Legislator Case Law & Legislation
123/2018 AI generated

123/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 123/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

123/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί, η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 123/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Θ. συζ. Α. Κ., το γένος Δ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο Πανάγο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1071/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1510/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί, η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά τις υπ’ αριθμ. 1510/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 και 442 επ ΚΠολΔικ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 23.6.2016 και η κατ’ αυτής αναίρεση, ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 7.10.2016, ανασταλείσας της καταχρηστικής δικονομικής προθεσμίας ασκήσεώς της, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κ.δ. της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου". Επομένως, αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571 και 577 Κ.ΠολΔικ).

Επειδή κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), 20 παρ. πανδ (41.4), 6 πανδ (44.3), 76 παρ. 1 πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ’ αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού του χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Εξ ετέρου σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20.12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ (18.1), 10.15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ. 1 πανδ (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Εφόσον, δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Περαιτέρω κατά τη διάταξη, του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη θέση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται, στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, περιληπτικά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική και δή με παράγωγο από αγοραπωλησία και πρωτότυπο από τακτική και έκτακτη χρησικτησία τρόπο αποκτήσεως κυριότητας ακινήτου αγωγή, της αναιρεσίβλητης, τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του στα Κτηματολογικά βιβλία και τους κατά της αγωγής αυτής, καταλυτικούς ισχυρισμούς του εναγομένου αναιρεσείοντος Δημοσίου περί ίδιας κυριότητάς του, επί του επιδίκου: "Το επιφανείας 565,35 τ.μ.

και κατά το κτηματολογικό φύλλο 514 τ.μ. επίδικο αγροτεμάχιο βρίσκεται στο Ο.Τ. 12 της πρώην Κοινότητας ... (νυν Δημοτικής Ενότητας ... του ...) στη θέση "...", και επί της οδού .... Τούτο περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας παραγώγως και δή με αγορά από την Α. θυγ. Μ. Β. και σύμφωνα με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμ. .../6.8.1980 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Α.

θυγ. Ι. Κ.. Στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας το επίδικο είχε περιέλθει επίσης με αγορά από την ετερόρρυθμη εταιρεία "... και Σία", με το ν.μ. υπ’ αριθμ. .../26.9.1946 συμβόλαιο του συμβ. Αθηνών Γ. Κ. και στην τελευταία επίσης με αγορά και ως τμήμα μείζονος εκτάσεως από τον κτηματία Π. Γ. Σ. και σύμφωνα με το ν.μ. υπ’ αριθμ. .../21.12.1998 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου.

Η εν λόγω αγοράστρια εταιρεία διαίρεσε την επίδικη έκταση σε επί μέρους γεωτεμάχια, ένα από τα οποία πούλησε στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας. Στον κτηματία Π. Γ. Σ. η μεγαλύτερη έκταση περιήλθε μαζί με άλλες αγροτικές εκτάσεις, με αγορά από τον γεωργοκτηματία Δ. Ι. Ν. Λ. με το ν.μ. ...1914, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεγάρων Ι.

Μ., στον δε τελευταίο μαζί με άλλες εκτάσεις, με αγορά από τον Γ. Δ. Τ., με το ν.μ. υπ’ αριθμ. .../1914 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου και σε αυτόν (Γ. Δ. Τ.), μαζί με άλλες αγροτικές εκτάσεις, με αγορά από τον Δ. Ι. Ν. Λ. με το ν.μ. υπ’ αριθμ. .../1913 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, ενώ στον τελευταίο η μεγαλύτερη έκταση μαζί με άλλες εκτάσεις περιήλθε από δωρεά του πατέρα του Ι.

Ν. Λ. με το ν.μ. .../1908 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, ο δε δωρητής είχε αποκτήσει την περιλαμβάνουσα, και το επίδικο ευρύτερη έκταση το 1850 με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ν. Λ.......

Στη συνέχεια ως προς τον Ι. Ν. Λ. γίνεται επί λέξει δεκτό ότι "Ο Ι. Ν. Λ. από το χρόνο παραχωρήσεως (1850) του επιδίκου (και περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση), μέχρι και το χρόνο κατάρτισης του .../29.9.1908 δωρητηρίου συμβολαίου νεμήθηκε αυτό καλόπιστα με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου και αυτού ακόμη του εναγόμενου - εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ασκώντας επ’ αυτού διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του ως αγροτεμαχίου. Ειδικότερα, συνέλλεγε τον ελαιόκαρπο και τα ελαιόδεντρα, ενώ καλλιεργούσε το υπόλοιπο εδαφικό τμήμα σπέρνοντας σ’ αυτό σιτηρά και αποκομίζοντας τις σοδειές (μάλιστα τα οκτώ εκ των δεκαέξι ελαιοδένδρων της ευρύτερης έκτασης, από τα οποία συλλεγόταν ο ελαιόκαρπος βρίσκονται εκτός του επιδίκου".

Στη συνέχεια γίνεται δεκτό περιληπτικά ότι τις ίδιες πράξεις καλόπιστης νομής συνέχισαν και οι προαναφερθέντες και οι δικαιοδόχοι του εν λόγω Ι. Ν. Λ., ήτοι οι Δ. Ι. Ν. Λ., Γ. Δ. Τ., Π. Σ., εταιρεία "... και Σία", καθώς και η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Β. από τις 26.9.1946 και επέκεινα και η ίδια από τις 6.8. 1980, που λόγω αγοράς απέκτησαν τη νομή του επιδίκου, με αποτέλεσμα όλοι αυτοί να αποκτήσουν την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ για το έως της ισχύος του ΑΚ (23.2.1946) διάστημα και με τα προσόντα του ΑΚ για το επέκεινα διάστημα, που αφορά μόνο την ενάγουσα και την άμεση δικαιοπάροχό της, οι οποίες προσέτι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου και με τακτική χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ.

Ενόψει, τούτων η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου παραγώγως ως αποκτήσασα τούτο με αγορά από κυρία που το είχε αποκτήσει παραγώγως και πρωτοτύπως, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ, οι προϋποθέσεις των οποίων συνέτρεξαν στο πρόσωπό της, ενώ το επίδικο έχει αγροτική μορφή και ήδη βρίσκεται σε περιοχή που είναι δομημένη, ουδέποτε ήταν δασικό, ενώ σε κάθε περίπτωση η απαιτούμενη 30ετής για το μέχρι τις 11.9.1915 διάστημα νομής, είχε συμπληρωθεί από τον Ι.

Ν. Λ. σε πολύ προγενέστερο χρόνο, οι δε ενστάσεις του εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας κατά τις Συνθήκες απελευθερώσεως της Ελλάδας ή της μη αναγνωρίσεως του ως ιδιωτικού δάσους, κατά το ΒΔ 17/29.11.1836 ή ως βοσκοτόπου ή λειβαδιού, κατά το ΒΔ 3/15.12.1833 ή με έκτακτη και τακτική χρησικτησία ή ως αδέσποτο κατά το άρθρο 16 του ΒΔ της 10.7.1837 είναι απορριπτέες, ως αναπόδεικτες (αβάσιμες) πλην εκείνης του ΒΔ της 17/29.11.1836, που είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, λόγω του αγροτικού χαρακτήρα του επιδίκου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου, διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία που είχε γίνει στο όνομα του αναιρεσείοντος Δημοσίου, ώστε τούτο να εγγραφεί στο όνομα της αναιρεσίβλητης, με κτητικό τίτλο το αναφερόμενο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως, της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, από τον φερόμενο, ως ανώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι.

Ν. Λ., περιέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του της καλής πίστης, κατά τη διενέργεια των διαλαμβανομένων στην απόφαση πράξεων νομής, στο διάστημα που μεσολάβησε από το έτος 1850, του παραχωρήθηκε άτυπα το επίδικο μέχρι του χρόνου καταρτίσεως από αυτόν του υπ’ αριθμόν .../29.9.1908 δωρητηρίου συμβολαίου, καθόσον (το Εφετείο αρκείται στην γενική και αόριστη αναφορά της συνδρομής της καλής πίστεως, χωρίς να διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η δικανική του αυτή κρίση.

Ο λόγος αυτός, προεχόντως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον το από την έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας είναι αυτόνομο, αφού αυτή, κατά τις παραδοχές της απόφασης άσκησε επί του επιδίκου πράξεις νομής επί 20ετία από το 1980 που απέκτησε, από αγορά τη νομή του (άρθρο 1045 ΑΚ). Πέραν τούτου όμως ως προς τον εν λόγω απώτατο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ότι γίνεται δεκτό ότι αυτός νεμήθηκε το επίδικο με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου, ήτοι και αυτού ακόμα του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνακόλουθα ως προς το επί μέρους αίτημα της καλής πίστης και ενόψει του ότι, κατά την απόφαση, συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της χρησικτησίας, οι αιτιολογίες είναι πλήρεις και σαφείς και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων του ΒΡΔ.

Η αιτίαση περί μη αναφοράς των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προέκυψε η καλή πίστη, αφορά σε έλλειψη αιτιολογημένης των αποδειχθέντων, πράγμα το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Ενόψει, τούτων ο λόγος αυτός, πρέπει για τις προαναφερθείσες αιτίες, να απορριφθεί, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι αλυσιτελής και γιατί πλήττει την μία μόνο από τις τρεις επάλληλες αιτιολογίες που αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, (απόκτηση κυριότητας παραγώγως με αγορά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που ισχυρίζεται αυτοτελώς, στις μη πληττόμενες επάλληλες αιτιολογίες ως προς τον παράγωγο με αγορά και τον πρωτότυπο, με τακτική χρησικτησία τρόπους κτήσεως κυριότητος της αναιρεσίβλητης (Ολ ΑΠ 25/2003).

Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της ....1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", και τη διάταξη του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταληφθεί από τους (αναχωρήσαντας από την απελευθερωθείσα Ελλάδα), Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, (δικαιώματι πολέμου), όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.

Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/6.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ εξάλλου κατά τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική, (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος, είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίου (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 781/2016, ΑΠ 148/2016).

Εξ ετέρου οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητική) αγωγής κυριότητας ακινήτου, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός του περί αποκτήσεως δικαιώματι πολέμου των ανηκόντων στο Τουρκικό Κράτος ακινήτων, κατά τους όρους που εκτίθενται στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης νομικής σκέψεως Συνθήκη και Πρωτόκολλα, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γέννησης του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας και γι’ αυτό τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 193/2017, ΑΠ 148/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προς αντίκρουση της εναντίον του ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, υπέβαλλε πρωτόδικα και επανέφερε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ως εφεσίβλητο, και τον ισχυρισμό ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του με τα παραπάνω Πρωτόκολλα και Συνθήκη, δικαιώματι πολέμου.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως νόμιμος και καταλυτικός του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας, ήτοι ένσταση, με την απόδειξη του οποίου βαρυνόταν το ενιστάμενο - εφεσίβλητο Δημόσιο και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως αβάσιμος (αναπόδεικτος), με την αιτιολογία ότι το Δημόσιο "δεν προσκομίζει μετ’ επικλήσεως κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα ή δημεύθηκαν".

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των αριθμών 1 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τα παραπάνω Πρωτόκολλα και Συνθήκη, αφού το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, απέκτησε δικαιώματι πολέμου και την επίδικη έκταση και ενόψει του, από αυτό το λόγο, τεκμηρίου της κυριότητάς του, δεν βαρυνόταν με την προσκομιδή αποδεικτικών στοιχείων και ότι συνακόλουθα εσφαλμένα του αποδόθηκε το σχετικό βάρος αποδείξεως.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζει γιατί το επίδικο μπορούσε να περιλαμβάνεται "στα δικαιώματι πολέμου", αποκτηθέντα κτήματα και όχι στα εξαιρούμενα των Πρωτοκόλλων και της Συνθήκης, είναι αλυσιτελής καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα επικαλούμενα πρωτόκολλα και η Συνθήκη δεν αφορούσαν το επίδικο, αφού τούτο βρισκόταν στην Αττικής.

Επομένως το δικάσαν Εφετείο, που απέρριψε την εν λόγω ένσταση με διαφορετική αιτιολογία, ήτοι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ως άνω Συνθηκών και Πρωτοκόλλων, ούτε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ, βάρος της αποδείξεως.

Ενόψει, τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. .../1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 6.10.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Θ. συζύγου Α. Κ., το γένος Δ. Β., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1510/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ