Legislator Case Law & Legislation
1240/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds not raised in lower court and procedural errors.

Case Number 1240/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a construction support dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to declare the lawsuit inadmissible due to vagueness and by ignoring specific evidence. The court ruled that the appeal grounds were not properly raised before the Court of Appeals and that the lower court correctly evaluated the evidence and applied the law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562(2) C.P.D.; Art. 559(14) C.P.D.: An appeal ground based on a claim not legally proposed before the court of first instance is inadmissible, and vague claims do not constitute a public order issue requiring re-examination at the appellate stage.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds procedural error vague claim court of first instance public order issue evidence evaluation construction support

Cited Legislation

AI generated
Art. 562(2) C.P.D.
Art. 559(14) C.P.D.
Art. 559(1) C.P.D.
Art. 559(8) C.P.D.
Art. 559(11) C.P.D.
Art. 300 A.C.
ac
Art. 330 A.C.
ac
Art. 914 A.C.
ac
Art. 932 A.C.
ac
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1240 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1240/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Παντελής Μήτσης, που ανακάλεσε την από 31.12.2007 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και Δημοσθένης Δημοσθένους.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Εμμανουήλ-Μηνάς Σταύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.01.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 13/1999 προδικαστική, 194/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 194/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 07.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δε προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, εκτιμώμενο ως λόγο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (όχι και 9), προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, η οποία (αοριστία) προκλήθηκε από τον περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, χωρίς να διευκρινίζεται ποια από τα περισσότερα κονδύλια της αγωγής αυτής αφορά ο περιορισμός.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη κονδύλιό της, λόγω ελλειπούς παραθέσεως πραγματικών περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την σχετική αξίωση.

Από την επισκόπηση όπως των από 10/2/2006 προτάσεων του αναιρεσείοντος (τότε εφεσίβλητου) ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες φέρεται ότι προβλήθηκαν στην κατ' έφεση δίκη οι περί των αοριστιών αυτών ισχυρισμοί, προκύπτει ότι στο εν λόγω δικόγραφο δεν περιέχονται τέτοιοι ισχυρισμοί. Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 914 Α.Κ. για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλήφθηκε.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, εφόσον πρόκειται για πρόσωπο που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο, και από κανόνες που κατά νόμο ή κατά κοινή αναγνώριση είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό και επιβάλλουν την επιχείρηση ορισμένων ενεργειών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 πδ 1073/1981, οι πολιτικοί μηχανικοί κατά την εκσκαφή οικοπέδου για τη θεμελίωση οικοδομής επιβάλλεται να προβαίνουν, προς το σκοπό της αντιστηρίξεως ομόρων κτιρίων, σε μεθοδική και τεχνική υποθεμελίωσή τους, στην απαιτούμενη έκταση και στα απαιτούμενα βάθη.

Μεταξύ των κατάλληλων προς τούτο μεθόδων αναφέρεται η τμηματική αντιστήριξη δια ντουλαπιών στις κατάλληλες αποστάσεις, ή και η κατασκευή αερογεφυρών αντιστηρίξεως, η καθολική αγκύρωση με ή χωρίς κατακόρυφα στοιχεία κλπ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως μέτρο ασφαλείας, απαιτείται οπωσδήποτε η υποθεμελίωση των ομόρων οικοδόμων, με τη χρήση των κατά περίπτωση προσφόρων μεθόδων και τη λήψη μέτρων που είναι κατάλληλα, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών, σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες.

Εξάλλου, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τέλος, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., επί αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου, η οποία, μεταξύ άλλων στράφηκε και κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) είναι κύριος παλαιάς τριώροφης οικοδομής που συνορεύει προς βορρά με οικόπεδο συνιδιοκτησίας των Α1 και Α2.

Στο οικόπεδο αυτό του εκκαλούντος υπήρχε παλαιά τριώροφη οικία χρονολογούμενη από το έτος 1900 περίπου. Κατά την ανέγερση της οικίας δεν κατασκευάσθηκε δικός της τοίχος προς την πλευρά του οικοπέδου Α1-Α2, αλλ' αυτή στηρίχθηκε σε τοίχο προϋπαρχούσης στο οικόπεδο οικίας, ο οποίος κατέστη έτσι μεσότοιχος των δύο οικιών.

Το έτος 1980 περίπου κατεδαφίστηκε η οικία του οικοπέδου Α1-Α2, πλην του ανωτέρω μεσοτοίχου. Το έτος 1970 περίπου έγιναν διάφορες προσθήκες και επεμβάσεις στην ανωτέρω οικία του ενάγοντος. Συγκεκριμένα, αντικαταστάθηκε τμήμα των πέτρινων τοίχων της με τοίχους από οπτοπλινθοδομή και η παλαιά στέγη του διώροφου τμήματός της με πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα, η οποία στηρίχθηκε στους δύο πλευρικούς τοίχους.

Στην πλάκα κατασκευάσθηκε μεταγενέστερα κουζίνα, λουτρό και δύο εξώστες. Τόσο η κατεδάφιση της οικίας Α1-Α2, όσο και οι επεμβάσεις στην οικία του εκκαλούντος, δεν δημιούργησαν πρόβλημα στην στατική επάρκεια της τελευταίας. Σ' όλο το ανώτερο χρονικό διάστημα και μέχρι της κατεδαφίσεώς της, σύμφωνα με τα κατωτέρω, οι δύο ανώγειοι όροφοι της εν λόγω κατοικίας ήταν μισθωμένοι και κατοικούνταν.

Η οικία αυτή κρίθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ότι αποτελεί αξιόλογο δείγμα αρχιτεκτονικής και, για το λόγο αυτό, κρίθηκε διατηρητέα. Το έτος 1997 ο αναιρεσείων, αρχιτέκτων μηχανικός, ανέλαβε τη μελέτη και την εκπόνηση σχεδίων για την ανέγερση διωρόφου οικοδομής με υπόγειο στο ανωτέρω οικόπεδο, καθώς και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Η ανέγερση της οικοδομής άρχισε στις αρχές του μηνός Μαΐου 1997 με την εκσκαφή του οικοπέδου εν επαφή προς το μεσότοιχο και την κατασκευή στο τμήμα τούτων των θεμελίων της νέας οικοδομής, τα οποία ήταν χαμηλότερα κατά ένα μέτρο σε σχέση με τη στάθμη θεμελιώσεως του μεσοτοίχου. Πλην, όμως, ο εναγόμενος δεν έλαβε προηγουμένως τα αναγκαία μέτρα αντιστηρίξεως της παλαιάς οικίας του ενάγοντος, τα οποία θα απέτρεπαν οποιαδήποτε ζημία αυτής από τις εργασίες ανεγέρσεως της νέας οικοδομής.

Ενόψει της παλαιότητας της οικίας, της εν γένει καταστάσεώς της και του ότι η στάθμη θεμελιώσεως της νέας οικοδομής ήταν χαμηλότερη, μεταξύ των μέτρων αυτών ήταν και η προηγούμενη κατασκευή υποθεμελιώσεως του εν λόγω μεσοτοίχου (άρθρα 92 παρ. 3 νδ 8/1973, 4 πδ 1073/1981), αφού αυτή θα επέτρεπε την ασφαλή μεταφορά των φορτίων του μεσότοιχου στη στάθμη θεμελιώσεως του νέου κτιρίου και την ανεξαρτητοποίηση παλαιού και νέου κτιρίου στατικώς.

Αντ' αυτού ο εναγόμενος προχώρησε στην τμηματική θεμελίωση της νέας οικοδομής δίπλα στον ανωτέρω μεσότοιχο, χωρίς τη λήψη των παραπάνω μέτρων. Συγκεκριμένα, σκάπτονταν το οικόπεδο εν επαφή προς το μεσότοιχο σε μήκος δύο μέτρων και ακολουθούσε καλούπωμα, σιδέρωμα και σκυροδέτηση του τμήματος αυτού. Μετά το στέγνωμα του υλικού, ακολουθούσε η ίδια σειρά εργασιών στο επόμενο, του ιδίου μήκους, τμήμα, χωρίς, τουλάχιστον να έχει προηγηθεί επίχωση του προηγουμένου τμήματος, ώστε το έδαφος να επανέρχεται στην προ της εκσκαφής στάθμη του.

Την 20.5.1997 και ενώ υπολείπονταν η θεμελίωση του τελευταίου τμήματος της πλευράς του νέου κτιρίου προς το μεσότοιχο, μήκους του τμήματος αυτού 3,55 περίπου μέτρων, από το συνολικό μήκος των 12,05 περίπου μέτρων της πλευράς, κατά την εκσκαφή του αναγκαίου ερείσματος του ανωτέρω μεσοτοίχου επί του εδάφους, προκλήθηκαν, αποκλειστικά και μόνο από το γεγονός τούτο, ρήγματα στον εν λόγω μεσότοιχο, σημαντική απόκλιση αυτού από την κατακόρυφο, έντονη ρηγμάτωση, αποκόλλησή του από την υπόλοιπη οικία και μερική κατάρρευσή του, με περαιτέρω ταυτόχρονη συνέπεια την αποκόλληση των πατωμάτων της οικίας του εκκαλούντος και τη μερική κατάρρευση αυτής.

Συνεπεία των προβλημάτων της αυτών, η ανωτέρω οικία του εκκαλούντος κρίθηκε αρμοδίως ως επικινδύνως ετοιμόρροπη και κατεδαφιστέα και τελικώς κατεδαφίστηκε. Ενόψει τούτων, δέχθηκε το Εφετείο, οι παραπάνω ζημίες και η, εξαιτίας αυτών, κατεδάφιση της οικίας οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου.

Και τούτο, διότι αυτός, κατά την επίβλεψη εκτελέσεως του έργου, δεν έλαβε, πριν αρχίσει η εκτέλεσή του, τα αναγκαία μέτρα αντιστηρίξεως του μεσοτοίχου. Ήτοι δεν προέβη προηγουμένως σε υποθεμελίωση του μεσοτοίχου, καίτοι η εργασία αυτή ήταν αναγκαία για να αποτραπούν οι παραπάνω ζημιές στο μεσότοιχο και στην υπόλοιπη οικία του ενάγοντος.

Επίσης, δεν έλαβε ούτε κάποιο άλλο μέτρο αντιστηρίξεως του μεσοτοίχου. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν προέβη ούτε σε επίχωση των τμημάτων εκσκαφής της πλευράς του νέου κτιρίου προς τον ανωτέρω μεσότοιχο, προ της εκσκαφής του επομένου τμήματος. Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών, ήταν να αποστερηθεί ο μεσότοιχος, λόγω των εργασιών εκσκαφής για τη θεμελίωση του νέου κτιρίου, του αναγκαίου ερείσματος με συνέπεια να επέλθει το ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο θα είχε αποτραπεί αν ο εναγόμενος είχε προβεί στις ενέργειες που παρέλειψε.

Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, ο εναγόμενος δεν επέδειξε συμπεριφορά την οποία θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο, αλλά, ενεργώντας αντιθέτως προς τους κοινώς παραδεδεγμένους κανόνες, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας της οικίας του εκκαλούντος, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του ενάγοντος ως προς την πρόκληση των ανωτέρω ζημιών, διότι, ναι μεν ο ανωτέρω μεσότοιχος δεν ήταν οργανικά συνδεδεμένος με τους υπόλοιπους τοίχους της οικίας, πλην όμως, δεν αποδείχθηκε η αλήθεια των ισχυρισμών του εναγομένου ότι ο ενάγων ή ο μηχανικός του τον διαβεβαίωσαν ψευδώς, εν γνώσει τους, περί του αντιθέτου, ότι αυτός (εναγόμενος) ζήτησε από τον ενάγοντα να εισέλθει στην οικία του, για να διαπιστώσει την οργανική ή μη σύνδεση του μεσοτοίχου με τα υπόλοιπα στοιχεία της οικοδομής και ότι ο τελευταίος δεν επέτρεψε τούτο.

Τέλος το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, ενόψει των ανωτέρω και ειδικότερα του είδους, της φύσεως και της εκτάσεως των ζημιών του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία, της ελλείψεως υπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση των εν λόγω ζημιών του, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη αδικοπραξία, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου κατά την τέλεση της αδικοπραξίας και της στεναχώριας την οποία δοκίμασε από την παραπάνω αιτία ο ενάγων, αυτός υπέστη ηθική βλάβη από την επίδικη αδικοπραξία και της συνέπειές της, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων τα οποία προαναφέρθηκαν, όπως και των συνθηκών τελέσεως της εν λόγω αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, του είδους της προσβολής, την οποία υπέστη ο ενάγων, της αμετάκλητης σχετικής καταδίκης του εναγομένου μηχανικού για παράβαση, κατά την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, των κανόνων της οικοδομής (άρθρο 286 ΠΚ) και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, εκ των οποίων ο ενάγων ήταν αρτοποιός, ηλικίας 63 ετών, έγγαμος με τρία τέκνα, απαιτείται, ως εύλογο το ποσό των 14.000 ευρώ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: Α) Δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 του πδ 1073/1981, ερμηνεύοντάς την ψευδώς. Διότι ορθώς δέχθηκε ότι, από τη διάταξη αυτή και τους καλούμενους προς συμπλήρωσή της κοινώς παραδεκτούς τεχνικούς κανόνες, προκύπτει ότι, πέραν των όσων έπραξε ο εναγόμενος μηχανικός ("σιδέρωμα και σκυροδέτηση" κάθε τμήματος κατά τα ανωτέρω), έπρεπε, για να είναι αποτελεσματική η στήριξη του μεσοτοίχου, να προηγηθεί υποθεμελίωσή του για τη ασφαλή μεταφορά των φορτίων του στη στάθμη της θεμελιώσεως του νέου κτιρίου καθώς και επίχωση του κάθε τμήματος πριν επιχειρηθεί εκσκαφή του επομένου.

Εξάλλου η απλή μνεία, εντός παρενθέσεως, του μη ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρου 93 του ν.δ. 8/1973 δεν έχει την έννοια της εφαρμογής κανόνων διαφορετικών από αυτές που ανωτέρω εφαρμόσθηκαν. Β) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 ΑΚ, αφού υπό τα περιστατικά που έγιναν δεκτά θεμελιώνεται πταίσμα (αμέλεια) του εναγομένου, όχι όμως και συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος.

Γ) ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 932 ΑΚ, μη αρκεσθέν σε λιγότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο απαιτούνται, δεδομένου ότι από όσα έγιναν δεκτά προκύπτει το πταίσμα (αμέλεια) του εναγομένου και καθίσταται δυνατή η εκτίμηση της βαρύτητάς του, ενώ γίνεται μνεία της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων, όπως αυτή κατ' αρχήν εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο.

Τέλος, το Δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ως άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου σχετικώς με το ζήτημα της παραλείψεως του εναγομένου να προβεί στις επιβαλλόμενες για τη στήριξη της όμορης οικοδομής ενέργειες.

Η παραδοχή ότι ο διάδικος αυτός δεν προέβη στην απαιτούμενη υποθεμελίωση του μεσοτοίχου και ότι τα ληφθέντα μέτρα υποστηρίξεως του μεσοτοίχου δεν ήταν αρκετά είναι σαφής, η δε διαπίστωση ότι "δεν έλαβε ούτε κάποιο άλλο μέτρο αντιστηρίξεως του μεσοτοίχου", παρά το ότι γίνεται δεκτό ότι προέβαινε σε "σιδέρωμα και σκυροδέτηση" κατά τα ανωτέρω, δεν δημιουργεί αντιφατικότητα, που καθιστά αδύνατο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου, αφού έχει την έννοια ότι το τελευταίο τούτο μέτρο ήταν ανεπαρκές.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, οι δε περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το πρώτο (κατ' ορθήν υπαγωγή εκ του άρθρ. 559 αριθ. 1, όχι και 8) μέρος του, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα.

Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα: τις καταθέσεις των μαρτύρων ....., .....και ....., την ..... έκθεση των πολ. Μηχανικών ..... και .....

και τη σχετική παροχή διασαφήσεων, το ..... έγγραφο της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ..... και τα 52/1998 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.10.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 194/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ