Legislator Case Law & Legislation
1240/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding absent party's legal notice and admissibility of arguments.

Case Number 1240/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding liability for a third-party victim. The appellants argued that the lower court erred in applying insurance laws and constitutional rights, while the opposing insurance fund failed to appear at the hearing. The court ruled that the appeal was inadmissible because the absent party had been legally summoned via the case docket, and the specific legal arguments raised were already considered and rejected by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(3) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a non-appearing party was legally and timely summoned, and any arguments not raised by the absent party are deemed inadmissible if the lower court already addressed them.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal summons admissibility of appeal absent party third party victim insurance liability procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2, and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items 1, 3, and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) item 5 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) item 6 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) item 7 of the Code of Civil Procedure
Article 11 paragraph 2 of Law 489/1976
Article 19 paragraph 5 of Law 489/1976
Article 20 of the Constitution
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 219(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1240 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1240/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Χ1 χήρας Ξ, το γένος ..., κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, 5.Χ5, 6.Χ6 και 7.Χ7, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Δημητρίου και Στυλιανό Σταματόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και την από 4-2-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 334/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-1-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 13-4-2009 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Ελένη Σπίτσα Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2, 3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 25-5-2009 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, ερήμην του αναιρεσιβλήτου, για την παρούσα δικάσιμο της 22-3-2010, κατά την οποία το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ` αριθ.... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...αποδεικνύεται ότι το αναιρεσίβλητο είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 25-5-2009 και συγκεκριμένα είχε επιδοθεί σ' αυτό ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο εκείνη.

Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόν, αφού είχε νομίμως κλητευθεί προς παράσταση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτό για την προκειμένη μετ` αναβολή δικάσιμο.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται για αποζημίωση του παθόντος τρίτου στην περίπτωση του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ/μα 237/1986, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο, ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 του άνω νόμου υποχρέωση για σύναψη σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης.

Ανασφάλιστο θεωρείται ένα αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχει συναφθεί ποτέ σύμβαση ασφάλισης, όπως επίσης όταν η συναφθείσα στο παρελθόν σύμβαση ασφάλισης λύθηκε ή ακυρώθηκε μεταγενέστερα με νόμιμο τρόπο (καταγγελία, αντίθετη συμφωνία), εφόσον επακολούθησε η κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976 γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λύσης της σύμβασης ασφάλισης από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εγκύρως χωρήσασα γνωστοποίηση.

Αντίθετα, αν μετά την εγκύρως χωρήσασα λύση της σύμβασης ασφάλισης μεταξύ των μερών, δεν επακολουθήσει η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 489/1976 γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, τότε διατηρείται η έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνη του ασφαλιστή παρά τη χωρήσασα λύση της σύμβασης ασφάλισης, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανασφάλιστο αυτοκίνητο και έτσι δεν ανακύπτει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για ζημίες προς τρίτους.

Η αγωγή του τρίτου παθόντος δύναται να στηριχθεί στην ιδιότητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως ανασφαλίστου. Σε απόκρουση τέτοιας αγωγής, το Επικουρικό Κεφάλαιο μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι είχε καταρτιστεί σύμβαση ασφάλισης. Σε τέτοια περίπτωση ο παθών τρίτος έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί με νόμιμο τρόπο, επιπλέον δε ότι έγινε γνωστοποίηση αυτής με έγγραφη επιστολή από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και ότι το ατύχημα έχει συμβεί μετά παρέλευση 16 ημερών από αυτή τη γνωστοποίηση.

Αν αποδειχτεί αυτός ο ισχυρισμός, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημίωσης. Έτσι, ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του, Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση που επικαλέστηκε το τελευταίο έχει την ευχέρεια να ερευνήσει αν η ασφάλιση κατά τον χρόνο του ατυχήματος ίσχυε ή είχε λήξει, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλει και αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό του (Ολ ΑΠ 3/2005).

Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ/τος 314/1993, εκδοθέντος προς συμμόρφωση στην 90/232 Οδηγία της ΕΟΚ, οι οποίες τροποποίησαν το άρθρο 19 του Ν. 489/1976 και ορίζουν η πρώτη ότι " δεν επιτρέπεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει" και η δεύτερη ότι " σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του Ασφαλιστή Αστικής Ευθύνης για το ποίος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου αυτοκινήτου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα.

Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να είχε καταβάλει την αποζημίωση εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε", δεν παρέχουν στήριγμα σε διαφορετική εκδοχή, αφού αυτές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, αναφέρονται σε διαφορά μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή και δεν καθιερώνουν από την αρχή δυνατότητα του παθόντος τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου, ακόμη και αν το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, να αποζημιώσει τον τρίτο και στη συνέχεια να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει απόδοση των όσων κατέβαλε (Ολ.

Α.Π. 3/2005). Ζήτημα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 3 του άνω Π.Δ. και στις σχέσεις μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και τρίτου που ζημιώθηκε δεν τίθεται, διότι δεν υπάρχει κενό δικαίου που να χρήζει ρυθμίσεως, αφού οι προϋποθέσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου απέναντι στον ζημιωθέντα τρίτο ρυθμίζονται, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.

β' του Ν 489/1976. Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 6 του ν. 489/1976, "η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για την ασφαλιστική περίοδο, η οποία ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται εκάστοτε για ίσο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη αυτής της ασφαλιστικής περιόδου ως και των επομένων, εκτός εάν τριάντα (30) ημέρες πριν από το τέλος εκάστης ασφαλιστικής περιόδου, εκάτερο των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερο με συστημένη επιστολή περί του αντιθέτου" (ΟλΑΠ 3/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Στις 6-06-1999, ο Λ (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ζ (και αυτού μη όντος διαδίκου στην παρούσα δίκη), εκινείτο στο 3° χιλιόμετρο της διπλής κατεύθυνσης, χωρίς επικάλυψη ασφαλτοτάπητα, αγροτικής οδού..., με κατεύθυνση το ..., έχοντας συνοδηγό τον Ξ(συζύγου, πατέρα και αδελφού, αντίστοιχα, των αναίρεσειόντων).

Αυτός οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, τουλάχιστον 100 χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε, όπως όφειλε και μπορούσε, αν και το επέβαλαν οι περιστάσεις, κυρίως λόγω του ότι το οδόστρωμα είχε επικάλυψη χαλίκων και παρουσίαζε σημαντική ολισθηρότητα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, να εξέλθει του οδοστρώματος, να ανατραπεί διαδοχικά τέσσερις φορές εντός παρακειμένου αγρού, σε μία απόσταση περίπου 33 μέτρων, και να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης αυτού, ο οποίος και απεβίωσε στις 18-06-1999 εξαιτίας του τραυματισμού του αυτού.

Η αποκλειστική υπαιτιότητα για την εκτροπή του αυτοκινήτου και τις συνέπειες της βαρύνουν τον οδηγό του. Μετά την έκδοση του ... ασφαλιστηρίου και τις διαδοχικές ανανεώσεις αυτού, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.", ήταν υποχρεωμένη, κατά το διάστημα από 7-05-1995 έως την 24-2-1998, να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη από την κυκλοφορία του ζημιογόνου οχήματος, ιδιοκτησίας του Ζ.

Στις 23-12-1997 από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... πράξη, με την οποία ακυρώθηκε η σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης του παραπάνω οχήματος, της οποίας η τελευταία ασφαλιστική περίοδος έληγε στις 24-02-1998. Δεδομένου, όμως, ότι δεν προκύπτει πως έχει τηρηθεί ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις του άρθρου 11 Ν. 489/1976 τύπος της γνωστοποίησης από την ασφαλιστική εταιρία της πρόωρης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε επομένως, ότι το ατύχημα συνέβη μετά την παρέλευση διαστήματος 16 ημερών από της γνωστοποιήσεως, η οποία αποτελεί κατά νόμο απαραίτητη προϋπόθεση της απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου σε κάθε περίπτωση ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, ακόμη και όταν αυτή επήλθε με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή και επομένως να διατηρείται η ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του παθόντος τρίτου και να μην ανακύπτει ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού το ζημιογόνο όχημα έναντι του ζημιωθέντος εξακολουθεί να είναι ασφαλισμένο...".

Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί ως προς αυτό η αγωγή των αναιρεσειόντων. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ειρημένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, με το να δεχθεί α) ότι δεν επρόκειτο στην προκειμένη περίπτωση για διαφορά μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και της ασφαλιστικής εταιρείας, για το ποιος θα αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο και ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο είχε δικαίωμα να επικαλεσθεί την ασφαλιστική σύμβαση, οι δε ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να ισχυρισθούν και να αποδείξουν την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ ασφαλιστή -ασφαλισμένου και την γνωστοποίηση της ακύρωσης, β) ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, γ) ότι η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976 έχει εφαρμογή και όταν η ασφαλιστική σύμβαση ακυρώνεται με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και δ) με το να παραλείψει εν προκειμένω την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 489/1976, λόγω υφισταμένου κενού δικαίου ως προς τον τρίτο ζημιωθέντα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι ανωτέρω διατάξεις δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αφού με αυτές δεν περιορίζεται το δικαίωμα του ζημιωθέντος τρίτου στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, με άσκηση αγωγής κύριας ή και επιβοηθητικής κατ' άρθρο 219 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο πέμπτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, προβάλλοντας πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτώς προταθέντα με πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρισμό τους, ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 10 παρ. 1, 11 και 19 παρ. 1 στοιχ.

β' του ν. 489/1976, 2 και 3 του π.δ. 314/1993 και 3 και 4 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, στον βαθμό που θεωρηθεί ότι έχουν το νόημα που προσέδωσε σ' αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντίκεινται στο άρθρο 20 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, εφαρμόζοντας τις εν λόγω διατάξεις.

Με τον έβδομο (τελευταίο) εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον προβληθέντα από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμό, περί του ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ανασφάλιστο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 11 του ν. 489/1976, 19 παρ. 1 στοιχ.

β', 2 και 3 του π.δ. 314/1993 και 3 και 4 της Οδηγίας 90/232/ΕΟΚ, όπως αυτές αναφέρονται κατά την έρευνα του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναίρεσης, ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβλήθηκε από το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, κατοίκων ..., Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, κατοίκων..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 334/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ