Legislator Case Law & Legislation
1240/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling regarding ADMEH succession of DEH rights and procedural errors.

Case Number 1240/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute involving the public electricity company. The appellant argued that the court failed to consider his claim that selection organs arbitrarily excluded him from the hiring process. The court rejected this argument, ruling that the appellant's claim did not constitute a valid 'fact' under Article 559 of the Code of Civil Procedure because it was merely an assertion rather than a proven matter with independent existence. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 98(3) str. & 98(3)z. of Law 4001/2011; Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal alleging procedural error when the lower court considered a claim but rejected it, as such claims do not qualify as 'facts' requiring independent consideration under the law.

Keywords

AI generated
ADMEH succession DEH rights transfer labor dispute procedural error appeal Code of Civil Procedure selection process exclusion legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 98(3) str. of Law 4001/2011
Art. 98(3)z. of Law 4001/2011
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1240 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Παπουτσάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Παπαδημητρίου δήλωσε ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας" ΑΔΜΗΕ Α.Ε., ως καθολική διάδοχος της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ Α.Ε. και εκπροσωπείται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 10/2/2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Μαρίας Νικολακέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 98 παρ.3 στ του Ν. 4001/2011, "Η ΑΔΜΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτητως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της Δ.Ε.Η ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τόσο το Προσωπικό που συνταξιοδοτήθηκε προ της 31.12.2011 και απασχολούνταν στη δραστηριότητα του Κλάδου Μεταφοράς όσο και το μεταφερόμενο κατά τα άρθρα 102. 103 και 104 Προσωπικό.." Εξάλλου, κατά τι άρθρο 98 παρ.3ζ του αυτού ως άνω νόμου, "Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την ΑΔΜΗΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται, για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους, οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους του".

Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπηρετούσε μέχρι 31.07.2006 στη Δνση Υλικού και Προμηθειών της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Επομένως η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται στην παρούσα δίκη ως καθολική διάδοχος σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ που αφορούν το προσωπικό της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς (που συνταξιοδοτήθηκε πριν την 31.12.2011), στο οποίο περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ. Με το άρθρο 2 αυτού, το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού και στο έκτακτο, που είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης.

Στο άρθρο 3 παρ.1 και 2, προβλέπεται ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια A, Β1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14, και η κατάταξη αυτή αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού η οποία δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσης στην διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ.

Το άρθρο 4 του Κανονισμού ορίζει ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση οργανικής θέσεως.

Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχόλησής του και ορίζονται σε κλάδους: α) στελεχών γενικών θέσεων (Γ), β)....., γ)...., δ) ..., ε) ... και στ) ... Ο κλάδος στελεχών γενικών θέσεων περιλαμβάνει μια κατηγορία Γ και υποδιαιρείται σε δυο βαθμίδες α και β, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια Ά και Β, που διαλαμβάνουν ποσοστό οργανικών θέσεων αντιστοίχως 40% και 60%.

Ακολούθως, με την από 15.2.1989 Ε.Σ.Σ.Ε. στο άρθρο 4 του Ν.Δ.210/1974 προστέθηκε στ ην κατηγορία Γ και η βαθμίδα αϊ, στην οποία αντιστοιχεί το μ.κ.Τ και με την υπ' αριθμ.59/2004 απόφαση του Γενικού Διευθυντή, τα ποσοστά των βαθμίδων β, α και αϊ ανακαθορίστηκαν σε 50, 40 και 10%, αντίστοιχα. Εξ άλλου οι μισθολογικές προαγωγές του προσωπικού της Δ.Ε.Η., ενεργούνται, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 22 του ανωτέρω κανονισμού, κατά ένα μισθολογικά κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός, με την προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει τριετία στο μισθολογικά κλιμάκιο που κατέχει και, προκειμένου για προαγωγή σε ανώτερη βαθμίδα, απαιτείται επιπροσθέτως να υφίσταται κενή οργανική θέση στη βαθμίδα αυτή και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση η οποία να ικανοποιεί βασικώς τις απαιτήσεις της Δ.Ε.Η.

Συνεκτιμώνται δε κατά την προαγωγική κρίση: α) η υπηρεσιακή επίδοση, η απόδοση, τα προσόντα, η γνώση, το ήθος του προς προαγωγή μισθωτού, β) οι εκθέσεις ικανότητας κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του μισθωτού και ιδίως εκείνες, που αφορούν την τριετία πριν από την προαγωγή, γ) γενικώς τα στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού φακέλου του υπαλλήλου και οι τυχόν υφιστάμενες εκθέσεις ιεραρχίας, δ) τα στοιχεία του- πειθαρχικού ελέγχου και ε) κάθε στοιχείο, το οποίο αναφέρεται από τα μέλη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως ρητώς και καταχωρείται λεπτομερώς στα πρακτικά.

Με το άρθρο 23 παρ. 1 του Κ.Κ.Π. - Δ.Ε.Η. ορίζεται ότι μετατάξεις από κατηγορία του αυτού ή άλλου κλάδου μπορεί να διενεργούνται για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας. Ειδικώς όμως για την κάλυψη θέσεων των μισθωτών και μισθολογικών κλιμακίων Α και Β, γνωμοδοτεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 7 του Κ.Κ.Π. - Δ.Ε.Η., του οποίου η αντικατάσταση εγκρίθηκε με την 689/1987 απόφαση των Υπουργών Βιομηχανίας, Ενεργείας και Τεχνολογίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β. 204/16-4-1987), κατ7 απόλυτη εκλογή και ανεξαρτήτως των περιορισμών και των όρων του ανωτέρω άρθρου 22, ειδικό συμβούλιο κρίσεως, το οποίο αποτελείται από τον εκάστοτε αναπληρωτή του γενικού διευθυντή βοηθό γενικό διευθυντή, ως πρόεδρο, το νομικό σύμβουλο και τους βοηθούς γενικούς διευθυντές, ως μέλη.

Χρέη εισηγητή ασκεί ο διευθυντής προσωπικού. Το ειδικό αυτό συμβούλιο προεπιλέγει πενταπλάσιο αριθμό υποψηφίων για κάθε θέση και ο γενικός διευθυντής επιλέγει μεταξύ αυτών τον κατά την κρίση του καταλληλότερο. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι το σύστημα αυτό της υπηρεσιακής βαθμολογικής προωθήσεως του προσωπικού στην κλίμακα βαθμών, της ΔΕΗ, που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα και συνοδεύεται με αύξηση αποδοχών χωρίς αντίστοιχη όμως κατάληψη ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της, δεν παύει να είναι σύστημα προαγωγών των εργαζομένων.

Έτσι με βάση τον ως άνω κανονισμό θεσπίζεται δικαίωμα προαγωγής του μισθωτού και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη, που πηγάζουν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό, ο οποίος τη συμπληρώνει. Το δικαίωμα αυτό είναι ενοχικό και παρέχεται στο μισθωτό εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες στον κανονισμό προϋποθέσεις, τη συνδρομή των οποίων διαπιστώνει το αρμόδιο εργοδοτικό όργανο (Ολ.

ΑΠ 23/1993, 860/1984, 293/1981, ΑΠ 1025/2006, Α Π 955/2004). Παραλλήλως υφίσταται και δικαίωμα του εργοδότη για την επιλογή του ικανοτέρου και καταλληλοτέρου μισθωτού προς προαγωγή στη συγκεκριμένη κενή θέση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της επιχειρήσεως (Ολ. ΑΠ 897/1985, ΑΠ 1338/2005, ΑΠ 1075/2003). Το δικαίωμα αυτό αποτελεί επί μέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, βάσει του οποίου ο τελευταίος εξειδικεύει εκάστοτε την παροχή της εργασίας του μισθωτού (καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της) και ασκεί την εξουσία του για την καλή οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του εργοδότη ελέγχεται δικαστικώς όπως όλων των δικαιωμάτων, με βάση τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Έτσι, εάν σε προαγωγικές κρίσεις για συγκεκριμένη κενή θέση παραλειφθεί μισθωτός, ο οποίος υπερτερεί καταδήλως έναντι άλλων μισθωτών που προήχθησαν, συντρέχει παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία συνιστά και αδικοπραξία παρέχουσα στο μισθωτό αξίωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 914 και 332 του Αστικού Κώδικα (Ολ.

ΑΠ 897/1985, 23/1993, ΑΠ 1789/2008, 1 170/2007 Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.δ του κανονισμού της Δ.Ε.Η. ορίζεται ότι: "χορηγείται επίδομα ευδόκιμου παραμονής εις το αυτό μισθολογικόν κλιμάκιον εκ του ημίσεως της διαφοράς .μεταξύ του μισθού του κατεχόμενου υπό. του μισθωτού μισθολογικού κλιμακίου και του αμέσως ανωτέρου, τριών ετών ευδόκιμου παραμονής εις το αυτό μισθολογικόν κλιμάκιον και εξ ετέρου ημίσεως της αυτής διαφοράς μισθού επί τη συμπληρώσει εξ ετών συνολικού χρόνου ευδόκιμου παραμονής του μισθωτού εις το αυτό μισθολογικόν κλιμάκιον, εφ' όσον ο μισθωτός δεν προάγεται μισθολογικώς εις το ανώτερον μισθολογικόν κλιμάκιον ή εξήντλησε την μισθολογικήν εξέλιξιν της κατηγορίας του ή της βαθμίδας μέχρι της οποίας δύναται να προαχθή βάσει των κατ' άρθρον 4 απαιτουμένων προσόντων του.

Προκειμένου περί μισθωτών του μισθολογικού κλιμακίου A (ήδη και μ.κ. Τ) το επίδομα του παρόντος εδαφίου ορίζεται σε 5% επί του αντιστοίχου μισθού τούτου και επί τη συμπληρώσει τριών ετών ευδόκιμου παραμονής εις το μισθολογικόν τούτο κλιμάκιον και εις έτερον 5% επί του αυτού μισθού επί τη συμπληρώσει εξ ετών συνολικού χρόνου ευδόκιμου παραμονής του μισθωτού εις το αυτό μισθολογικόν κλιμάκιον.

Δια την κρίσιν του ευδόκιμου της παραμονής εις το αυτό μισθολογικόν κλιμάκιον ισχύουν αι προϋποθέσεις και εφαρμόζεται η διαδικασία των υπεδαφίων 1 και 2 του εδαφίου β της παρούσης παραγράφου (ήτοι, αποφασίζει ο Διοικητής μετά από γνώμη του αρμοδίου Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως, κατόπιν ελέγχου των εκθέσεων ικανότητας των μισθωτών της κρίσιμης τριετίας για την υπηρεσιακή τους επίδοση, η οποία να ικανοποιεί βασικά την επιχείρηση, την μη ύπαρξη πειθαρχικής ποινής εντός της τριετίας αυτής και μη εκκρεμούς σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος).

Ειδικώς διά τους μισθωτούς των μισθολογικών κλιμακίων Α και Β, ο Διοικητής αποφασίζει κατά πάσαν παρίπτωσιν μετά γνώμην του κατ'αρθρον 24 παρ.7 του παρόντος Ειδικού Συμβουλίου Κρίσεως.

Στη προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη:"Ο ενάγων, προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 4.8.1969 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, την 1.1.1972.

Στις 17.3.1993 και στις 13.12.1994 τα αρμόδια όργανα της εναγομένης παρέλειψαν να τον μετατάξουν στην κατηγορία Γ- στελέχη γενικών θέσεων και στο μ.κ.Β, αν και διέθετε τα απαραίτητα προσόντα, κατόπιν δε δικαστικού αγώνα και συμβιβασμού η εναγομένη του ενέκρινε στις 12.9.2005 τη μετάταξη στην κατηγορία Γ και στο μ.κ.Β από τις 21.4.1993 και του χορήγησε από 1.5.1999 έως 30.6.2004 ως επίδομα ευδόκιμης παραμονής, ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ του κατεχόμενου απ' αυτόν μ.κ.Β και του αμέσως ανώτερου μ.κ.Α.

Παρέμεινε στο μισθολογικό αυτό κλιμάκιο (Β) μέχρι τις. 31.7.2006, που αποχώρησε με το πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου. Στις 30.6.2006, το ειδικό συμβούλιο κρίσεως συνεδρίασε προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων της βαθμίδας α 1, χωρίς ο ενάγων να συμπεριληφθεί στους πίνακες προακτέων για τη βαθμολογική προαγωγή στο μ.κ.Α.

Ο ενάγων προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του ότι τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέλειψαν να τον εντάξουν στους ως άνω πίνακες προεπιλογής, και σκανδαλώδους δεν του χορηγήθηκε επίδομα ευδόκιμης παραμονής, προτείνει προς σύγκριση τους συναδέλφους του, Ν. Έ., Γ. Μ., Σ.

Α.-Μ., Ν. Μ., Χ. Ι., Γ. Μ. και Λ. Κ., ως προς τους οποίους, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, υπερείχε καταφανώς. Από την υπ' αριθμό …/25.9.2006 απόφαση διευθύνοντος συμβούλου, προκύπτει ότι οι ως άνω προτεινόμενοι προς σύγκριση συνάδελφοι του ενάγοντος, κατείχαν το μ.κ.Α και προήχθησαν στο μ.κ.Τ. (βαθμίδα α1) της κατηγορίας Γ' και μάλιστα από 1.10.2006.

Δηλαδή ο ενάγων επικαλείται ανόμοιες περιπτώσεις, αφού αυτός κατείχε το μ.κ. Β, οι δε προτεινόμενοι προς σύγκριση κατείχαν μ.κ.Α. Άλλωστε, ο ενάγων την 1.10.2006, δηλ. κατά την έναρξη ισχύος της ως άνω απόφασης, ήταν ήδη συνταξιούχος.

Συνεπώς, το αίτημα του ενάγοντος να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τον χορηγήσει από 1.5.2002 ως επίδομα ευδόκιμης παραμονής την πλήρη διαφορά Α-Τ και από 1.5.2004 έως ποσοστό 5% επί του Τ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα άρθρο του ΚΚΠ-ΔΕΗ. Και τούτο, διότι ο ενάγων, κατόπιν συμβιβασμού μεταξύ αυτού και της εναγομένης στις 21.9.2005, κατέχει το μ.κ.Β από 21.4.1993 και έλαβε την πλήρη διαφορά μ.κ.Β-Α. Ο ενάγων για να δικαιούται ως επίδομα ευδόκιμης παραμονής την πλήρη διαφορά μ.κ. Α-Τ, έπρεπε να κατέχει το μ.κ.Α. Εξάλλου, αν ο ενάγων είχε προαχθεί κατά τη συνεδρίαση της στο μ.κ.Α, θα δικαιούνταν επίδομα ευδόκιμης παραμονής, εκ 50% της διαφοράς Α-Τ μετά από συμπλήρωση τριετούς παραμονής στο μ.κ.Α, δηλ. από 1.10.2009 και το υπόλοιπο 50% της διαφοράς. Α-Τ, μετά τη συμπλήρωση δεύτερης τριετούς παραμονής στο μ.κ.Α, δηλ. από 1.10.2012.

Συνεπώς, όλα τα αιτήματα της αγωγής σχετικά με τα επιδόματα ευδόκιμης παραμονής καθώς και τα αιτήματα καταβολής της διαφοράς καταβληθείσας αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης και χρηματικής ικανοποίησης, που συνδέονται άμεσα με τα ως άνω αιτήματα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία τους".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος ως προς τα αιτήματα της αγωγής του σχετικά με τα επιδόματα ευδόκιμης παραμονής, καταβολής της διαφοράς καταβληθείσας αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης και χρηματικής ικανοποίησης, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτη έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 22, 24 παρ.7. ΚΚΠ/ΔΕΗ και 281 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.7 ΚΚΠ/ΔΕΗ το προβλεπόμενο από αυτή ειδικό συμβούλιο κρίσεως γνωμοδοτεί και προεπιλέγει τους υποψηφίους προς κρίση δίχως να καθορίζονται ειδικότερα τα απαιτούμενα αναγκαστικώς προσόντα αυτών.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι (κατά το πρώτο σκέλος αυτό) αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 1 1/1996, ΑΠ 178/201 1). Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπ' όψη της τον ισχυρισμό του ότι, τα όργανα κρίσης της ήδη αναιρεσίβλητης αυθαίρετα και χωρίς αιτιολογία απέκλεισαν και παρανόμως εξήρεσαν από την διαδικασία επιλογής αυτόν ....".

Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", και συνακόλουθα ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.02.2015 και με αριθμό κατάθεσης …/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 139/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ