Supreme Court dismisses appeal on Article 559(8)(a) grounds, ruling facts cited were substantive arguments, not new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding damages for an illegal demand note. The appellant argued that the lower court considered facts not proposed by the respondent, specifically the defendant's knowledge of insolvency and prior threats, under Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure. The court held that these elements constituted substantive legal arguments derived from evidence evaluation rather than new independent facts, thus failing to meet the statutory threshold for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure; The court ruled that facts considered by the court of first instance, even if not formally proposed by a party, do not constitute grounds for annulment if they serve as the basis for substantive legal arguments derived from evidence evaluation rather than representing independent new facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1240/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρύδα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 23-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, "πράγματα", η λήψη υπόψη των οποίων, παρότι δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν τη βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων επικαλούμενος τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο ότι, με το να δεχτεί πως για την αναφερόμενη στην αγωγή του αντιδίκου του πράξη της παράβασης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 τιμωρήθηκε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς σε, φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 300 Ευρώ και πως η σχετική ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά από έγκληση του ενάγοντος, έλαβε υπόψη του, για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί ευθύνης του προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι κατά τα προεκτεθέντα αβάσιμος, αφού τα ανωτέρω δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της προαναφερόμενη διάταξη, αλλά πραγματικό επιχείρημα που άντλησε το δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, η παραμόφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει στηρίξει την αποδεικτική του κρίση, ως προς έναν ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, αποκλειστικώς ή κυρίως στο κρίσιμο έγγραφο και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει ιδιαιτέρως στην απόφασή του.
Εν προκειμένω, με τον εκ της ως άνω διατάξεως απορρέοντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι, αν και οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο 2407/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς και από 7-5-2001 έγκληση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αφορούν σε άλλη υπόθεση άσχετη με την κρινόμενη, εντούτοις, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, δέχθηκε πως αυτά αφορούν στην κρινόμενη υπόθεση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την κρίση του, για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, το Εφετείο τη στήριξε κυρίως στις ενώπιον του Πρωτοδικείου δοθείσες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, στα προσκομισθέντα με επίκληση λοιπά αποδεικτικά έγγραφα και στην 885/2007 ενώπιον της συμβολαιογράφου Κυριακής Τζαμπασίδου-Μπόλαρη ένορκη βεβαίωση της ..., συνεκτιμώντας απλώς και την ανωτέρω ποινική απόφαση, την οποία όχι μόνο δεν εξαίρει ιδιαιτέρως, αλλά ούτε καν την αναφέρει εναρίθμως, ενώ εξάλλου ουδόλως μνημονεύει τη σχετική ως άνω έγκληση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνεται ο παράνομος και υπαίτιος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5.960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1.325/1972 , κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές, εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις. Μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Κατά δε το άρθρο 11 του Ν.2462/1997 "Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κ.λ.π.", κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η προσωπική κράτηση, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί είτε από αδικοπραξία, είτε από σύμβαση, κατά τους όρους του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν έχει καταργηθεί. Και μόνον κατ' εξαίρεση αποκλείεται η απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του οφειλέτη προς εκπλήρωση, την οποία αυτός πρέπει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Στις αρχές του 1999, ο ενάγων, υπάλληλος της Τράπεζας Πειραιώς στην ..., δάνεισε στον εναγόμενο, διευθυντή της ίδιας Τράπεζας, στην ... το ποσό των 5.500.000 δρχ. προκειμένου ο τελευταίος να το επενδύσει στο Χρηματιστήριο, με τη συμφωνία να του το επιστρέψει στα τέλη του ίδιου έτους.
Κατά τον Οκτώβριο του έτους αυτού και λόγω της απομάκρυνσης του εναγομένου από το Υποκατάστημα ..., ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο την επιστροφή του δανείου και ο εναγόμενος του κατέβαλε 500.000 δρχ. και του παρέδωσε τραπεζική επιταγή εκδόσεώς του, πληρωτέα από τον υπ'αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στο κατάστημα ....
Η επιταγή αυτή ήταν λευκή ως προς τον τόπο, την ημερομηνία έκδοσης, την αξία της και το όνομα του λήπτη και παραδόθηκε με την συμφωνία να συμπληρωθεί από τον ενάγοντα ως προς το υπόλοιπο ποσό της οφειλής, με το όνομα του ενάγοντα ως λήπτη, με τόπο έκδοσης την ... και με μεταχρονολογημένη ημερομηνία έκδοσης επιλογής του, αν ο εναγόμενος δεν του επέστρεφε ως το τέλος του 1999 το οφειλόμενο ποσό των 5.000.000 δρχ.
Ο ενάγων όχλησε επανειλημμένα τον εναγόμενο μετά την 31-12-1999 προκειμένου να του καταβάλει το παραπάνω ποσό και επειδή ο τελευταίος αρνιόταν να του το επιστρέψει, αυτός συμπλήρωσε την επίδικη επιταγή και αφού ανέγραψε ως ημερομηνία έκδοσης την 12-12-2002, την εμφάνισε προς πληρωμή, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων του εναγομένου εκδότη της.
Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε εξ άλλου ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο εκδόσεως της επίδικης επιταγής, αλλά και εμφανίσεως αυτής, γνώριζε ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Αποτέλεσμα της παράνομης αυτής ενέργειας του εναγομένου ήταν να υποστεί ο ενάγων ζημία, ίση με το ποσό της επιταγής.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ενόψει όλων αυτών των συνθηκών τέλεσης αδικοπραξίας, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, του πόνου και της στενοχώριας που υπέστη ο ενάγων από αυτή και των λοιπών περιστάσεων, ήτοι της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων μερών, έπρεπε να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο εναγόμενος.
Επομένως, κατά τα παραπάνω, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος και μάλιστα για το συνολικό ποσό των 15.673,51 ευρώ ήτοι 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 + 1000 ευρώ = 15.673,51 ευρώ και μάλιστα το ποσό των 14.673,51 ευρώ νομιμοτόκως από την ημέρα οχλήσεως 13-12-2002, εφόσον αποδεικνύεται η όχληση, καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ και αυτό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι πρέπει να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του εναγομένου, λόγω της αδικοπραξίας, η διάρκεια της οποία πρέπει να ορισθεί ενόψει του ύψους της απαίτησης σε έξι (6) μήνες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 15.673,51 Ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εν αυτή διακρίσεις και με προσωπική του κράτηση διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή από το Εφετείο και άρα για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 ν. 2462/1977, είναι αβάσιμος, καθόσον, προκειμένη απαιτήσεως από αδικοπραξία, δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 73/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ