Legislator Case Law & Legislation
123/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on parallel employment in public utility company. Appeal rejected due to lack of legal basis.

Case Number 123/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred in rejecting his claim for parallel employment, but the court found the lower court's reasoning based on Article 656 of the Civil Code and the DEH Labor Regulations to be sound and free from contradictions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 656 Civil Code; Art. 17 DEH Labor Regulations: The court must not set aside a lower court's decision based on substantive presumptions that are not subject to appellate review if the lower court provided clear and consistent reasoning connecting the facts to the statutory provisions.

Keywords

AI generated
labor dispute parallel employment public utility company appellate review substantive presumptions legal costs dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 656 of the Civil Code
Art. 17 of the DEH Labor Regulations
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 para. 1 item b of the Code of Civil Procedure
Art. 556 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 614 no. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123 /2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ο. του Ζ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2011 (με αριθμό κατάθεσης 16.553/2011) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την με αριθμό κατάθεσης 19.066/19-7-2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10784/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 977/2017 μη οριστική και 53/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες αναιρέσεις και εκδόθηκε η 1210/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 1148/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη από 17-10-2023 αίτηση αναιρέσεως (2568/244/2023) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 1148/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 17-10-2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2011 (16.553/2011) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εξεδόθη η 10784/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εκδοθείσα κατά την τότε ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663-676 ΚΠολΔ) η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα συνολικό ποσό 95.629,50 Ευρώ.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση αμφότεροι οι διάδικοι και εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων, η 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος Κ. Ο., β) έκανε (μερικώς) δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του παραπάνω ενάγοντος, επιδικάζοντας σε αυτόν συνολικό ποσό 85.923,86 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, πλέον ποσού 2.000 ευρώ ως ηθική του βλάβη.

Και οι δύο διάδικοι, ενάγων και εναγομένη, άσκησαν τις από 28-2-2020 και 21-2-2020 αιτήσεις αναιρέσεως αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκε η 1210/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του ενάγοντος και έγινε δεκτή η αίτηση της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, αναιρέθηκε η 53/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Τελικώς εξεδόθη η προσβαλλομένη 1148/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο, κατά (μερική) παραδοχή της εφέσεως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξη για επιδίκαση μισθών υπερημερίας (ύψους 85.923,86), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας νομιμότοκα στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ποσό 7.828,97 ευρώ για το ως άνω κονδύλιο.

Ήδη με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων αιτείται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. 1) Με τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β` του Α.Κ., ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο μισθωτός ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. ...

Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να αποκλείσει τον πλουτισμό του εργαζομένου από τη μη παροχή της εργασίας του. Η ωφέλεια πρέπει να είναι πραγματική και να πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο, που θα παρεχόταν η εργασία από τον μισθωτό, αν αυτή δεν είχε αποκρουστεί. Επομένως από τις οφειλόμενες από τον εργοδότη αποδοχές υπερημερίας, ο τελευταίος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλ.

από τη χρησιμοποίηση του χρόνου που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και από την αξιοποίησή του είτε με αυτοαπασχόληση, είτε με παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη, από την οποία αποκόμισε ωφέλεια. Αναγκαία, δηλαδή, κατά νόμο προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι η ωφέλεια αυτή να συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα.

Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υπερημερία του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση (προϋπάρχουσα ή μη) εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του... Για να είναι κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζεται σε ποιον συγκεκριμένο εργοδότη απασχολήθηκε ο μισθωτός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας του και το ύψος των αποδοχών που είχε από την ενασχόληση του αυτή στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, ως και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που απεκόμισε ο εργαζόμενος.

Στην περίπτωση δε που ο εργαζόμενος ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα, πρέπει να προσδιορίζονται οι εν λόγω επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (ΑΠ 1451/2019). 2α) κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω δε λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 4/2021). β) Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατ' ορθή εκτίμηση αυτού προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αρ. 1, 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο, προβαίνοντας σε συμψηφισμό (επί των αξιώσεων του ενάγοντος από μισθούς υπερημερίας) των εισοδημάτων που εκείνος αποκέρδαινε από την ενάσκηση παράλληλου ελευθερίου επαγγέλματος, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 656 β ΑΚ και 105 του ΕισΝΑΚ.

Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω, ανέλεγκτες ως προς την ουσιαστική του κρίση, παραδοχές, που συνάπτονται με τις παραπάνω αποδιδόμενες πλημμέλειες: [σελ. 20-21] "Ο ενάγων, κάτοχος πτυχίου ηλεκτρολόγου μηχανικού και υπολογιστών του Α.Π.Θ., μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, και δη από 1-6-2006 μέχρι 31-3-2011, άσκησε ως ελεύθερος επαγγελματίας επιχειρηματική δραστηριότητα εμπορίας και επισκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Συγκεκριμένα πέραν της εμπορίας Η/Υ, παρείχε υπηρεσίες επισκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανάπτυξης και συντήρησης δικτύων, ανταλλακτικών ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς και αναλώσιμων αυτών. Από τις προσκομιζόμενες Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 και τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων οικονομικών ετών, αποδεικνύεται ότι τα καθαρά εισοδήματα του από την ως άνω ατομική επιχειρηματική του δραστηριότητα, ανήλθαν α) το οικονομικό έτος 2007, στο ποσό των 21.796,10 ευρώ, β) το οικονομικό έτος 2008, στο ποσό των 13.197.67 ευρώ, γ) το οικονομικό έτος 2009, στο ποσό των 19.202,70 ευρώ, δ) το οικονομικό έτος 2010, στο ποσό των 5.901,80 ευρώ ε) το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 23.934,16 ευρώ και στ) το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 12.576,73 ευρώ.

Σημειώνεται ότι τα αντίστοιχα οικονομικά στοιχεία του ενάγοντος, που προκύπτουν από τα ως άνω φορολογικά στοιχεία των οικονομικών ετών 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 αφορούν τα εισοδήματα του προηγούμενου κάθε φορά φορολογικού έτους. Ως εκ τούτου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και δη από 1-6-2006 μέχρι 31- 3-2011, απ' την λειτουργία της ατομικής του επιχείρησης, τα καθαρά εισοδήματα του ενάγοντος ανέρχονται: ...

συνολικά για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 78.094,89 ευρώ. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση της εναγόμενης του άρθρου 656 εδ.β ΑΚ, και κατόπιν συμψηφισμού, της ουσιαστικά βάσιμης ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-6-2006 μέχρι 31-3-2011, ύψους 85.923,86 ευρώ, με τα καθαρά εισπραχθέντα εισοδήματα του κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, να επιδικασθεί σε αυτόν η διαφορά εκ 7,828,97 ευρώ(85.923,86 - 78.094,89)".... [σελ. 22].

Ο ενάγων με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διατείνεται ότι η ως άνω ατομική επαγγελματική του δραστηριότητα, ουδεμία σχέση είχε με τις υπηρεσίες που θα προσέφερε το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ως μισθωτός υπάλληλος της εναγομένης και ότι ως εκ τούτου μη έχουσα αιτιώδη συνάφεια η ως άνω δραστηριότητα του με την υπερημερία της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού.

Εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β ΑΚ, δεν απαιτείται συνάφεια ως προς το είδος της παρεχόμενης στην εναγομένη - εργοδότρια εργασία με την τυχόν αλλαχού προσφερόμενη εργασία κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και επομένως απορρίπτεται ο εν λόγω ισχυρισμός, ως μη νόμιμος".

Από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασηςσαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι, από τις δικαιούμενες από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα αποδοχές υπερημερίας, έπρεπε, κατόπιν σχετικής ενστάσεως, να αφαιρεθούν τα ποσά που αποκέρδαινε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την άσκηση παραλλήλου ελευθερίου επαγγέλματος, που μπόρεσε να ασκήσει απρόσκοπτα ως εκ της μη απασχολήσεώς του από την αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 656 β ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προαναφέρθηκε (αρ. 1 νομική σκέψη), η ωφέλεια του εργαζομένου από την αξιοποίηση του χρόνου που απελευθερώθηκε, δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από παροχή εξηρτημένης εργασίας, αλλά μπορεί και από ελεύθερο επάγγελμα.

Διέλαβε δε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η δε φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ για την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, πρωτίστως διότι η αναιρεσίβλητη, ανεξαρτήτως ότι αποτελεί "δημόσια επιχείρηση" του Ν. 3429/2005, τυγχάνει από πολλών ετών Ανώνυμη Εταιρία (αρθ. 30 Ν. 1914/1990 και 22 Ν. 1947/1991)και ως εκ τούτου δεν δύνανται να εφαρμοσθούν, ούτε αναλόγως, οι διατάξεις των άρθρων 105-106 του ΕισΝΑΚ, οι οποίες αναφέρονται σε όργανα του Δημοσίου και όχι των ΝΠΙΔ (ΑΠ 284/2024).

Κατά το άρθρο 17 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Α.Ε.(ΝΔ 210/1974, ΦΕΚ Α' 364/1974),ως τροποποιημένος ισχύει: "1. Απαγορεύεται σε μισθωτό η παροχή υπηρεσιών σε άλλο εργοδότη" ...3. Ο Γενικός Διευθυντής δύναται να χορηγεί άδεια διδασκαλίας ή παροχής υπηρεσιών εκτός ΔΕΗ, με τους περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας. 4. Απαγορεύεται η απασχόληση των μισθωτών κατά τις ώρες εργασίας τους για προσωπικές ή ξένες προς το έργο τους ασχολίες"".

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1 και 17 του Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας.

Εν προκειμένω το Εφετείο διέλαβε τις εξής ενδιαφέρουσες, για την εξέταση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, παραδοχές: [σελ. 24] "...ναι μεν καταρχήν, όπως ισχυρίζεται και ο ενάγων, επιτρέπεται η απασχόληση του μισθωτού υπαλλήλου της ΔΕΗ, σε ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, πλην όμως κατόπιν έγκρισης και χορήγησης αδείας του Διοικητή και πάντοτε μετά το πέρας του ωραρίου του ήτοι των 48 ωρών εβδομαδιαίως. Με αυτά τα δεδομένα ουδόλως αποδείχθηκε καταρχήν ότι ενώ ο ενάγων, θα ήταν μισθωτός της εναγομένης, θα διατηρούσε και την εν λόγω ατομική επιχείρηση, την οποία αναγκάσθηκε να λειτουργήσει στα πλαίσια της επαγγελματικής και οικονομικής του αποκατάστασης και προς βιοπορισμό του.

Επιπλέον ουδόλως αποδείχθηκε, αφενός ότι ο ενάγων ως μισθωτός της εναγομένης, θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη άδεια του Διοικητή της ΔΕΗ, για παροχή των υπηρεσιών του, εκτός ΔΕΗ, και αφετέρου ότι μετά την εκτέλεση εργασίας 48 ωρών εβδομαδιαίως, θα μπορούσε να λειτουργήσει και μάλιστα τόσο αποδοτικά οικονομικά, όπως αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία, την επιχείρηση του, αφού αναγκαστικά δεν θα λειτουργούσε τις καθημερινές από το πρωί μέχρι την 15.00 ή 16.00 μ.μ., ανάλογα με το παρεχόμενο ωράριο εργασίας του, αλλά θα έπρεπε να είναι διαθέσιμος και για τυχόν έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη της εναγομένης, λόγω του είδους της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Από τα παραπάνω λοιπόν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν θα ήταν σε θέση ούτε να ιδρύσει ούτε να λειτουργήσει την ως άνω ατομική επιχείρηση του, την οποία και λειτούργησε προς βιοπορισμό του, στα πλαίσια επαγγελματικής αποκατάστασης, εάν παράλληλα απασχολούνταν στην εναγομένη. Επομένως τα εισοδήματα που κέρδισε ο ενάγων από την ατομική του επιχείρηση κατά τα έτη 2006-2011, σαφώς και συνδέονται αιτιωδώς με την υπερημερία της εναγομένης, καθώς προέρχονται από την αξιοποίηση του χρόνου εργασίας, που δεν διέθεσε στην τελευταία.".

Από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικώς ανέλεγκτές παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι τα εισοδήματα που κέρδισε ο αναιρεσείων από την ατομική του επιχείρηση κατά το επίδικο διάστημα συνδέονται αιτιωδώς με την υπερημερία της αναιρεσείουσας, καθώς προέρχονται από την αξιοποίηση του χρόνου εργασίας, που δεν διέθεσε στην τελευταία (διότι ουδόλως απεδείχθη ότι αυτός θα εξασφάλιζε άδεια παράλληλης απασχολήσεως και μάλιστα επί πέντε [και πλέον] συναπτά έτη, ούτε ότι η εργασία αυτή μπορούσε -και μάλιστα τόσο επικερδώς, ως αποδεικνύεται εκ των δηλωθέντων εισοδημάτων του-να παρασχεθεί απρόσκοπτα μετά το πέρας ενός πλήρους ωραρίου καθ' όλη την εβδομάδα), δεν στέρησε (το Εφετείο) την απόφασή του νομίμου βάσεως κατά την εφαρμογή του 656 ΑΚ και του άρθρου 17 του Κανονισμού Εργασίας της ΔΕΗ (που μόνο κατ' εξαίρεση προβλέπουν την έγκριση παράλληλης εργασίας), καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Οι δε περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις με τις οποίες πλήττονται, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας, οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, είναι απαράδεκτες (ΑΠ 167/2019).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, δοθέντος ότι κατετέθη κατά την άσκηση της αναιρέσεως το με κωδικό πληρωμής ... παράβολο (ποσού 450 €), αν και αυτό δεν απαιτείται στις εργατικές υποθέσεις (άρθρο 495 παρ. 3, συνδ. 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), θα διαταχθεί η επιστροφή του στον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1148/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, ύψους χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ

Διατάσσει την επιστροφή του ... παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ