση του ότι ο ενάγων ήταν με πάγια αντιμισθία στην εναγόμενη από 01.01.1997 μέχρι 30.07.1992.
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διατύπωση σε συνδυασμό με την αναφορά των κρίσιμων εγγράφων και την όλη αιτιολογία αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το αναφερόμενο ως άνω αποδεικτικό στοιχείο. Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 07.10.1974 Καταστατικού της εναγόμενης (ΦΕΚ 2054/1974), στηριχθέν αποκλειστικά σ' αυτό, αλλά δέχθηκε ότι ο χρόνος της πάγιας αντιμισθίας άρχισε κατά την 01.01.1997, στηριζόμενο στην εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση.
Επομένως ο πρώτος λόγος (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος το Εφετείο κατά παραβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 312/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, το οποίο κρίνοντας επι διαφοράς οφειλομένων αντιμισθιών μεταξύ αυτού και της εναγόμενης διέλαβε ότι χρόνος ενάρξεως της παγίας αντιμισθίας υπήρξε η 15η Αυγούστου 1974. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί σε προηγηθείσα αγωγή, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, επί της οποίας εκδόθηκε η 312/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το αίτημα επιδίκασης αντιμισθιών στηρίζεται σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, με συνέπεια να μην ασκεί επιρροή ο αρχικός χρόνος πρόσληψης του ενάγοντος. Αντίθετα, ο χρόνος αυτός ασκεί επιρροή στο αίτημα αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης της κρινόμενης αγωγής, του οποίου είναι διάφορη η ιστορική και νομική αιτία. Ούτε δε αναγκαίο ή προδικαστικό ζήτημα της πρώτης αγωγής υπήρξε ο χρόνος έναρξης της σχέσης εργασίας,, δεδομένου ότι το ύψος των μηνιαίων αποδοχών καθορίζουν διάφορες διατάξεις, που αφορούν το κλιμάκιο, το ελάχιστο ποσό μισθού και τα επιδόματα ως ορίζουν οι ως άνω οικείες διατάξεις.
Συνεπώς ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψης, στο ίδιο αποτέλεσμα (κατά ποσό) θα κατέληγε το δικαστήριο, και επομένως δεν εμποδιζόταν λόγω δεδικασμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει ως χρόνο έναρξης, της ως άνω σύμβασης εντολής (με πάγια αντιμισθία) την 01.01.1997, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.02.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1599/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιαδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 15 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ