Legislator Case Law & Legislation
123/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague grounds and attack on uncontrollable court findings.

Case Number 123/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property inheritance and donation. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate medical expert opinions and relied on unreliable witness testimony, but the court found these grounds either too vague or an attack on the finality of judicial fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 557, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or if they challenge the court's final evaluation of evidence and factual findings which are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds uncontrollable findings medical expert opinion witness testimony legal costs property inheritance

Cited Legislation

AI generated
Article 564 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 557 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 123/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Α. Ζ., το γένος Γεωργίου και Ε. Γ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Μπελούμπαση και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Α., κατοίκου ... Νομού Ημαθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Τσιαούσκογλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2014, 56/2015 μη οριστικές, 42/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2020 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 564 § 1 Κ.Πολ.Δ., εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά δε το άρθρο 557 §§ 1 και 2 του αυτού Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.1 του Ν. 4690/2020, που ισχύει από 30-5-2020 "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ., ενδίκων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 10-6-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 243/2020 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την προσβαλλόμενη απόφαση, επέδωσε νομίμως στην αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 6628Γ/15-5-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Ε.

Μ. - Κ., στις 15-5-2020. Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της πιο πάνω απόφασης αίτηση αναίρεσης στις 26-6-2020. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 του ν. παρ.1 του Ν. 4690/2020,όπως αναφέρεται παραπάνω και ίσχυσε από 30-5-2020, η προθεσμία για την άσκησή της, συμπληρώνονταν μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την προβλεπόμενη λήξη τη στις 15-6-2020, δηλαδή έληγε στις 15-7-2020 και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί κατά την ως άνω άσκησής της στις 26-6-2020.

Συνεπώς, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και αυτές των άρθρων 552, 553, 556, 558 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Με την από 22-5-2013 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, οι ενάγουσες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, εξέθεταν ότι στις 7-2-2012 απεβίωσε η Π. Γ., αδελφή του πατέρα τους, η οποία με την υπ' αριθ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., αντί του καταληφθέντος σ' αυτήν με την υπ' αριθμ ...

δημόσια διαθήκη της μητέρας της Μ. Γ., ακινήτου, δηλαδή ενός ανωγείου δωματίου και κουζίνας, της ευρισκόμενης στη Νάουσα οικίας, (τον ισόγειο όροφο της οποίας είχε καταλείπει (η διαθέτης) με την ίδια διαθήκη στον πατέρα τους Γεώργιο) αποδέχθηκε, "το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 171,46 τμ μετά της επ' αυτού υφιστάμενης διώροφης μονοκατοικίας", εν συνεχεία δε, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό λόγω δωρεάς στον πέμπτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ.. Ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των πιο πάνω δικαιοπραξιών, η Π. Γ., δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερούνταν της χρήσης του λογικού, εξαιτίας της βαριάς διανοητικής καθυστέρησης, επιληψίας, δεξιάς πυραμιδίας συνδρομής από την οποία έπασχε και για το λόγο αυτό οι πιο πάνω δικαιοπραξίες είναι άκυρες.

Ότι οι πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις (αποδοχή κληρονομιάς και δωρεάς) είναι άκυρες για τον πρόσθετο λόγο, ότι η Π. Γ. αποδέχθηκε διαφορετικό ακίνητο από το καταληφθέν σ' αυτή (ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο αντί ανώγειο όροφο), το οποίο (ακίνητο) εν συνεχεία μεταβίβασε ακύρως στον εναγόμενο.

Ότι οι ίδιες (ενάγουσες) δυνάμει των αναφερομένων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο δωρεάς, κατέστησαν συγκύριες του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, το οποίο με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ ... διαθήκη της γιαγιάς τους, Μ. Γ., είχε καταλειφθεί στον πατέρα τους και το οποίο έκτοτε νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη άνω της εικοσαετίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους και κατέστησαν συγκύριες αυτού, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο.

Ότι η Π. Γ. κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της, δηλαδή τις ίδιες (ενάγουσες) και τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόμενων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά τον καθένα. Με βάση τα παραπάνω, επικαλούμενες έννομο συμφέρον, ζήτησαν : α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες οι δικαιοπραξίες που καταρτίσθηκαν με την υπ' αριθμ ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το υπ'άριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., β) να αναγνωρισθούν η δεύτερη και τρίτη από αυτές συγκυρίες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του ισογείου ορόφου της περιγραφόμενης στην αγωγή προσφυγικής μονοκατοικίας, γ) να αναγνωρισθεί ότι το κληρονομικό δικαίωμα της Π.

Γ. με βάση την υπ' αριθμ ... δημόσια διαθήκη της μητέρας της περιορίζεται στον ανώγειο όροφο της περιγραφόμενης στην αγωγή προσφυγικής κατοικίας και δ) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα των ιδίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της τελευταίας ανερχόμενο σε ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου για την καθεμία στον ανώγειο όροφο της προαναφερθείσας κατοικίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ'αριθμ. 42/2016 απόφαση του με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και α) αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα, κατ' άρθρο 131 ΑΚ, των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν τόσο με την υπ' αριθμ ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ. όσο και με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο δωρεάς του ίδιου συμβολαιογράφου, β) αναγνωρίσθηκε ότι η Π. Γ. κατέστη κυρία του ανωγείου ορόφου, εμβαδού 10,80 τμ, της περιγραφόμενης διώροφης μονοκατοικίας, μετά του αναλογούντος στον όροφο αυτό ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, λόγω κληρονομικής διαδοχής και γ) αναγνωρίσθηκε ότι κάθε μία από τις ενάγουσες είναι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Π.

Γ., συγκυρία κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ανωγείου ορόφου, εμβαδού 10,80 τμ. Κατά της απόφασης αυτής ο πέμπτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 25-3-2017 έφεση, επί της οποίας το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 42/2016 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την πιο πάνω αγωγή, την οποία απέρριψε ως προς τα αιτήματα α) αναγνώρισης της ακυρότητας των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν με την υπ' αριθμ ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., β) της αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών ως κληρονόμων της Π. Γ. κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του ανωγείου ορόφου της περιγραφόμενης στην αγωγή προσφυγικής μονοκατοικίας, και δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και αναγνώρισε ότι η Π.

Γ. κατέστη κυρία δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νάουσας Γεωργίου Πεχλιβάνου του ανωγείου ορόφου της περιγραφομένης κατοικίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1846 ΑΚ, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198 του ίδιου κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομίας, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία, που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται με τη δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση.

Εν τούτοις η δήλωση, αυτή είναι άκυρη: 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι' αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή, βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 1526, 1527, 1625, 1851, 1857, 140 επ, 150 επ.

ΑΚ), τέλος δε μπορεί να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής (Α.Π 278/2019, Α.Π 988/2017). Σύμφωνα δε, με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε το άρθρο 1199 του ιδίου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. (ΑΠ 401/2019, 122/2018, 20/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 369, 1033, 1192 αριθμ.1 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση με την οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου δεν καθίσταται άκυρη, τόσο ως υποσχετική όσο και ως εκποιητική δικαιοπραξία, από μόνο το γεγονός ότι εκείνος που μεταβιβάζει δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, αφού ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη, προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή.

Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Έτσι εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο. (ΑΠ 99/2019, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 2077/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 721/2017,2075/2007).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη.

Όπως δε, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και όταν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.

Όμως, ως προς τις επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, που περιέχονται στις βεβαιώσεις αυτές, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα ευρήματα που αναφέρονται στις εν λόγω βεβαιώσεις, έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως, άλλωστε, ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές επιστημονικές γνώσεις (ΑΠ 302/2020, 1660/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 1412/2019, ΑΠ 721/2017, ΑΠ 253/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, Α.Π 244/2019 ΑΠ 328/2018).

Ο πρώτος λόγος με τον οποίο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' Κ.Πολ.Δ αιτίαση, δηλαδή την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα αναφορικά με το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό περί ακυρότητας των δύο επιδίκων δικαιοπραξιών δηλαδή της υπ'αριθ. 789/3-4-1984 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Νάουσας Ε.

Μ. και του υπ'αριθ. ... συμβολαίου δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, στις οποίες προέβη η Π. Γ., λόγω ανικανότητας αυτής, διότι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Με το δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν προσέδωσε στην υπ'αριθ. 850/2-1-1954 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσ/νίκης, με την οποία απονεμήθηκε στη Π. Γ., ισοβίως σύνταξη λόγω θανάτου της μητέρας της, ως ενήλικης άγαμης και μη ασκούσα βιοποριστικό επάγγελμα εξ αιτίας ανιάτου παθήσεως της όπως εμφαίνεται και εκ της υπ'αριθ. 49/520/53 αποφάσεως της Π.Υ.Σ.Υ Τμήματος Ναούσης κατά την οποία αυτή πάσχει εξ επιληψίας μετά ιδιωτίας για την οποία κρίνεται ανίκανη για κάθε βιοποριστική εργασία διαρκώς, της ανικανότητας προϋπαρχούσης εκ της παιδικής της ηλικίας, καθώς και στην υπ'αριθ. 13686/13-9-1985 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσ/νίκης, με την οποία προσαυξήθηκε η αρχική ως άνω σύνταξη, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 30/35/1985 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, με την οποία διαπιστώθηκε ότι η ανωτέρω πάσχει από βαρεία διανοητική καθυστέρηση, επιληψία και δεξιά πυραμιδιαία συνδρομή και κρίθηκε ότι έχει ανάγκη από βοήθεια άλλου προσώπου από 24-06-1985 μέχρι επ'αόριστο, πλήρη απόδειξη ως προς τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, ότι η Π.

Γ. κατά το χρόνο κατάρτισης των προαναφερομένων δικαιοπραξιών δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στερούνταν της χρήσεως του λογικού της, εξ αιτίας ανιάτου ασθένειάς της από την παιδική της ηλικία δηλαδή βαριάς διανοητικής καθυστέρησης, επιληψίας μετ'ιδιωτίας και δεξιάς πυραμιδικής συνδρομής και για το λόγο αυτό ότι οι παραπάνω δικαιοπραξίες είναι άκυρες.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι σχετικές επιστημονικές εκτιμήσεις των συντακτών των πιο πάνω γνωματεύσεων, που αποτυπώνονται στα παραπάνω έγγραφα, περί της πνευματικής καταστάσεως της Π. Γ., δεν προσδίδουν σ'αυτά δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (πλήρη απόδειξη), αλλά εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσης απ' αυτό στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα αποδεικτικής δύναμης μικρότερης από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι' αυτά ο νόμος.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται η αιτίαση από την αναιρεσείουσα από το άρθρο 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ, ότι οι διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατικές. Ειδικότερα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αφενός απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και των αδελφών της, ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας των δικαιοπραξιών, δηλαδή α) της υπ'αριθμ. ...

πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., με την οποία, η Π. Γ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σ'αυτή δημόσια διαθήκη της μητέρας της ως προς το εξής ακίνητο "Του ανωγείου ορόφου μιας προσφυγικής ανωγείου οικίας, απαρτιζόμενου του ανωγείου ορόφου εξ ενός δωματίου και εκ μιας κουζίνας, ευρισκόμενης εις τον ισόγειον όροφον της ως άνω οικίας, κειμένης εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και επί της οδού Δημητρίου Πεχλιβάνου 34 (νυν Απολλωνιάδος) μετά του αντιστοιχούντος εις τους άνω διακεκριμένους χώρους ποσοστού εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας εφ' ολοκλήρου του οικοπέδου, εφ' ου η οικοδομή, συνολικού εμβαδού 157,96 τ.μ., εκ του 1/3 ες αδιαιρέτου...." και επομένως κατέστη κυρία αυτού και β) του υπ'αριθμ. ...

συμβολαίου δωρεάς του ιδίου συμβολαιογράφου, με το οποίο η Π. Γ. μεταβίβασε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο "Το ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εμβαδού 171,46 τμ, μετά της επ' αυτού υφιστάμενης διόροφης μονοκατοικίας, αποτελουμένης από ισόγειο όροφο, εμβαδού 69,12 τ.μ. και πρώτο (α) όροφο εμβαδού 10,80 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό...", του οποίου, αυτός απέκτησε την κυριότητα και ταυτόχρονα αναγνωρίζει κυρία την Π.

Γ., ΜΟΝΟ του ανωγείου ορόφου 10,80 τ.μ της παραπάνω μονοκατοικίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δηλαδή ότι η εγκυρότητα των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν με την υπ'αριθ. 789/3-4-1984 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ. και το υπ'αριθ. ...

συμβόλαιο δωρεάς ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου συνεπάγεται και την αναγνώριση της κυριότητας της Π. Γ. στο ακίνητο που αποδέχθηκε και μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, όμως τέτοια διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι προσβαλλόμενες υπ αριθμ ...

πράξη αποδοχής κληρονομιάς και υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς, είναι έγκυρες και ισχυρές, καθόσον η Π. Γ. κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων αυτών δικαιοπραξιών, ήταν δικαιοπρακτικά ικανή για την κατάρτισή τους με συνέπεια την απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής ως προς τη βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας των πιο πάνω δικαιοπραξιών, ως αντικείμενες στη διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ.

Περαιτέρω ως προς τη σωρευόμενη αγωγή περί ακύρωσης τόσο της πράξεως αποδοχής κληρονομίας ( υπ' αριθμ ...) όσο και του υπ' αριθμ 1907/6-2-2006 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Νάουσας Άννας Ανδριανού, λόγω της επικαλούμενης ελλείψεως ταυτότητος του αποδεχθέντος και εν συνεχεία μεταβιβασθέντος από την Π.

Γ. ακινήτου με το καταληφθέν σ' αυτή με την διαθήκη της μητέρας της ακίνητο (ανώγειος όροφος-ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο), η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά περί αποδοχής από την κληρονομούμενη Π.

Γ. διαφορετικού ακινήτου από το καταληφθέν σ' αυτή με την διαθήκη της μητέρας της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν σε περίπτωση απόδειξης αυτών λόγο ακυρότητας της σχετικής δήλωσης βούλησης της κληρονομούμενης κατά τη σύνταξη της παραπάνω μονομερούς δικαιοπραξίας της αποδοχής κληρονομιάς και τούτο διότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στη μείζονα πρόταση, δηλαδή: 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι' αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για το λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή, βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες, επιπλέον δε και η επικαλούμενη έλλειψη κυριότητας της δικαιοπαρόχου του πέμπτου εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά την σύνταξη του υπ' αριθμ. 19078/6-2- 2006 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νάουσας, Άννας Ανδρεάδου, δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα αυτού (συμβολαίου), αλλά θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, σε περίπτωση απόδειξης τους, τη μη κτήση από τον εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο της κυριότητας επί του ποσοστού του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας, που του μεταβιβάσθηκαν με το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "η Π. Γ., με την υπ'αριθμ ... δημόσια διαθήκη που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάουσας Γεώργιου Πεχλιβάνου κατέστη κυρία του ανωγείου ορόφου, εμβαδου 10,80 τμ , της διόροφης κατοικίας που κείται στην πόλη της Νάουσας και επί της οδού Απολλωνιάδος 10 (πρώην Δ.

Πεχλιβάνου 34), μετά του αναλογούντος στον όροφο αυτό ποσοστό εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, ο καθορισμός του οποίου, δεδομένου ότι τα διάδικα μέρη διαφωνούν ως προς το ύψος αυτού και οι μεν ενάγουσες ισχυρίζονται ότι ανέρχεται σε 135,135/1000, ο δε εναγόμενος σε 1/3 εξ αδιαιρέτου και δεδομένου ότι ο μονομερής αυτός προσδιορισμός από την καθεμία διάδικη πλευρά δεν δεσμεύει τους λοιπούς οροφοκτήτες του ακινήτου, δηλαδή τους συγκύριους του οικοπέδου και των κοινών μερών της οικοδομής ούτε οφείλει το δικαστήριο να διατάξει διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης περί αυτού, όπως αιτείται ο εκκαλών, αλλά καθένας από τους διαδίκους δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει τον καθορισμό του ποσοστού συγκυριότητος που αντιστοιχεί σε καθεμιά οροφοκτησία με βάση την αξία του ορόφου ή διαμερίσματος (άρθ. 5 περ.

β, 6παρ 2, 7παρ 2, 10 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, ΑΚ 1002 και 1117), πρέπει η βάση αυτή της αγωγής περί αναγνώρισης ότι η Π. Γ. κατέστη κυρία δυνάμει της υπ' αριθμ ... δημόσιας διαθήκης που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάουσας Γεωργίου Πεχλιβάνου του ανωγείου ορόφου εμβαδού 10,80 τμ της οικίας που αναλυτικά περιγράφεται στο διατακτικό να γίνει δεκτή".

Τέλος, το Εφετείο απέρριψε ως αβασιμο το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης των εναγουσών ως συγκυρίων κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του ανωγείου ορόφου της οικίας αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Π. Γ., μετά την απόρριψη της πρώτης βάσεως της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας του συμβολαίου δωρεάς του ακινήτου αυτού ως προς τον πέμπτο εναγόμενο.

Οι διατάξεις δε της αναιρεσιβαλλόμενης περί απόρριψης της αγωγής Α) ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν α) με την υπ αριθμ ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο ΜΑ και αριθμό 811 και β) με το υπ' αριθμ ...

συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Νάουσας και Β) ως προς την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος των εναγουσών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Π. Γ. του Στεφάνου και κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου η καθεμία επί του ανωγείου ορόφου, εμβαδού 10,80 τμ, μιας διόροφης μονοκατοικίας, κείμενης επί οικοπέδου εμβαδού 157,96 τμ κατά τον τίτλο κτήσης και ήδη 171,46 τμ εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Νάουσας και επί της οδού Απολλωνιάδος 10 (πρώην Δ.

Πεχλιβάνου 34) και της διάταξης της προσβαλλομένης απόφασης περί αποδοχής της αγωγής ως προς την αναγνώριση της Π. Γ. του Στεφάνου ότι κατέστη κυρία, δυνάμει της υπ' αριθμ ... δημόσιας διαθήκης που συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Νάουσας Γεωργίου Πεχλιβάνου, του ανωγείου ορόφου, εμβαδού 10,80 τμ, μιας διώροφης μονοκατοικίας, κείμενης επί οικοπέδου εμβαδού 157,96 τμ κατά τον τίτλο κτήσης και ήδη 171,46 τμ, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Νάουσας και επί της οδού Απολλωνιάδος 10 (πρώην Δ.

Πεχλιβάνου 34), δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, δηλαδή δεν προκύπτει ως συνέπεια αυτών να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε να προκαλείται αβεβαιότητα των διαδίκων ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία αυτής ή σχετικά με το παραγόμενο από αυτήν (προσβαλλόμενη) δεδικασμένο.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την εγκυρότητα του υπ' αριθμ ... συμβόλαιου δωρεάς του συμβολαιογράφου Νάουσας Ε.

Μ., δυνάμει του οποίου η Π. Γ. μεταβίβασε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Σ. Γ. διαφορετικό ακίνητο από αυτό που απέκτησε από την κληρονομούμενη μητέρα της Μ. Γ., δυνάμει της υπ'αριθ.... δημόσιας διαθήκη της και την εγκυρότητα της υπ'αριθ. ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Π. Γ., στην οποία ορίστηκε ως ποσοστό της αναγκαστικής συγκυριότητας που αντιστοιχεί στον ανώγειο όροφο της αναφερόμενης διώροφης μονοκατοικίας το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ενώ δέχθηκε ότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας που αντιστοιχεί σε καθεμία διαιρετή ιδιοκτησία της πιο πάνω διώροφης κατοικίας δεν έχει καθοριστεί με τη διαθήκη της Μ.

Γ. ή με Κανονισμό που επακολούθησε και ότι δεν δικαιούνται κατά την μεταβίβαση του ιδανικού τους μεριδίου σε τρίτο να καθορίσουν μόνοι τους το ποσοστό αυτό. Με το τρίτο δε σκέλος του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζοντας ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι οι γνωματεύσεις των υγειονομικών επιτροπών, που εξέτασαν την Π.

Γ. αν και είναι δημόσια έγγραφα, δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, σχετικά με το είδος της ασθένειας της εξετασθείσας ασθενούς, ενώ η αμφιβόλου αξιοπιστίας και υποβολιμιαία κατάθεση της μάρτυρος Μ. Μ. είναι αξιόπιστη και δεσμευτική για το δικαστήριο. Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός κατά τα δύο πρώτα σκέλη του είναι αόριστος διότι δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτού, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό.

Κατά το τρίτο δε σκέλος του, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την παραδοχή πραγματικών περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ'ακολουθία τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 243/2020 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου .

Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της , το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-6-2020 αίτηση της Χ. συζ. Α. Ζ., το γένος Γ. Γ., για αναίρεση, της υπ'αριθμ. 243/2020 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ