1240/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1240/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1240 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Β. Χ. - Σ. Α. Τ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ιωάννης Η. Καστρινάκης", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Σιούτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 953/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2010/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 3-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 11425Β/5-1-2010 και 11426Β/5-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 18-9-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 2010/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-2-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α και 287 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται (Α.Π. 243/2010).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 288, 329 και 920 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και μεταξύ ομορρύθμου εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων της με την έννοια ότι δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις ως προς αυτούς (Α.Π. 1103/2010), ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 Κ.Πολ.Δ.
που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης ως προς όλους τους ομοδίκους. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1 και 297 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εναγόμενο, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 76 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας οι πράξεις καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στην παραίτηση από τη δίκη, συνεπώς κάθε αναγκαίος ομόδικος μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και ο αντίδικος των αναγκαίων ομοδίκων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής ως προς ένα από αυτούς χωρίς να υπάρξουν έννομες συνέπειες ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 978/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό εκκαθάριση τελούσα ομόρρυθμη εταιρεία και ομόρρυθμος εταίρος αυτής αντίστοιχα, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι, ενώ αυτοί τόσο με το δικόγραφο των από 9-5-2007 εγγράφων προτάσεων που είχαν καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και προφορικά κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο δήλωσαν, δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ότι είχε επέλθει βιαία διακοπή της δίκης για το λόγο ότι ο αρχικά συνεναγόμενός τους Σ.
Χ., ομόρρυθμος εταίρος της πρώτης από αυτούς και αναγκαίος ομόδικός τους, είχε αποβιώσει μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από το χρόνο συζητήσεώς της και ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα αντιπαρήλθε σιωπηρά τη δήλωση αυτή, το εφετείο, στο οποίο επανέφεραν το σχετικό ισχυρισμό με λόγο εφέσεως, απέρριψε το λόγο της εφέσεως και ότι συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, ήτοι δεν δέχθηκε ότι είναι άκυρη η δήλωση του αναιρεσιβλήτου περί παραιτήσεώς του από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον αποβιώσαντα συνεναγόμενό τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται νόμιμη γνωστοποίηση του λόγου διακοπής της δίκης (ώστε να είναι πράγματι απαράδεκτη η μετά από αυτήν παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον αποβιώσαντα) και ειδικότερα εκθέτουν ότι οι ίδιοι δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους (και όχι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος ή ο πληρεξούσιος ή ο αντιπρόσωπός του, οι οποίοι πράγματι νομιμοποιούνταν) γνωστοποίησαν το λόγο της διακοπής, καθώς και ότι η γνωστοποίηση αυτή έγινε με τις προτάσεις (ενώ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, η γνωστοποίηση του λόγου διακοπής με τις προτάσεις δεν είναι παραδεκτή) και με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση της αγωγής (χωρίς όμως να επικαλούνται και ότι η προφορική αυτή δήλωση έγινε πριν από τη δήλωση του αναιρεσιβλήτου περί παραιτήσεώς του από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον αποβιώσαντα και ότι καταχωρήθηκε στα πρακτικά).
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 2010/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ