123/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3271/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6634/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated123/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 523 § 1 και 524 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση κατ` αυτής ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου και συνεπάγεται, εφόσον πρόκειται για αίτηση αναίρεσης, την απόρριψη αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 553 § 1 και 577 §§ 1-2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτης (σχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 123 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 123/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... AE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι όποιοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Υπαπαντή Καλογεροπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3271/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6634/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2015 αίτησή της και τους από 28/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 21/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης όπως και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 28-4-2015 αίτηση αναίρεσης και τους από 28-12-2015 πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 6634/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη 3271/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορούσε την ανακοπή ακύρωσης της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και μετά από εκδίκασή της έγινε δεκτή η ανακοπή, κατά το μέρος αυτό και ακυρώθηκε η ανακοπτομένη 20049/2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ως προς την σωρευόμενη ανακοπή κατά της εκτέλεσης με την πρωτόδικη απόφαση είχε διαταχθεί ο χωρισμός και η εκδίκασή της στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι αναιρεσίβλητοι προβάλουν τον ισχυρισμό ότι απαραδέκτως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης λόγω αποδοχής από την αναιρεσείουσα, πριν την άσκηση αυτής της προσβαλλομένης απόφασης, διότι η τελευταία "με βάση έγγραφο - εκτύπωση εξωλογιστικού υπολογισμού οφειλής" πραγματοποίησε πίστωση ποσού 53.383,46 ευρώ στον λογαριασμό της 1ης αναιρεσίβλητης με αιτιολογία "πληρωμή οφειλής" και ταυτόχρονη χρέωση όλου του ποσού στο ένδικο δάνειο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 523 § 1 και 524 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση κατ` αυτής ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου και συνεπάγεται, εφόσον πρόκειται για αίτηση αναίρεσης, την απόρριψη αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 553 § 1 και 577 §§ 1-2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτης (σχ.
ΑΠ 1003/2008, ΑΠ 848/2006). Οι επικαλούμενες όμως, παραπάνω εσωτερικές λογιστικές εγγραφές της αναιρεσείουσας , που αφορούν την ίδια , δεν συνιστούν αποδοχή της προσβαλλομένης απόφασης από αυτήν, ώστε η μεταγενεστέρως ασκηθείσα αναίρεση να είναι απαράδεκτη, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτού, η αίτηση, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ) Δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας αποτελεί η σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), που είναι η σύμβαση συνεργασίας μεταξύ δύο προσώπων, που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας το πρώτο (πρόσωπο) , ο δικαιοπάροχος ή δότης (franchisor) παραχωρεί στο δεύτερο, τον δικαιοδόχο ή λήπτη (franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος το δικαίωμα εκμετάλλευσης του franchising, δηλαδή του λεγόμενου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.
Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσης και εκμετάλλευσης καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ.
Η σύμβαση δικαιόχρησης, συνεπώς, αποτελεί συγκερασμό περισσότερων συμβάσεων, υπό την έννοια ότι απαντώνται σ` αυτήν ταυτόχρονα ουσιώδη στοιχεία περισσότερων συμβατικών τύπων, αποβλέπει όμως στη ρύθμιση μιας οικονομικά ενιαίας συναλλακτικής σχέσης. Από τη φύση δε της δικαιόχρησης ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, συνάγεται ότι η σύμβαση αυτή συνιστά σύμβαση-πλαίσιο, η οποία ρυθμίζει τις κύριες υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και αποτελεί μία μικτή σύμβαση, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και η οποία, μη ρυθμιζόμενη ειδικώς από το νόμο, περιέχει τα στοιχεία περισσότερων επωνύμων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρο 638 επ.
ΑΚ), παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (άρθρο 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρο 713 ΑΚ). Η μη ομαλή εξέλιξη της συμβάσεως δικαιόχρησης, ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρο 382 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου ή του δικαιοδόχου.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έντοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να το εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου, εφόσον δε το άρθρο 806 ΑΚ δεν διακρίνει είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από τον δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη..
Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρέωσης για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Το άτοκο δάνειο αντιθέτως είναι ετεροβαρής δικαιοπραξία. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 8/2001, ΑΠ 207/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν αυτές αλληλοαποκλείονται ή εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς ( Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 807/2015).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του , δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Στις αρχές του 2000 η καθ' ης τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) ίδρυσε και ενέταξε στον όμιλο των επιχειρήσεών της μία θυγατρική της εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΕ", που θα δραστηριοποιούνταν στην προώθηση και στην πώληση χρηματοοικονομικών προϊόντων της καθ' ης, κυρίως δάνεια και πιστωτικές κάρτες, ιδρύοντας ένα παράλληλο δίκτυο μ' αυτή.
Προς υλοποίηση του στόχου της αυτού άνοιξαν ομώνυμα καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, ενώ το 2004 αποφάσισε η καθ' ης, στο πλαίσιο της άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας της θυγατρικής της "... ΑΕ", να παραχωρήσει σε τρίτους τα καταστήματα που ήδη λειτουργούσαν από αυτή (τη θυγατρική), μέσω ενός δικτύου franchise που ανέπτυξε σχετικά.
Έτσι, η εν λόγω θυγατρική της καθ' ης ως δικαιοπάροχος (franchisor) του πακέτου δικαιόχρησης "...", κατήρτισε, κατά προτίμηση είτε με υπαλλήλους δικούς της είτε με υπαλλήλους της καθ' ης τράπεζας, συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising). Ταυτόχρονα υπομίσθωσε στους δικαιοδόχους (franchisees) τα μίσθια καταστήματα που ήδη λειτουργούσε από τις αρχές του 2000, με τον υπάρχοντα εξοπλισμό τους.
Για το δικαίωμα εισόδου και τη χρήση του εξοπλισμού του καταστήματος και εν γένει του πακέτου δικαιόχρησης, ως επιχειρηματικού συνόλου, κάθε δικαιοδόχος έπρεπε να καταβάλει χρηματικό αντάλλαγμα, το οποίο, εφόσον δεν διέθετε εξ ιδίων, εξεύρισκε με δανειοδότηση αποκλειστικά από την καθ' ης τράπεζα, η οποία το χορηγούσε με την εγγύηση της θυγατρικής της εταιρείας "...
Α.Ε.", χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση, στην πραγματικότητα με προεγκριμένα ήδη πριν από, κατά κανόνα, τη σύναψη της σύμβασης δικαιόχρησης επαγγελματικά δάνεια, τα οποία χορηγούσε η καθ' ης στις νέες επιχειρήσεις ως κεφάλαια κίνησης. Με τον τρόπο αυτό λειτούργησαν περίπου εκατό δέκα (110) καταστήματα "...", μεταξύ αυτών, και το κατάστημα της πρώτης ανακόπτουσας (ήδη 1ης αναιρεσίβλητης) , ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας ήταν ο δεύτερος και ο τρίτος των ανακοπτόντων (ήδη 2ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων).
Ειδικότερα, καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της θυγατρικής της καθ' ης, ανώνυμης εταιρείας, η από 1-11-2006 σύμβαση δικαιόχρησης, με την οποία η τελευταία, ως δικαιούχος του πακέτου franchise "...", που χαρακτηρίζει, το ομώνυμο δίκτυο διανομής, παραχώρησε στην πρώτη ανακόπτουσα το δικαίωμα διαμεσολάβησης στην προώθηση στο κοινό των τραπεζικών, ασφαλιστικών και συναφών προϊόντων και υπηρεσιών της καθ' ης τράπεζας, όπως και το δικαίωμα χρήσης του διακριτικού τίτλου, του καταχωρημένου σήματος και της τεχνογνωσίας της, με τη λειτουργία ενός καταστήματος του ενιαίου δικτύου "..." επί της οδού ...
στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, που ορίστηκε από 1-11-2006 έως 31-5-2016. Οι υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου που προβλέφθηκαν με τη σύμβαση αυτή (πέραν της κύριας υποχρέωσης παραχώρησης του δικαιώματος διαμεσολάβησης στην προώθηση στο κοινό των τραπεζικών, ασφαλιστικών και συναφών προϊόντων και υπηρεσιών της καθ' ης τράπεζας), ήταν, μεταξύ άλλων, η δικαιοπάροχος (η θυγατρική της καθ' ης) να μη παραχωρεί το δικαίωμα εκμετάλλευσης μέρους ή συνόλου του franchise σε τρίτους στην παραχωρούμενη περιοχή, να παρέχει διαρκή τεχνική υποστήριξη στη δικαιοδόχο με τη συνεχή παροχή συμβουλών, οδηγιών και άλλων υπηρεσιών, να παρέχει σ' αυτή (τη δικαιοδόχο) όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προβολής και προώθησης των προϊόντων, να την ενημερώνει για νέα προϊόντα, νέες μεθόδους και πολιτικές, να την υποστηρίζει στον τρόπο και στο είδος προβολής των προϊόντων στην περιοχή, να της κοινοποιεί τεχνογνωσία ικανή να βελτιώσει την ανταγωνιστική της θέση, να παρέχει εκπαίδευση σε αυτή και στους υπαλλήλους της σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης κ.λ.π..
Αντίστοιχα, οι υποχρεώσεις της δικαιοδόχου που ορίστηκαν με τη σύμβαση (πέραν της υποχρέωσης καταβολής της συμφωνηθείσας αξίας του πακέτου franchise, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω), ήταν μεταξύ άλλων οι εξής: να εφαρμόζει πλήρως (η δικαιοδόχος) το franchise, σύμφωνα με τις δεσμευτικές αρχές, προδιαγραφές και οδηγίες της δικαιοπαρόχου χωρίς παρεκκλίσεις, να διατηρεί το απαραίτητο πεδίο ρευστότητας της επιχείρησής της, να απασχολεί επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό, να πληρώνει με δικά της έξοδα τις υποχρεώσεις της επιχείρησής της, να διαθέτει αποκλειστικά και μόνο προϊόντα που ορίζει η δικαιοπάροχος, να μη κοινολογεί σε τρίτους την τεχνογνωσία που παραχώρησε σ' αυτή η δικαιοπάροχος κλπ.
Με την ίδια σύμβαση οι αντισυμβαλλόμενες συναποδέχθηκαν ρητώς (όρος 7.13) ότι η αξία της επιχείρησης, που μεταβιβάζεται στη δικαιοδόχο για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης δεκαετούς διάρκειας, τουλάχιστον, ανέρχεται στο ποσό των 130.850,00 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Το ποσό αυτό η πρώτη ανακόπτουσα, δικαιοδόχος, είχε αναλάβει να εξοφλήσει προς τη δικαιοπάροχο, ειδικότερα, εν μέρει τοις μετρητοίς, με την καταβολή του ποσού των 9.000 ευρώ την ημέρα της κατάρτισης της σύμβασης και εν μέρει, κατά το υπόλοιπο ποσό των 121.850 ευρώ, εκ προϊόντος δανείου, δεκαετούς διάρκειας, όσης και της σύμβασης δικαιόχρησης περίπου, που θα της χορηγούνταν από την καθ' ης τράπεζα με την εγγύηση των ομόρρυθμων μελών της και ήδη δεύτερου και τρίτου των ανακοπτόντων, αλλά και της δικαιοπαρόχου, θυγατρικής της εταιρείας.
Σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν τα αντισυμβαλλόμενα στη σύμβαση δικαιόχρησης μέρη, στις 4-10-2006, καταρτίστηκε, μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας ως υπομισθώτριας και της εταιρείας "... Α.Ε." ως υπεκμισθώτριας, σύμβαση υπομίσθωσης του ακινήτου, στο οποίο θα λειτουργούσε το κατάστημα των ανακοπτόντων στα ...
και στις 22-01-2007 καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ης τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας, σύμβαση επαγγελματικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 121.850 ευρώ, την οποία συνυπέγραψαν ως εγγυητές αφενός η δικαιοπάροχος εταιρεία "... Α.Ε." και αφετέρου οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την καταβολή οποιασδήποτε οφειλής προέκυπτε, παραιτούμενοι, εκ των προτέρων, από την ένσταση διζήσεως και από τα δικαιώματα που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 852, 853, 854, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.
Με την πιο πάνω σύμβαση δανείου συνομολογήθηκε επίσης ότι για την παρακολούθηση του δανείου και της καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων θα τηρείται από την καθ' ης τράπεζα λογαριασμός και ότι η οφειλή προς την τράπεζα θα αποδεικνύεται από απόσπασμα που θα εξάγει η τελευταία από τα βιβλία της με την κίνηση του λογαριασμού αυτού.
Η εκταμίευση ολόκληρου του ποσού του εν λόγω επαγγελματικού δανείου έγινε στις 29-01-2007 με πίστωση του λογαριασμού της ανακόπτουσας εταιρείας που ανοίχθηκε σχετικά από την καθ' ης τράπεζα και που αποτελεί νόμιμο τρόπο καταβολής του δανείσματος στον οφειλέτη ... Αυθημερόν, ωστόσο, και κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης της δικαιοδόχου εταιρείας προς την καθ' ης τράπεζα, μεταφέρθηκε ολόκληρο το ποσό του δανείου σε λογαριασμό της εταιρείας "...
Α.Ε." σε εκπλήρωση της αντίστοιχης συμβατικής υποχρέωσης της δικαιοδόχου έναντι της δικαιοπαρόχου της, για την αγορά του πακέτου franchise του παραπάνω υποκαταστήματος "..." στα .... Τόσο η παραπάνω σύμβαση υπομίσθωσης ακινήτου όσο και η καταβολή προκαταβολικά του ανταλλάγματος, για την ένταξη της πρώτης ανακόπτουσας στο δίκτυο της θυγατρικής της καθ' ης εταιρείας, από προϊόν δανείου που έλαβε από την καθ' ης τράπεζα, αποτελούν εκτελεστική σύμβαση η πρώτη και υλική πράξη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης η δεύτερη και όχι συμβάσεις παρεπόμενες της σύμβασης δικαιόχρησης, ιδίως δε αυτή της συμβάσεως δανείου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι ανακόπτοντες ...
Παρόλο όμως που τυπικά δεν υφίσταται από νομικής απόψεως εξάρτηση μεταξύ των παραπάνω αυτοτελών συμβάσεων, στην πραγματικότητα υφίσταται στενή πραγματική εξάρτηση, καθώς η εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη σύμβαση δικαιόχρησης εκ μέρους της δικαιοδόχου ομόρρυθμης εταιρείας αποτέλεσε το παραγωγικά αίτιο για τη σύναψη του δανείου, όπως τούτο είχε προκαθοριστεί από την καθ' ης σε συνεργασία με τη δικαιοπάροχο θυγατρική της εταιρεία, χωρίς να υφίστατο, μάλιστα, οποιοδήποτε περιθώριο διαπραγμάτευσης από την πρώτη ανακόπτουσα (όπως και από όλους τους δικαιοδόχους εν γένει) και δυνατότητας αναζήτησης διαφορετικών πηγών χρηματοδότησης ή διαπραγμάτευσης του τρόπου και του χρόνου εκπλήρωσης της σχετικής οφειλής για την ένταξη κάποιου στο δίκτυο, ώστε να μη μπορούν να θεωρηθούν ως εντελώς άσχετα νομικά γεγονότα, παρά την κατ' αρχήν αυτοτέλειά τους.
Για να ενταχθεί δηλαδή κάποιος στο δίκτυο, θα έπρεπε να αποδεχτεί και να υλοποιήσει όλα όσα είχαν προσχεδιάσει και προαποφασίσει η καθ' ης με τη θυγατρική της εταιρεία, γεγονός που ιδρύει από μόνο του, λόγω του σημαντικού περιορισμού της ελευθερίας των αντισυμβαλλομένων τους και την εξουσιαστική τους σχέση έναντι αυτών, αυξημένη κατ' αρχήν ευθύνη αμφοτέρων των εταιρειών (μητρικής και θυγατρικής) έναντι των αντισυμβαλλομένων τους προστασίας και πρόνοιας των οικονομικών ιδίως συμφερόντων τους.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, μοναδική μέτοχος της εταιρείας "... Α.Ε." είναι η καθ' ης τράπεζα και ασκεί στην εν λόγω θυγατρική εταιρεία πλήρη έλεγχο, δηλαδή η καθ' ης έχει την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να κατευθύνει τις χρηματοοικονομικές και λειτουργικές αρχές διαχείρισής της και οι επιχειρηματικές κινήσεις της τελευταίας τελούν, υπό τον απόλυτο έλεγχο και την έγκριση της μητρικής επιχείρησης, με σκοπό η τελευταία να έχει οφέλη από τη θυγατρική της εταιρεία.
Έτσι, λόγω του ότι η "... Α.Ε.", με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της 31-12-2008, παρουσίασε το έτος 2008, ζημίες, ύψους 7.406.212,00 ευρώ, η καθ' ης μητρική εταιρεία αποφάσισε την αναδιάρθρωση των καταστημάτων "..." με ενσωμάτωση μέρους αυτών στο δίκτυο των δικών της καταστημάτων (καθ' ης τράπεζας) και με κλείσιμο των υπολοίπων.
Το σχέδιο αυτό άρχισε να υλοποιείται από το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και ολοκληρώθηκε το 2010. Στο πλαίσιο υλοποίησης της απόφασης αυτής, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έκλεισαν 100 καταστήματα "...". Η απόφαση όμως αυτή της καθ' ης, που υλοποιήθηκε μέσω της θυγατρικής της εταιρείας, είχε υπέρμετρα επαχθείς για τους δικαιοδόχους συνέπειες, αφού το κλείσιμο των καταστημάτων που εκμεταλλεύονταν επέφερε επίσης αυτομάτως την οριστική αδυναμία εξυπηρέτησης των επαγγελματικών δανείων που είχαν λάβει αυτοί (οι δικαιοδόχοι) και αποπλήρωναν με τοκοχρεωλυτικές δόσεις από τις προμήθειες που λάμβαναν από τη δικαιοπάροχο τους (και η τελευταία από την καθ' ης).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις, και συγκεκριμένα για τα εκατό (100) από τα εκατό δέκα (110) συνολικά καταστήματα, οι διαφορές μεταξύ των ενδιαφερομένων "έκλεισαν" συναινετικά με την "επαναγορά" των καταστημάτων από την ίδια την καθ' ης, με τίμημα με το οποίο εξοφλούνταν τουλάχιστον το δάνειο, που είχαν λάβει οι δικαιοδόχοι από την καθ' ης, όπως και οι ανακόπτοντες.
Στην περίπτωση, όμως, της πρώτης ανακόπτουσας, δεν επήλθε συμβιβαστική λύση της σύμβασης δικαιόχρησης, αλλά η ανακόπτουσα προέβη η ίδια σε άτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο και δη την ουσιώδη παραβίαση εκ μέρους της δικαιοπαρόχου εταιρείας "... Α.Ε" των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει έναντι αυτής και συνοψίζονται, όχι μόνο στη μη στήριξη του συγκεκριμένου καταστήματος, αλλά ιδίως στην ανάπτυξη εκ μέρους της καθ' ης τράπεζας αθεμίτως ανταγωνιστικής δραστηριότητας και τακτικής εν γένει, παρόλο που όφειλε, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, να στηρίζει από κοινού με τη θυγατρική της και να προωθεί το δίκτυο.
Επίσης, με την εν λόγω καταγγελία διαμαρτυρήθηκαν στη δικαιοπάροχο τους και στην καθ' ης για τον μονομερή και αντίθετο από τα συμφωνημένα προσδιορισμό της αμοιβής τους (που σύμφωνα με τον όρο 12.1 της σύμβασης, ήταν ίση με ποσοστό 70% επί των ακαθάριστων προμηθειών που λάμβανε η δικαιοπάροχος από την καθ' ης τράπεζα) και για την αδιαφάνεια που εγκαθίδρυσε η καθ' ης αναφορικά με αυτή τους την υποχρέωση, καθώς δεν τους παρέδιδε αντίγραφα των σχετικών συμβάσεων μεταξύ της δικαιοπαρόχου και της καθ' ης τράπεζας προς απόδειξη των οφειλόμενων ποσοστών προμηθειών, παρά το γεγονός ότι υπήρχε συμβατική δέσμευση στην εν λόγω σύμβαση να πράττει αυτό η θυγατρική της καθ' ης σε συνεργασία με την τελευταία.
Ταυτόχρονα η πρώτη ανακόπτουσα άσκησε αγωγή σε βάρος, τόσο της αντισυμβαλλομένης της στη σύμβαση franchising όσο και σε βάρος της καθ' ης, επικαλούμενη τόσο τη συμβατική όσο και εξωσυμβατική ευθύνη αμφοτέρων και αξιώνοντας σχετική αποζημίωση, η οποία εκκρεμεί. Επίσης υπέβαλε και έγκληση σε βάρος των νόμιμων εκπροσώπων των δύο εταιρειών, για τα αναφερόμενα στην έγκλησή της ειδικότερα εγκλήματα, η οποία τέθηκε στο αρχείο, καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων.
Μετά από τις δικαστικές αυτές ενέργειες των ανακοπτόντων, αλλά και την ανταλλαγή "εχθρικών" πλέον εξώδικων δηλώσεων και γνωστοποιήσεων μεταξύ τους και εφόσον η καθ' ης τράπεζα δεν κατόρθωσε να πείσει τους εκπροσώπους της πρώτης ανακόπτουσας να παύσουν την αντιδικία, διαρρήχθηκαν οριστικά οι σχέσεις των διαδίκων και προχώρησε η καθ' ης σε καταγγελία της παραπάνω συμβάσεως δανείου, στις 9-11-2009, καθώς το δάνειο δεν εξυπηρετούνταν ήδη από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Το δάνειο, εξάλλου, δεν εξυπηρετούνταν όχι λόγω αφερεγγυότητας της πρώτης ανακόπτουσας, αλλά λόγω του ότι σταμάτησε να λαμβάνει τις προμήθειες που τις οφείλονταν και από τις οποίες παρακρατούνταν η τοκοχρεωλυτική δόση που όφειλε στην καθ' ης, με συνέπεια, κατά τους όρους της σχετικής δανειακής σύμβασης να καταστεί απαιτητό και ληξιπρόθεσμο όλο το υπόλοιπο ποσό του δανείου.
Ταυτόχρονα ασκήθηκε από την "... Α.Ε." και μισθωτική αγωγή σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας για την απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω καταγγελίας της σύμβασης υπομίσθωσης, που έγινε δεκτή. Ακολούθως, η καθ' ης τράπεζα με σχετική αίτησή της πέτυχε και την έκδοση της ήδη προσβαλλόμενης 20049/2010 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ανακοπτόντων, όχι όμως και κατά της συνεγγυήτριας θυγατρικής της εταιρείας "...
Α.Ε", όπως είχε δικαίωμα κατ' αρχάς. Με την παραπάνω διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκαν, ειδικότερα, οι ανακόπτοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, η πρώτη ως πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ως συνεγγυητές, να καταβάλουν στη δανείστρια τράπεζα - καθ' ης το ποσό των 120.739,63 ευρώ, εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, πλέον των δικαστικών εξόδων.
Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και κατόπιν των όσων κατωτέρω εκτίθενται, συμπληρωματικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης να προχωρήσει στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, προκειμένου να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη του προαναφερόμενου επαγγελματικού δανείου που είχε χορηγηθεί στην πρώτη ανακόπτουσα, αποκλειστικά, για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης και είχε καταβληθεί εξ ολοκλήρου στο λογαριασμό της δικαιοπαρόχου ως αντίτιμο για το "πακέτο δικαιόχρησης" και τον εξοπλισμό του καταστήματος, που, σημειωτέον, παραμένει κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής στην κατοχή της καθ' ης τράπεζας, είναι παράνομη ως καταχρηστική, καθώς υπερβαίνει προφανώς, τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, την αποφασιστική αρμοδιότητα τόσο για τη δημιουργία όσο και για το κλείσιμο των καταστημάτων "..." (όπως προκύπτει επιπλέον και από την "έκθεση πεπραγμένων" του ΔΣ της ... Α.Ε της διαχειριστικής χρήσης για τις οικονομικές καταστάσεις της 31-12-2008), την είχε αποκλειστικά η καθ' ης τράπεζα, ως μητρική εταιρεία.
Αυτή, λοιπόν, οργάνωσε όλο το δίκτυο και λειτούργησε, υπό το μανδύα εμπορικής αλλά όχι τραπεζικής εταιρείας, εργασίες τραπεζικές, όμοιες με αυτές που μετέρχονται τα επίσημα τραπεζικά καταστήματά της, με λιγότερα όμως λειτουργικά έξοδα γι' αυτή, αλλά με μεγαλύτερη ελαστικότητα στη λειτουργία τους. Όλοι οι δικαιοδόχοι με την ένταξή τους στο δίκτυο γνώριζαν ότι εκτελούν τραπεζικές εργασίες για λογαριασμό της καθ' ης, της οποίας τη στήριξη θα είχαν πάντα, καθώς ιδρύθηκαν για να ενισχύσουν αποκλειστικά το δικό της τζίρο και κύκλο εργασιών.
Για να ενταχθούν δε στο δίκτυο αυτό, δεν είχαν απολύτως καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων εισόδου τους σ' αυτό, αλλά προσχωρούσαν σε προδιατυπωμένες από την καθ' ης και την παραπάνω θυγατρική της εταιρεία συμβάσεις δικαιόχρησης, στην πραγματικότητα προπληρώνοντας σχεδόν όλα τα οφειλόμενα από αυτούς ανταλλάγματα και για όλη τη συμφωνημένη διάρκεια, ενώ, κατά τη συναλλακτική πρακτική, το αντάλλαγμα καταβάλλεται κατά το μεγαλύτερο τμήμα του περιοδικά κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης ...
Για να προπληρώσουν μάλιστα οι δικαιοδόχοι τα ανταλλάγματα αυτά προχώρησαν αναγκαστικά στη λήψη δανείων από την καθ' ης, η οποία επιπλέον καρπώθηκε και τα έξοδα αυτών, καθώς και τους τόκους που παρήχθησαν, μολονότι τα ποσά παρέμειναν στην περιουσία του ομίλου της, αφού δεν τα εισέπραξαν οι δικαιοδόχοι γενικά και η πρώτη ανακόπτουσα ειδικότερα.
Προέβησαν δε οι δικαιοδόχοι, όπως και η πρώτη ανακόπτουσα, στη σύναψη της σύμβασης αυτής, αφού πείστηκαν σχετικά από την καθ' ης ότι εντός του συμβατικού χρόνου θα έχουν σημαντικά κέρδη, τόσα που άξιζε να αναλάβουν τους σχετικούς επιχειρηματικούς κινδύνους και το κόστος όλο εν γένει. Στη συνέχεια, όμως, εξαιτίας του εσφαλμένου των εκτιμήσεων της καθ' ης περί κερδοφορίας του δικτύου "...", αυτή αποφάσισε το κλείσιμο των εν λόγω καταστημάτων ή την ένταξη των πλέον κερδοφόρων στο τραπεζικό της σύστημα.
Οι επιχειρηματικές αυτές επιλογές της καθ' ης αποτελούν, κατ' αρχήν, αναφαίρετο δικαίωμά της, εφόσον έκρινε, αρχικά, ότι η δημιουργία του δικτύου "..." ήταν συμφέρουσα γι' αυτή και, μεταγενέστερα, έκρινε ότι η συνέχιση της λειτουργίας του, που δεν της παρείχε την ωφέλεια που προσδοκούσε, ήταν ζημιογόνος. Ο τρόπος που ενήργησε, ωστόσο, η καθ' ής για την υλοποίηση της επιχειρηματικής της αυτής απόφασης και οι μέθοδοι που επέλεξε να εφαρμόσει είχαν ως συνέπεια την υπονόμευση του δικτύου δικαιόχρησης σε τέτοιο βαθμό που αναπόδραστα οδήγησε τους δικαιοδόχους στο κλείσιμο των καταστημάτων τους (μεταξύ των οποίων και του καταστήματος της πρώτης ανακόπτουσας), παρά τις αρχικές υποσχέσεις της για διαρκή στήριξη και προώθηση του δικτύου.
Το κλείσιμο, εξάλλου, των καταστημάτων του δικτύου, πρόωρα σε σχέση με το επιχειρηματικό πλάνο που είχαν εξαγγείλει στους συνεργάτες τους τόσο η "... ΑΕ" όσο και η καθ' ης, οδήγησε με τη σειρά του τους δικαιοδόχους σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεών τους προς την καθ' ης από τη σύμβαση δανείου, το οποίο αποπληρώνονταν από τις προμήθειές τους.
Το γεγονός τούτο το γνώριζε η καθ' ης τράπεζα και για το λόγο αυτό, καθώς επίσης και για το λόγο ότι το προϊόν του δανείου δεν εισήλθε στην περιουσία των δανειοληπτών, αλλά το κατείχε η θυγατρική της καθ' ης, απάλλαξε τους εκατό από τους εκατό δέκα δικαιοδόχους, περίπου, με την "επαναγορά" των καταστημάτων τους από την ίδια με τίμημα τέτοιο που ουσιαστικά κάλυπτε τα δάνειά τους, που εξοφλήθηκαν έτσι άμεσα, όπως προαναφέρθηκε.
Αντίθετα, για τους δέκα δικαιοδόχους που ήγειραν αξιώσεις εναντίον της, όπως και η πρώτη ανακόπτουσα, επέλεξε επιθετική συμπεριφορά με καταγγελία των συμβάσεων δανείου και την έκδοση διαταγής πληρωμής. Η κατ' αυτό τον τρόπο επιδίωξη, όμως, εκ μέρους της καθ' ης της είσπραξης του επίδικου δανείου, ενόψει και της επαυξημένης, κατά τα προαναφερόμενα, ευθύνης της ως τραπεζικής εταιρείας, προκαλεί έντονη την εντύπωση της αδικίας σε βάρος των παραπάνω οφειλετών της και συγκεκριμένα της πρώτης ανακόπτουσας κατ' αρχάς αλλά και των εγγυητών - λοιπών ανακοπτόντων και κατ' αποτέλεσμα έναντι αυτών, κατά τα προαναφερθέντα.
Επιπλέον δε, με την κατά τα άνω μεθόδευση της πρόωρης παύσης της λειτουργίας του δικτύου, προκλήθηκε σοβαρή διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής των αντισυμβαλλομένων (ανακοπτόντων και θυγατρικής της καθ' ης), γεγονός που φυσικά γνώριζε η καθ' ης τράπεζα. Επομένως, η καθ' ης, αν και δεν ήταν συμβαλλόμενη στη σύμβαση δικαιόχρησης και παρά το αυθύπαρκτο της σύμβασης αυτής από τη σύμβαση του δανείου, με την παραπάνω απόφασή της και την υλοποίησή της καθόρισε τις εξελίξεις στην εν λόγω σύμβαση που οδήγησαν στο κλείσιμο του καταστήματος της πρώτης ανακόπτουσας και στην αυτόματη και οριστική αδυναμία της αποπληρωμής του δανείου.
Ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι οι ανακόπτοντες γνώριζαν τον επιχειρηματικό κίνδυνο και τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των δόσεων του δανείου, δεν αναιρεί τις προηγούμενες παραδοχές, καθώς αυτή συνέβαλε με τις λανθασμένες επιλογές, στρατηγικές και εκτιμήσεις της (ανεξαρτήτως αν αυτές οφείλονταν σε υπαιτιότητά της ή στην οικονομική κρίση ή και σε άλλους παράγοντες), αφενός μεν οι ανακόπτοντες να αναλάβουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εν λόγω επένδυσης, που αποδείχθηκε καταστροφική γι' αυτούς, και αφετέρου στην πραγματοποίηση του επιχειρηματικού αυτού κινδύνου, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των αποφάσεών της προς τους ανακόπτοντες.
Η καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς της καθ' ης εντείνεται από το γεγονός ότι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των λοιπών καταστημάτων του εν λόγω δικτύου που έκλεισαν, οι σχετικές διαφορές μεταξύ της τράπεζας και των δικαιοδόχων για τα δάνεια που έλαβαν διευθετήθηκαν με παράλληλες μεταξύ τους συμφωνίες, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα και με όσα τους είχαν προφορικά υποσχεθεί προγενέστερα, χωρίς η καθ' ης να εκδώσει διαταγές πληρωμής για τα επαγγελματικά αυτά δάνεια, αντίθετα με την περίπτωση των ανακοπτόντων.
Να σημειωθεί, επιπλέον, ότι η καθ' ης, ναι μεν ως δανείστρια έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το επίδικο δάνειο, κατά την προτίμησή της, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη, κατά τη νομικώς ανέλεγκτη και απολύτως ελεύθερη (κατ' αρέσκεια) κρίση της. Στην ερευνώμενη όμως περίπτωση συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, που η άσκηση του δικαιώματός της αυτού κατά των καθ' ων (αναιρεσιβλήτων), αντί να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής από τη θυγατρική της εταιρεία που είχε συμβληθεί επίσης ως εγγυήτρια στην επίδικη σύμβαση δανείου και διατηρεί αυτή την ωφέλεια από το ποσό του δανείου, ελέγχεται επιπρόσθετα ως καταχρηστική και συνεπώς παράνομη, καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του υπόψη δικαιώματος της καθ' ης, κατόπιν και όσων προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, η παραπάνω πραγματική κατάσταση, έτσι όπως διαμορφώθηκαν οι έννομες σχέσεις των διαδίκων, προκαλεί επαχθείς συνέπειες σε όλους τους ανακόπτοντες, κατά τις κρατούσες ηθικές επιταγές γενικά και συναλλακτικές τραπεζικές πρακτικές ειδικότερα, καθώς μάλιστα είχε ευλόγως δημιουργηθεί σ' αυτούς η πεποίθηση από ρητές, έστω και προφορικές, διαβεβαιώσεις της καθ' ης (αναιρεσείουσας) ότι, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης δικαιόχρησης, θα καλύπτονταν από τη θυγατρική της και αντισυμβαλλομένη τους, επιπλέον δε συνεγγυήτριά τους, το ποσό του δανείου.
Οι επιζήμιες αυτές συνέπειες τελούν σε αιτιώδη συνάρτηση με την προηγηθείσα συμπεριφορά της καθ' ης, αφού η ίδια υπονόμευσε το δίκτυο και οδήγησε στον επαγγελματικό του θάνατο, συμπαρασύροντας τους δικαιοδόχους και στην προκείμενη περίπτωση τους ανακόπτοντες. Τέλος, η τυχόν μη άσκηση του δικαιώματος αυτού της καθ' ης δεν θα επιφέρει απολύτως καμία επιζήμια συνέπεια σε βάρος της καθώς διατηρείται στον όμιλό της η ωφέλεια από την εκταμίευση του δανείου, δεδομένου μάλιστα και του ότι για τα τρέχοντα λειτουργικά έξοδα του δικτύου λάμβανε επιπλέον αντάλλαγμα που παρακρατούσε από τις αποδιδόμενες προμήθειες και συνεπώς εξακολουθεί να διατηρεί την ωφέλεια από την εξ ολοκλήρου είσπραξή του από τη θυγατρική της εταιρεία, αφού διατηρείται στους κόλπους της.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα αποδείχθηκαν, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος της καθ' ης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αντίθετα, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο τον σχετικό τρίτο λόγο της ανακοπής, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Μετά απ' αυτά, κατά παραδοχή των σχετικών (πρώτου και τρίτου) λόγων της εφέσεως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραπάνω μέρος της ... Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για να δικαστεί κατ' ουσίαν η ανακοπή (άρθρ.535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή δεκτή ως ουσιαστικώς βάσιμη ...
και αντιστοίχως να ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής".
ΙV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Στο αποδεικτικό του δε πόρισμα, ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας προς είσπραξη από τους αναιρεσίβλητους του χορηγηθέντος στην 1η ανακόπτουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη ποσού του δανείου είναι καταχρηστική, το Εφετείο κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Την παραπάνω δε κρίση του στηρίζει κυρίως στο γεγονός ότι η ίδια η αναιρεσείουσα, δανείστρια, συνέβαλε στην μη αποπληρωμή από την 1η αναιρεσίβλητη του δανείου, που της είχε χορηγήσει για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης, με την απόφασή της μέσω της θυγατρικής της εταιρείας "...", να κλείσει το κατάστημα που λειτουργούσε η 1η αναιρεσίβλητη και να σταματήσει να καταβάλει σ' αυτή τις οφειλόμενες προμήθειες, από τις οποίες ένα μέρος παρακρατείτο για την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων.
Ειδικότερα το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας πληροί τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ , εφόσον δέχθηκε ότι : α) Η σύμβαση δικαιόχρησης που καταρτίστηκε μεταξύ 1ης αναιρεσίβλητης και εταιρείας "...", όπως και η ένδικη σύμβαση δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ 1ης αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, μολονότι αποτελούσαν ανεξάρτητες συμβάσεις, τελούσαν στην πραγματικότητα σε στενή εξάρτηση, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ως μοναδική μέτοχος της εταιρείας "..." είχε τον πλήρη έλεγχο αυτής και απέβλεπε στα οφέλη που θα της απέδιδε η θυγατρική της αυτή εταιρεία από την καταρτισθείσα με την 1η αναιρεσίβλητη σύμβαση δικαιόχρησης.
β) Η αναιρεσείουσα, ως μοναδική μέτοχος της "..." και έχουσα τον πλήρη έλεγχο αυτής ήταν εκείνη εν τοις πράγμασι που έλαβε την απόφαση για το κλείσιμο των καταστημάτων "...", μεταξύ αυτών και του καταστήματος που λειτουργούσε η 1η αναιρεσίβλητη, αδιαφορώντας για τις υπέρμετρα δυσμενείς συνέπειες που θα είχε για τους αναιρεσίβλητους (οφειλέτρια και εγγυητές) η απόφασή της αυτή, αφού με το κλείσιμο του καταστήματος η 1η αναιρεσίβλητη δεν θα είχε πλέον την δυνατότητα εξυπηρέτησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επαγγελματικού δανείου, που είχε λάβει για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης, τις οποίες δόσεις του δανείου τις κατέβαλε από τις προμήθειες που λάμβανε από την δικαιοπάροχό της "..." λόγω της λειτουργίας του καταστήματος.
γ) Η 1η αναιρεσίβλητη προέβη σε σύναψη της προδιατυπωμένης σύμβασης δικαιόχρησης, προπληρώνοντας σχεδόν όλα τα ανταλλάγματα και αναλαμβάνοντας τους σχετικούς επιχειρηματικούς κινδύνους, διότι πείστηκε ότι θα είχε τη στήριξη της αναιρεσείουσας και ότι, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης δικαιόχρησης, το οφειλόμενο ποσό του δανείου θα καλύπτονταν από τη θυγατρική εταιρεία της αναιρεσείουσας, η οποία είχε συνεγγυηθεί και αυτή την πληρωμή του, μαζί με τους 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων.
δ) Η 1η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να προβεί στη σύναψη της σύμβασης δικαιόχρησης, απευθύνθηκε αναγκαστικά για τη χρηματοδότησή της αποκλειστικά και μόνο στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, η οποία με τη θυγατρική της εταιρεία "..." είχαν προδιατυπώσει και τους όρους της σύμβασης δικαιόχρησης, τους οποίους η 1η αναιρεσίβλητη έπρεπε να αποδεχθεί χωρίς διαπραγμάτευση.
ε) Η μη είσπραξη του οφειλόμενου ποσού του δανείου δεν θα είχε για την αναιρεσείουσα επιζήμιες συνέπειες (σε αντίθεση με τους αναιρεσίβλητους), εφόσον το ποσό του δανείου αμέσως μετά την εκταμίευσή του και την πίστωσή του στο λογαριασμό της 1ης αναιρεσίβλητης, μεταφέρθηκε, κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης της τελευταίας, σε λογαριασμό της εταιρείας "...
Α.Ε." σε εκπλήρωση αντίστοιχης συμβατικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι της "... Α.Ε." , προκειμένου να γίνει η αγορά του πακέτου franchise του παραπάνω υποκαταστήματος "..." , με συνέπεια η ωφέλεια , παρά την εκταμίευση, να παραμένει στον όμιλο του δικτύου της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι για τα τρέχοντα λειτουργικά έξοδα του δικτύου γινόταν παρακράτηση, ως επιπλέον αντάλλαγμα, από τις αποδιδόμενες στην 1η αναιρεσίβλητη προμήθειες.
Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται από το ότι η εταιρεία "..." ήταν διαφορετικό νομικό πρόσωπο από την αναιρεσείουσα, αφού η τελευταία, ως μοναδική μέτοχος της εταιρείας "...", είχε τον απόλυτο έλεγχο των αποφάσεων. Για την επάρκεια δε της αιτιολογίας δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι η επιχείρηση της 1ης αναιρεσίβλητης ήταν κερδοφόρος κατά το προηγούμενο του 2009 διάστημα, αρκεί το ότι προσδιορίζεται ο χρόνος έναρξης της μη πληρωμής των δόσεων (Ιανουάριος 2009).
Επίσης, κατά τρόπο σαφή το Δικαστήριο δέχεται ότι το δάνειο δεν εξυπηρετείτο όχι λόγω αφερεγγυότητας της 1ης αναιρεσίβλητης αλλά λόγω του ότι αυτή έπαυσε να λαμβάνει τις προμήθειες που τις οφείλονταν και από τις οποίες παρακρατούνταν η τοκοχρεωλυτική δόση που όφειλε στην αναιρεσείουσα, με επακόλουθο, κατά τους όρους της σχετικής δανειακής σύμβασης, να καταστεί απαιτητό και ληξιπρόθεσμο όλο το υπόλοιπο ποσό του δανείου.
Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει από το γεγονός ότι στην απόφαση δεν προσδιορίζεται πότε καταγγέλθηκε η σύμβαση δικαιόχρησης από την 1η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα αν η καταγγελία προηγήθηκε ή επακολούθησε της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, η οποία έλαβε χώρα την 9-11-2009, το δε δάνειο έπαυσε να εξυπηρετείται ήδη από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Και αυτό διότι, εφόσον ως λόγος της καταγγελίας της σύμβασης δικαιόχρησης ήταν η μη καταβολή στην 1η αναιρεσίβλητη των προμηθειών της από τις οποίες εξυπηρετείτο και το δάνειο, αβίαστα συνάγεται ότι η 1η αναιρεσείβλητη δέχεται, ότι πριν την καταγγελία της σύμβασης αυτής (δικαιόχρησης) ήταν υπερήμερη ως προς την καταβολή των δόσεων του δανείου.
Ως εκ τούτου τουλάχιστον όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση του δανείου υπήρχε χρέος που οφείλονταν σε μη καταβολή των δόσεων λόγω της μη καταβολής των προμηθειών, ενόσω ήταν ενεργής η σύμβαση δικαιόχρησης. Επίσης, ουδεμία έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει από το ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρεται, αν υπήρχε η δυνατότητα δανειοδότησης της 1ης αναιρεσίβλητης με ευνοϊκότερους όρους από άλλες πηγές, καθόσον, όπως γίνεται δεκτό, από την αναιρεσιβαλλομένη η μόνη της επιλογή ήταν η χρηματοδότησή της από την συγκεκριμένη Τράπεζα (αναιρεσείουσα).
Το ότι το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε, κατόπιν εξουσιοδότησης της 1ης αναιρεσίβλητης, σε λογαριασμό της εταιρείας "...", ουδεμία ασάφεια δημιουργεί ως προς το πρόσωπο του λήπτη του δανείου, που ήταν η 1η αναιρεσίβλητη, αλλά και ούτε και υπάρχει αντίφαση ως προς το θέμα αυτό , δεδομένου ότι , όπως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο, το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε τελικά σε λογαριασμό της εταιρείας "..." για τις ανάγκες της σύμβασης δικαιόχρησης.
Οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας ότι υπάρχει αντίφαση σχετικά με το γενόμενο δεκτό από το Δικαστήριο ότι η "...", με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της 31-12-2008, παρουσίασε το έτος 2008 ζημίες, γι' αυτό και η αναιρεσείουσα αποφάσισε την αναδιάρθρωση των καταστημάτων ..., με το επίσης γενόμενο δεκτό από το Δικαστήριο ότι το παραπάνω σχέδιο της αναιρεσείουσας για αναδιάρθρωση των καταστημάτων "άρχισε να υλοποιείται από το δεύτερο εξάμηνο του 2008 και ολοκληρώθηκε το 2010", είναι αβάσιμες.
Και τούτο διότι, η ζημία που έκρινε απαραίτητη την αναδιάρθρωση των καταστημάτων κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν φέρεται να διαπιστώθηκε το πρώτον την 31-12-2008, αλλά είχε αναφανεί νωρίτερα. Το ότι σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση, στις περισσότερες περιπτώσεις, και συγκεκριμένα για τα 100 από τα 110 συνολικά καταστήματα, οι διαφορές μεταξύ των ενδιαφερομένων "έκλεισαν" συναινετικά με την "επαναγορά" των καταστημάτων από την ίδια την αναιρεσείουσα, με τίμημα ισόποσο τουλάχιστον του οφειλόμενου δανείου, που είχαν λάβει από αυτή οι δικαιοδόχοι (μεταξύ των οποίων και η 1η αναιρεσίβλητη),αναφέρεται κυρίως για να καταδειχθεί η καταχρηστικότητα της απαίτησης της αναιρεσείουσας να απαιτήσει την είσπραξη του δανείου από τους αναιρεσίβλητους μετά το κλείσιμο των καταστημάτων ....
Περαιτέρω, το Δικαστήριο με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, χωρίς να παραβλέπει τον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβαν οι αναιρεσίβλητοι όπως και το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να επιλέγει εκείνο που είναι προς το συμφέρον της, δέχεται ότι η καταχρηστικότητα της αναιρεσείουσας οφείλεται στον τρόπο ενέργειας αυτής και στις μεθόδους που επέλεξε να εφαρμόσει, αφού "με τις λανθασμένες επιλογές, στρατηγικές και εκτιμήσεις της (ανεξαρτήτως αν αυτές οφείλονταν σε υπαιτιότητά της ή στην οικονομική κρίση ή και σε άλλους παράγοντες)" αφενός συνέβαλε στο να αναλάβουν οι αναιρεσίβλητοι τον επιχειρηματικό κίνδυνο της εν λόγω επένδυσης, που αποδείχθηκε καταστροφική γι' αυτούς, αφετέρου δε αδιαφόρησε για τις συνέπειες των αποφάσεών της προς τους αναιρεσίβλητους, παρά τις αρχικές υποσχέσεις της προς αυτούς για διαρκή στήριξη και προώθηση του δικτύου.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται η αιτία των εκ μέρους της αναιρεσείουσας ενεργειών αυτών (αν δηλαδή οφείλονταν σε υπαιτιότητά της ή στην οικονομική κρίση ή και σε άλλους παράγοντες). Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Με τα δεδομένα , επομένως, αυτά, το εφετείο δεχόμενο ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη του προαναφερόμενου επαγγελματικού δανείου, το οποίο είχε χορηγηθεί στην 1η ανακόπτουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, αποκλειστικά, για τους σκοπούς της σύμβασης δικαιόχρησης και είχε μεταφερθεί εξ ολοκλήρου στο λογαριασμό της δικαιοπαρόχου "...", ως αντίτιμο για το "πακέτο δικαιόχρησης" και τον εξοπλισμό του καταστήματος, υπερβαίνει προφανώς, τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και αντιβαίνει στις κρατούσες ηθικές επιταγές γενικά και συναλλακτικές τραπεζικές πρακτικές, που απαιτούν, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται το επιχειρηματικό κέρδος των μερών, ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 806,976,977 και 1034 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Κατόπιν αυτών πρέπει οι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αίτησης και δεύτερος των πρόσθετων λόγων αυτής , όπως και οι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αίτησης και πρώτος των πρόσθετων λόγων αυτής να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2015 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας ''Τράπεζα ...'' και τους από 28-12-2015 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 6634/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ