Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of cyclist's sole fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the victims against the final judgment of the Larissa Court of Appeal regarding a traffic accident. The lower court determined that the cyclist was solely responsible for the collision because he suddenly and illegally changed direction to cross the road without checking for safety or signaling. The Supreme Court upheld this finding, rejecting the appellants' arguments that the car driver exceeded speed limits or failed to leave sufficient space, noting the cyclist's actions were the direct cause of the crash.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged failure to consider evidence or incorrect application of law is inadmissible if the lower court's reasoning is clear, logical, and sufficient to establish the facts and legal conclusions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1240 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1240/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 συζ. Χ1 και 3. Χ3, τελούντος υπό δικαστική συμπαράσταση του πατρός του Χ1, κατοίκων όλων..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Σαμαρά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 χήρας Ψ2, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ψ3, κατοίκου ... και 2. ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α.", ως διαδόχου της "AGF KOSMOS Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1001/1997 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Μετά από άσκηση αναίρεσης εκδόθηκε η 513/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 789/2001 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Απριλίου 2002 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο, κατ'εκτίμηση, τις αιτιάσεις: α) ότι δεν έλαβε υπόψη τις κατά την προανάκριση και την πρωτοβάθμια δίκη μαρτυρικές καταθέσεις του ... και την έκθεση αυτοψίας με το σχετικό διάγραμμα του Υπαστυνόμου ..., δηλαδή στοιχεία από τα οποία, κατά τους ίδιους (αναιρεσείοντες), προκύπτει η υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο το οδηγούμενο από τον Ψ2 ζημιογόνο αυτοκίνητο και β) ότι δέχθηκε, χωρίς να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και χωρίς να προταθεί, πως ο οδηγός του ποδηλάτου (τρίτος των αναιρεσειόντων) επεχείρησε ελιγμό όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε πλησιάσει σε απόσταση περίπου πέντε (5) μέτρων από αυτόν. 'Όμως, από τη βεβαίωση του εφετείου ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη πλην άλλων "και πάντα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων στη σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, η από 29-7-1992 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Λαρίσης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα", καθώς και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων στο αναιρετήριο ως άνω αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο λόγος αυτός, υπαγόμενος ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση στη ρύθμιση του αριθμού 11 περ.γ' - και 'χι του αριθμού 1- του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση ο ίδιος λόγος, του οποίου επιχειρείται η στήριξη στο άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Η υποχρέωση του εν λόγω δικαστηρίου να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος, κατ' αποδοχή λόγου αναιρέσεως, επέλυσε (βλ. και άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ). Έτσι, σε περίπτωση αναιρέσεως αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξαιτίας της οποίας δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών γεγονότων στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση, αφού με αυτή δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα.
Εν προκειμένω, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με τη 1001/1997 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, εκδοθείσα επί της από 21.6.1996 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και επί της δια των προτάσεων ασκηθείσας αντεφέσεως των αναιρεσειόντων, απορρίφθηκαν τα ένδικα αυτά μέσα κατά της 48/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για το αναφερόμενο σ'αυτή τροχαίο ατύχημα ήταν ο ήδη εξ άλλης αιτίας θανών και κληρονομηθείς από τους αναιρεσιβλήτους οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο τραυματισθείς κατά το εν λόγω ατύχημα τρίτος των αναιρεσειόντων, έγινε εν μέρει δεκτή η από 16.3.1994 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων και καταδικάστηκαν οι τελευταίοι να πληρώσουν στους πρώτους τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη αντιστοίχως που υπέστησαν εξαιτίας του τραυματισμού του τρίτου από αυτούς, τέκνου των λοιπών δύο αναιρεσειόντων.
Με την 513/1999 απόφασή του, εκδοθείσα επί της από 10.3.1998 αιτήσεως αναιρέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, ο Άρειος Πάγος, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου αυτής, ανήρεσε την άνω εφετειακή απόφαση (1001/1997) για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικότερα για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Οι ανεπαρκείς αιτιολογίες συνίστανται, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος, στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του ποδηλάτου (τρίτος των αναιρεσειόντων) επεχείρησε απροειδοποίητα αντικανονικό ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει στο χωματόδρομο και ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου προσπάθησε να προσπεράσει αντικανονικά το ποδήλατο, χωρίς να αφήσει παραπλεύρως του ποδηλάτη αρκετό χώρο, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει, δεν διευκρινίζει από ποιά απόσταση μπορούσε ο οδηγός αυτός να αντιληφθεί τον προς τα αριστερά αντικανονικό ελιγμό του ποδηλάτη και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να αντιδράσει για να μην επιπέσει με το αυτοκίνητο που οδηγούσε και να μην κτυπήσει το ποδήλατο στο μέσο της αριστερής πλευράς.
Μετά την αναίρεση της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του ίδιου εφετείου, με την οποία κρίθηκε ως αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του ο τρίτος των αναιρεσειόντων οδηγός του ποδηλάτου και, ύστερα από εξαφάνιση της αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου, απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, καθόσον παρέλειψε να αποφανθεί επί των ως άνω πραγματικών γεγονότων, για την έλλειψη αναφοράς των οποίων αναιρέθηκε η προηγούμενη 1001/1997 απόφασή του λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η 513/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν ήταν δεσμευτική για το εφετείο, αφού με αυτή δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996).
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, επειδή πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Δεδομένου δε ότι η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται διαμέσου των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής, αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των εν λόγω εννοιών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο τραυματισμός του τρίτου των αναιρεσειόντων από το ... αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης αυτού Ψ2 και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία επήλθε υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Την 29.7.1992 και περί ώρα 10.30' στο 4ο χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ..., πλησίον της Κοινότητας ... του Νομού ...ς, ο τρίτος των αναιρεσειόντων, ηλικίας τότε 13 ετών, εκινείτο με το στερούμενο αριθμού κυκλοφορίας ποδήλατό του, κατευθυνόμενος προς τη ..., στο δεξιό άκρο της εν λόγω οδού, πλάτους περίπου 7,20 μέτρων. Πίσω του ακολουθούσε, οδηγώντας το άνω αυτοκίνητο προς την ίδια κατεύθυνση, ο Ψ2, ο οποίος, προτιθέμενος να ενεργήσει υπέρβαση του προπορευόμενου ποδηλάτου από αριστερά, γνωστοποίησε την πρόθεσή του αυτή με τη χρήση των δεικτών πορείας του αυτοκινήτου, πλην όμως, όταν πλησίασε σε απόσταση περίπου πέντε (5) μέτρων από τον ποδηλάτη, ο τελευταίος επεχείρησε αιφνιδίως και αντικανονικώς να αλλάξει πορεία προς τα αριστερά, προκειμένου να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα και να εισέλθει σε ευρισκόμενο στην αντίθετη πλευρά χωματόδρομο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν υπήρχε δυνατότητα ακίνδυνης για τον ίδιο πραγματοποιήσεως της εν λόγω ενέργειάς του, ούτε να καταστήσει γνωστή τη σχετική πρόθεσή του με οποιονδήποτε τρόπο (λ.χ.
με έκταση του χεριού του προς τα αριστερά), ούτε να προσεγγίσει προοδευτικώς τον κεντρικό άξονα της οδού, όπου υπήρχε συνεχής διαχωριστική γραμμή ενδεικτική της απαγορεύσεως της άνω ενέργειάς του. Μη αναμένοντας την αντικανονική αυτή ενέργεια του ποδηλάτη, ο οδηγός του αυτοκινήτου, παρά τον αιφνιδιασμό του, επεχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά και παραλλήλως προέβη σε πέδηση του αυτοκινήτου, χωρίς ωστόσο να αποφύγει τη, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του, παράσυρση και τον εντεύθεν σοβαρό τραυματισμό του ποδηλάτη στον κεντρικό άξονα της οδού.
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της παρασύρσεώς του από το αυτοκίνητο και του τραυματισμού του υπήρξε ο τρίτος των αναιρεσειόντων, απέρριψε δε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί αποκλειστικής, άλλως συντρέχουσας, υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, δεχθέν α) ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο από τις περιστάσεις όριο των 50 χιλιομέτρων ωριαίως, β) ότι το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας, επί του οποίου εκινείτο ο άνω οδηγός, ήταν 3,60 μέτρα, γεγονός που του επέτρεπε την απρόσκοπτη και ακίνδυνη για τον ποδηλάτη προσπέρασή του από την αριστερή πλευρά και γ) ότι δεν αποδείχθηκε πως ο εν λόγω οδηγός, κατά την προσπάθειά του να προσπεράσει τον ποδηλάτη, δεν άφησε σ'αυτόν αρκετό χώρο, ώστε τούτο να θεωρηθεί ως η αιτία του ατυχήματος.
Με τις εκτεθείσες παραδοχές το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του τρίτου των αναιρεσειόντων, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2002 αίτηση των Χ2 κλπ για αναίρεση της 789/2001 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ