Legislator Case Law & Legislation
123/2016 AI generated

123/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 123/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

123/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Keywords

AI generated
private asset management private investor test capital contribution and withdrawal right of pre-emption private bank banking law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 123/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. - Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." ως καθολικής διαδόχου της τ. τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2664/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4150/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/8/2014 αίτησή της και τους από 24/7/2015 και από 8/10/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 26/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 Οι παράγραφοι 1 και 2 του Ν.2190/1920 <<περί ανωνύμων εταιριών>> ορίζουν, ότι: <<1. Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας. Πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις του.

2. Περιορισμοί της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους τρίτους ακόμα και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας>>. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.

Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (ΑΠ 674/2014, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 247/2012, ΑΠ 497/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 355/2015). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 324/2012, ΑΠ 221/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1-2-2001 από την (μετέπειτα μετατραπείσα στην Τράπεζα "...") Α.Ε. με την επωνυμία "...", με την από 1-2-2001 έγγραφη σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τριετούς διάρκειας (συγκεκριμένα από 26-3-2001 μέχρι 26-3-2004), η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπεύθυνη private banking, με μηνιαίο μισθό 2.200.000 δραχμών, πλέον επιδομάτων εορτών, επιδόματος αδείας και ισολογισμού (όρος 3.2.

της ως άνω σύμβασης). Συμφωνήθηκε περαιτέρω μεταξύ άλλων, στον όρο 4 της σύμβασης ότι παρέχονται στην ενάγουσα ως πρόσθετες παροχές, δικαίωμα προαιρέσεως επί μετοχών της εταιρείας, ασκούμενο ολικά κατά το τρίτο έτος, ήτοι το έτος 2004, συνολικού ποσού 150.000.000 δραχμών, στη χαμηλότερη τιμή, μεταξύ α) της τιμής στην οποία απέκτησαν τις μετοχές οι ιδρυτές μέτοχοι (ήτοι 4.370 δρχ.

ανά μετοχή) ή β) των δύο τρίτων της τιμής εισαγωγής της μετοχής στο ΧΑΑ. Συμφωνήθηκε επίσης ότι : Το δικαίωμα αυτό (προαιρέσεως) ασκείται μόνον εφόσον κατά την ημερομηνία άσκησης το στέλεχος (ήδη ενάγουσα) εξακολουθεί να εργάζεται στην εταιρεία. Αν το στέλεχος απολυθεί από την εταιρεία χωρίς υπαιτιότητα του ιδίου πριν την εισαγωγή της στο ΧΑΑ, θα έχει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα να ασκήσει το δικαίωμα προαιρέσεως, σύμφωνα με τους ως άνω όρους.

Αν στην λήξη της περιόδου των τριών ετών (ήτοι το έτος 2004), η εταιρεία δεν έχει εισαχθεί στο ΧΑΑ, το δικαίωμα αυτό παρατείνεται έως το τέλος του έτους κατά το οποίο η εταιρεία θα εισαχθεί στο ΧΑΑ. Και Στην περίπτωση, που το στέλεχος απολυθεί, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του, το δικαίωμα αυτό απόλλυται. Περαιτέρω ,στον όρο 8 της ως άνω σύμβασης ορίσθηκε ότι όλοι οι όροι της σύμβασης αυτής θεωρούνται ουσιώδεις και ότι η παράβαση έστω και ενός όρου στοιχειοθετεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης. ..Από το Πρακτικό της Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας "..." της 9-6-2004,προκύπτει ότι από την άνω Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας, αποφασίστηκε η θέσπιση προγράμματος διάθεσης μετοχών της Τράπεζας με τη μορφή δικαιώματος προαίρεσης αγοράς μετοχών συνολικού ποσού 5.262.360 ευρώ σε 13 ειδικά κατονομαζόμενα στελέχη της Τράπεζας, μεταξύ των οποίων ήταν και η ενάγουσα, για δικαίωμα προαίρεσης αγοράς μετοχών ποσού 440.205 ευρώ, με τους εξής, μεταξύ άλλων, όρους: 1) Οι μετοχές που τελικά θα εκδοθούν, αν ασκηθούν όλα τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών, δεν θα υπερβαίνουν το 1/10 των υφιστάμενων κατά την ως άνω ημερομηνία (9-6-2004) μετοχών της Τράπεζας με σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. 2) Τα εν λόγω δικαιώματα επί των μετοχών θα εξασκηθούν (με την επιφύλαξη του αμέσως κατωτέρω αναφερόμενου επόμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής) έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 και οπωσδήποτε μέχρι της 15ης ημέρας αυτού, με έγγραφη δήλωση του δικαιούχου προς την Τράπεζα και με την ταυτόχρονη καταβολή της αξίας των μετοχών που δικαιούται.

Σε περίπτωση, που η Τράπεζα δεν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών εντός του έτους 2004, η ενάσκηση των ως άνω δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών παρατείνεται ώστε τα δικαιώματα αυτά να ασκηθούν έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους κατά το οποίο η Τράπεζα θα εισαχθεί στο ΧΑ και οπωσδήποτε μέχρι της 15ης ημέρας αυτού.

Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία, το δικαίωμα αυτό αποσβέννυται. 3) Η τιμή διάθεσης των δικαιωμάτων ανά μετοχή οριζόταν στη χαμηλότερη τιμή μεταξύ των 12,82 ευρώ ή των 2/3 της τιμής εισαγωγής της μετοχής στο ΧΑ. Και 4) Τα δικαιώματα προαιρέσεως αγοράς μετοχών ασκούνται "μόνο εάν, κατά την ημερομηνία ενάσκησης, οι κατονομαζόμενοι στην ως άνω απόφαση 13 δικαιούχοι συνεχίζουν να εργάζονται στην Τράπεζα.

Σε περίπτωση που ο δικαιούχος απολυθεί από την Τράπεζα (ήτοι καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα) χωρίς υπαιτιότητα του ίδιου (π.χ. λόγω περιορισμού εργασιών της Τράπεζας) και πριν την εισαγωγή της Τράπεζας στο ΧΑ, θα έχει τη δυνατότητα να εξασκήσει, όπως παραπάνω, τα δικαιώματα. Αντίθετα σε περίπτωση που ο δικαιούχος απολυθεί από την Τράπεζα για υπαίτια συμπεριφορά του ή αποχωρήσει οικειοθελώς ή παραιτηθεί, τα δικαιώματα απόλλυνται".

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η προαναφερθείσα εργοδότρια της ενάγουσας Τράπεζα "..." δεν εισήχθη στο Χ.Α εντός του 2004, ούτε κατά το έτος 2005. Στη συνέχεια από το Απόσπασμα Πρακτικού της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας "..." της 23- 6-2005, προκύπτει ότι από την ως άνω Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας αποφασίστηκε, η τροποποίηση των όρων του προγράμματος διάθεσης δικαιωμάτων προαίρεσης επί μετοχών της Τράπεζας, που θεσπίστηκε με την προαναφερθείσα από 9-6-2004 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και συγκεκριμένα α) εγκρίθηκε η παραχώρηση του δικαιώματος προαίρεσης και σε άλλο, κατονομαζόμενο ρητά, στέλεχος της εναγομένης, χωρίς να επέρχεται μεταβολή ως προς το συνολικό ανώτατο αριθμό των μετοχών της Τράπεζας, β) επεκτάθηκε το ισχύον πρόγραμμα διάθεσης δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών της Τράπεζας ως εναλλακτική ή συμπληρωματική δυνατότητα καταβολής των πρόσθετων αμοιβών, που θα δικαιούται το προσωπικό της Τράπεζας κατ’ έτος με τη μορφή δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 2190/20, και γ) εξουσιοδοτήθηκε ομόφωνα το Διοικητικό Συμβούλιο να αποφασίζει σχετικά με τα δικαιώματα προαίρεσης που θα παραχωρεί κατ’ έτος βάσει των όρων και προϋποθέσεων της ως άνω από 9-6- 2004 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της Τράπεζας.

Η από 23-6-2005 Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας "..."" εξουσιοδότησε το Διοικητικό Συμβούλιο και μόνο αυτό να αποφασίζει σχετικά με τα δικαιώματα προαίρεσης. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε η ενάγουσα από το οποίο να προκύπτει ότι η εξουσία απόφασης σχετικά με το προαναφερόμενο δικαίωμα προαίρεσης παραχωρήθηκε από την Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας ή από το εξουσιοδοτηθέν Διοικητικό Συμβούλιο σε άλλο όργανο της εναγομένης και συγκεκριμένα ότι παραχωρήθηκε στην Εκτελεστική Επιτροπή της εναγομένης, ώστε να έχει αυτή (Εκτελεστική Επιτροπή ) την εξουσία να αποφασίσει σχετικά, δεσμεύοντας με την απόφασή της την εναγομένη Τράπεζα....Περαιτέρω με την αρ.

πρωτ. Κ2- 3106/29-9-2006 Απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, εγκρίθηκε η συγχώνευση της ανωτέρω Τράπεζας με την εναγομένη Τράπεζα <<...>>, με απορρόφησή της (που δεν είχε μέχρι τότε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο) από την εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα "…".

Λόγω της συγχώνευσης οι μετοχές της Τράπεζας "...", που δεν ήταν έως τότε εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών, μετετράπησαν σε μετοχές της "...", που ήταν ήδη εισηγμένη στο ΧΑ και τον Νοέμβριο 2006 (14-11-2006) οι συνολικές νέες μετοχές (απορροφώσας και απορροφώμενης) εισήχθησαν και πάλι στο ΧΑ προς διαπραγμάτευση.

Συνακόλουθα, σύμφωνα, με την προαναφερθείσα απόφαση της 9-6-2004 της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας "...", με την οποία ρητώς αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση που η "..." δεν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών εντός του έτους 2004, (όπως και πράγματι δεν εισήχθη) η ενάσκηση των προβλεπόμενων σ’ αυτήν δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών (μεταξύ των οποίων και το σχετικό δικαίωμα της ενάγουσας) παρατεινόταν ώστε τα δικαιώματα αυτά να ασκηθούν έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους κατά το οποίο η Τράπεζα θα εισαχθεί στο ΧΑ και οπωσδήποτε μέχρι της 15ης ημέρας αυτού, με ρητή και σαφέστατη αναφορά στην ως άνω απόφαση ότι "παρερχομένης απράκτου της ως άνω προθεσμίας, το δικαίωμα αυτό αποσβέννυται", παρέπεται ότι η ενάγουσα όφειλε να ασκήσει το παραχωρηθέν σ’ αυτήν δικαίωμα προαίρεσης, μέχρι την 15η ημέρα του Δεκεμβρίου του 2006, κατά το οποίο (έτος 2006) η ως άνω Τράπεζα, με την προαναφερθείσα απορρόφηση, εισήχθη στο ΧΑ.

Η ενάγουσα δεν άσκησε εντός της προαναφερθείσας γνωστής σ’ αυτήν προθεσμίας το προαναφερόμενο δικαίωμα προαίρεσης, ενώ ευχερώς μπορούσε να το πράξει. Συνακόλουθα σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, παρερχομένης απράκτου της ως άνω προθεσμίας, και συγκεκριμένα της 15ης ημέρας του Δεκεμβρίου του 2006, το δικαίωμά της αυτό αποσβέστηκε.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η Εκτελεστική Επιτροπή της Τράπεζας ... κατά τη συνεδρίαση της 30-8-2006 αποφάσισε την καταβολή μέσω μισθοδοσίας στην ενάγουσα ποσού ίσου με τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών της στα πλαίσια θέσπισης κινήτρων υπεραπόδοσης, που ανέρχονταν κατά την άνω ημερομηνία (30-8-2006) στο ποσό των 219.773 ευρώ.

Επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το δικαίωμα προαίρεσης, που της είχε παραχωρηθεί, είχε στις 30-8-2006 μετατραπεί σε δικαίωμα πρόσθετης μισθοδοσίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αγωγικό αίτημα καταβολής στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία ποσού 219.773 ευρώ, το οποίο κατά τους υπολογισμούς της αντιστοιχεί στο προαναφερόμενο (αποσβεσθέν από 15-12-2006) δικαίωμα προαίρεσης.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, το προαναφερόμενο αγωγικό κονδύλιο, ποσού 219.773 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο υποστηριζων τα αντίθετα πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος... Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ.

…/8-5-2007 Εμπιστευτικό έγγραφο της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη ότι, με εντολή της επιθεωρητές πραγματοποίησαν ειδικό έλεγχο στην ήδη εναγομένη σχετικά με την "Πρόληψη χρησιμοποίησης χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότησή της τρομοκρατίας" (Ν. 2331/1995, Εγκύκλιος Διοίκησης Τ.τ.Ε 16/2004, Ν. 2434/2005, ΠΔΤΕ 2577/2006- παράρτημα 4).

Προς ενημέρωσή της εναγομένης διαβιβάστηκε σ’ αυτήν από την Τράπεζα της Ελλάδος αντίγραφο του σχετικού πορίσματος ελέγχου, από το οποίο προκύπτει, ότι η εναγομένη παρουσίαζε "αδυναμίες και ελλείψεις ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων", ζητήθηκαν δε η εντός 20 ημερών αποστολή των απόψεων της εναγομένης - εφεσίβλητης καθώς και σχετικού χρονοδιαγράμματος για την τακτοποίηση τους.

Σύμφωνα με το, συνημμένο στο ως άνω έγγραφο, από 4-5-2007 πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος, πραγματοποιήθηκε επιτόπιος κατασταλτικός έλεγχος, αφενός α) στη μονάδα κανονιστικής συμμόρφωσης, γραφείο ... (C.O) με τη μορφή προσωπικής συνέντευξης και σκοπό την καταγραφή των διαδικασιών και πολιτικών συμμόρφωσης με τον Ν. 2331/1995, τον Ν. 2304/05 και την εγκύκλιο …/2-8-2004 καθώς και το βαθμό προσαρμογής της Τράπεζας στο Παράρτημα 4 της Π.Δ.Τ.Ε. 2577/2006, αφετέρου β) έγινε έλεγχος στο Κεντρικό Κατάστημα τής Τράπεζας, στη Διεύθυνση του Private Banking, προκειμένου να διαπιστωθεί αν εφαρμόζονται απ’ αυτό οι προβλεπόμενες με τους πιο πάνω Νόμους και εγκυκλίους για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Από τον δειγματοληπτικό έλεγχο που έγινε από την Τράπεζα της Ελλάδος στη Διεύθυνση του Private Banking της εναγόμενης, στην οποία, Διευθύντρια ήταν η ενάγουσα - εκκαλούσα, διαπιστώθηκε, εκτός των άλλων, ότι, α) παρατηρήθηκαν επί συγκεκριμένων λογαριασμών φυσικών προσώπων συναλλαγές ασυνήθεις, λογαριασμοί με δικαιούχους μετόχους και μέλη του Δ.Σ.

της τότε Τράπεζας "...", μέσω των οποίων γίνονταν κάποιες συναλλαγές μεγάλων ποσών, των οποίων (συναλλαγών) δεν αιτιολογείτο η φύση, συναλλαγές με εταιρείες άγνωστες στους αρμοδίους της Τράπεζας, β) στη Διεύθυνση Private Banking της εναγομένης τηρούνταν κατά τον χρόνο του ελέγχου 576 λογαριασμοί καταθέσεων, με δικαιούχους 200 περίπου εξωχώριες εταιρείες (off shore), από τον έλεγχο των φακέλων των οποίων διαπιστώθηκε ότι σε όλες τις εταιρείες έλειπε η προβλεπόμενη από το παράρτημα 4 της Π.Δ.Τ.Ε. 2577/06 δήλωση του νόμιμου εκπρόσωπου για τον πραγματικό δικαιούχο, από αρκετούς φακέλους έλειπε το πιστοποιητικό νόμιμης σύστασης και ισχύος, σε ορισμένες περιπτώσεις απουσίαζε το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας και σε πολλές περιπτώσεις το δελτίο νομιμοποίησης δεν ήταν πρόσφατο και συνήθως αφορούσε χρήσεις του 2004 και προηγούμενες.

Μετά τη λήψη του ως άνω εγγράφου η εναγομένη Τράπεζα απέστειλε στην ενάγουσα το με αριθμό πρωτ. .../16-5-2007 εμπιστευτικό έγγραφο της, στο οποίο της γνωστοποιείτο ότι από τον έλεγχο που διενήργησαν στην Τράπεζα οι επιθεωρητές της Τράπεζας της Ελλάδος, και σύμφωνα με το σχετικό πόρισμα που συνέταξαν προέκυψαν "για λογαριασμούς και συναλλαγές πελατών της Διεύθυνση Private Banking, στην οποία αυτή έχει οριστεί υπεύθυνη, "ιδιαιτέρως σοβαρές παραλείψεις με τη διαπίστωση παραβάσεων των διαδικασιών της Τράπεζας και της τραπεζικής δεοντολογίας καθώς και των Νόμων και των οδηγιών της Τράπεζας Ελλάδος για την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Ν. 2331/1995, Εγκύκλιος Διοίκησης Τ.τ.Ε 16/2004, Ν. 2434/2005, ΠΔΤΕ 2577/2006)" ζητούσε δε γραπτώς τις παρατηρήσεις και απόψεις της ενάγουσας επί των ειδικά αναφερόμενων διαπιστώσεων του πορίσματος (και αναφερόμενων ανωτέρω) μέχρι την Δευτέρα 21-5-2007.

Κατόπιν διαμαρτυρίας της ενάγουσας, απαλείφθηκαν από το ως άνω έγγραφο οι φράσεις ότι "προέκυψαν ιδιαιτέρως σοβαρές παραλείψεις με τη διαπίστωση παραβάσεων των διαδικασιών της Τράπεζας και της τραπεζικής δεοντολογίας καθώς και των Νόμων και των οδηγιών της Τράπεζας Ελλάδος για την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας" και αντικαταστάθηκαν με τη φράση ότι από τον ως άνω έλεγχο προέκυψαν "συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την τήρηση των διαδικασιών της Τράπεζας και της τραπεζικής δεοντολογίας καθώς και των Νόμων και των οδηγιών της Τράπεζας Ελλάδος", παρακαλούσε δε η εναγομένη εργοδότρια την ενάγουσα για τις γραπτές παρατηρήσεις και απόψεις της επί των προαναφερόμενων συγκεκριμένων πορισμάτων του ελέγχου αυτού, και παρατηρήσεις επί των αναφερόμενων στο έγγραφο της εναγομένης συγκεκριμένων λογαριασμών μέχρι την Δευτέρα 21-5-2007.

Στο ως άνω από 16-5-2007 έγγραφο της εναγομένης και παρά το γεγονός ότι αυτό αφορούσε ερωτήματα λόγω διενεργηθέντος ελέγχου από την Τράπεζα Ελλάδος, η ενάγουσα δεν απήντησε εντός της ορισθείσας προθεσμίας, ήτοι πριν την παρέλευση της Δευτέρας 21-5-2007. Με το αριθμό πρωτ. .../23-5-2007 έγγραφό της, η ενάγουσα απάντησε στις ως άνω διαπιστώσεις του πορίσματος του ως άνω ελέγχου αρνούμενη την ευθύνη της για τις ανωτέρω διαπιστώσεις, οι ως άνω απαντήσεις της όμως δεν κρίθηκαν επαρκείς.

Στη συνέχεια η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος επέβαλε, παρά τις διευκρινίσεις της ενάγουσας, κυρώσεις στην εναγομένη εργοδότρια της ενάγουσας. Συγκεκριμένα η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος με απόφαση της, ληφθείσα στην συνεδρίαση ΕΤΠΘ …/24-7-2007, επέβαλε στην εναγομένη για τις προαναφερθείσες παραβάσεις στην Διεύθυνση του Private Banking της εναγομένης, ως κύρωση, άτοκη κατάθεση για ένα εξάμηνο στην Τράπεζα της Ελλάδος, με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού που τηρείται σ’ αυτή, συνολικού ποσού 3.000.000 ευρώ και ζήτησε από την Διοίκηση της εναγομένης να συστήσει στα αρμόδια όργανά της την εφεξής απαρέγκλιτη εφαρμογή των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη, μετά την λήψη του προαναφερόμενου υπ’ αριθμ. .../8-5-2007, Εμπιστευτικού εγγράφου της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, κατήγγειλε, με το από 15-6-2007 έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που υπήρχε μεταξύ τους, επικαλούμενη "λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπό της και την εν γένει λειτουργικότητά της", προσέφερε στην ενάγουσα νόμιμη αποζημίωση 4 μηνιαίων μισθών και 1/6 έπ’ αυτών, ανερχόμενη στο ποσό των 38.724,67 ευρώ και "προς άρση κάθε αμφισβήτησης" εκ μέρους της, προσέφερε στην ενάγουσα και πρόσθετη αποζημίωση 4 μηνιαίων μισθών ποσού 32.048 ευρώ, καλώντας την να παρουσιαστεί στα γραφεία της εναγομένης προκειμένου να εισπράξει την ανωτέρω, νόμιμη και εξ ελευθεριότητας καταβαλλόμενη αποζημίωσή της.

Από όλα τα προαναφερθέντα αποδείχτηκε ότι η υπό της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας ουδόλως υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια, ούτε οφειλόταν σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή της η ενάγουσα, καθόσον οι λόγοι που επικαλέστηκε προς επίρρωση του σχετικού ισχυρισμού της η ενάγουσα δεν αποδείχτηκαν, κατά τα προαναφερθέντα.

Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε, ότι τον Δεκέμβριο 2006 σε συνάντησή της ενάγουσας με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης Λ. για ικανοποίηση των αξιώσεων της ενάγουσας στο δικαίωμα προαίρεσης, ο ανωτέρω είχε αρνητική στάση, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν μπορούσε να εμποδίσει την ενάγουσα να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα προαίρεσης που της είχε παραχωρηθεί μέχρι της 15-12-2006 κατά τα προεκτεθέντα, με έγγραφη δήλωσή της προς την Τράπεζα και με την ταυτόχρονη καταβολή της αξίας των μετοχών που δικαιούτο.

Ωστόσο αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε υπέβαλε τέτοια έγγραφη δήλωση προς την εναγομένη Τράπεζα και δη με ταυτόχρονη καταβολή της αξίας των μετοχών που δικαιούτο, μέχρι τις 15-12-2006, οπότε, όπως καλώς γνώριζε η ενάγουσα, το σχετικό δικαίωμά της θα απεσβέννυτο, όπως και πράγματι αποσβέστηκε. Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι τον Δεκέμβριο του 2006 σε συνάντησή της ενάγουσας με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης αυτός είχε αρνητική στάση σε σχέση με την ικανοποίηση του (κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς της ενάγουσας), φερόμενου ως μετατραπέντος σε μισθολογική απαίτηση του δικαιώματος προαίρεσης, ιδία εν όψει και του ότι, σύμφωνα και με τα αναλυτικά προαναφερθέντα ουδόλως αποδείχτηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια δεσμευτική για την εναγομένη μετατροπή του δικαιώματος προαίρεσης.

Αξίζει να τονιστεί ότι το ως άνω δικαίωμα προαίρεσης, το οποίο, όπως ανωτέρω εξετέθη, η ενάγουσα μπορούσε ελεύθερα να είχε ασκήσει μέχρι τις 15-12-2006, μετά την ως άνω ημερομηνία (15-12-2006) αποσβέστηκε, οπότε, μετά την ως άνω ημερομηνία (15-12-2006) ουδείς, ούτε βέβαια ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, είχε οποιοδήποτε λόγο ή συμφέρον να προσπαθήσει να πείσει την ενάγουσα να παραιτηθεί από την άσκηση ενός αποσβεσθέντος πλέον δικαιώματος.

Επομένως αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεν οφειλόταν σε δόλο της εναγομένης, αδικαιολόγητη κακότητα και εκδικητικότητα προς την ενάγουσα και συνακόλουθα δεν ήταν καταχρηστική, καθώς δεν υπερέβαινε τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης, αλλά οφειλόταν στην συνεπεία του προαναφερθέντος ελέγχου της Τράπεζας Ελλάδος και των προαναφερόμενων διαπιστώσεων του ελέγχου αυτού, διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ της εναγομένης εργοδότριας και της εργαζομένης-ενάγουσας, και συγκεκριμένα, όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στην ως άνω καταγγελία, λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της ενάγουσας και την εν γένει λειτουργικότητά της.

Επομένως αφού δεν αποδείχτηκαν οι υπό της ενάγουσας επικαλούμενοι με την αγωγή της λόγοι καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η γενόμενη υπό της εναγομένης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, που έκρινε, Α) ότι το δικαίωμα προαίρεσης της ενάγουσας δεν είχε μετατραπεί σε μισθολογικό και ως εκ τούτου απέρριψε το αγωγικό αίτημα καταβολής του ποσού των 219.773 ευρώ, λόγω μετατροπής του δικαιώματος προαίρεσης που είχε αυτή σε μισθολογική παροχή, ως αβάσιμο κατ’ ουσία και Β) ότι η γενόμενη από την εναγομένη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, που την συνέδεε με την ενάγουσα-αναιρεσείουσα, δεν ήταν καταχρηστική, αλλά έγκυρη, με συνέπεια τη λύση της εργασιακής σύμβασης, και ως εκ τούτου απέρριψε το αγωγικό αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας, ως αβάσιμο κατ’ ουσία, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955, 22 παρ.1 και 2 του Ν.2190/1920 και 648, 669 παρ. 2 και 281 ΑΚ.

Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος, κατά ένα μέρος, λόγος των δεύτερων από 8-10-2015 προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το κρίσιμα ως άνω ζητήματα (της μη μετατροπής του δικαιώματος προαίρεσης της ενάγουσας σε μισθολογική παροχή και της μη καταχρηστικότητας της απόλυσης), επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ούτε παραβίασε τις διατάξεις αυτές.

Ειδικότερα το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του με πληρότητα προσδιορίζει την αναρμοδιότητα της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΔΣ της τράπεζας ν’ αποφασίζει για μετατροπή του δικαιώματος προαίρεσης των δικαιούχων εργαζομένων σε μισθολογική παροχή, την εξουσιοδότηση της Γενικής Συνέλευσης της τράπεζας αποκλειστικά προς το ΔΣ ν’ αποφασίζει για το θέμα αυτό, την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ως αιτία της απολύσεώς της, δεχόμενο ότι αποδείχθηκε ότι η απόλυση έγινε όχι από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης της εναγομένης, αλλά, όπως αναφέρεται στην απόφαση, αυτή έγινε για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της απολυόμενης αλλά και για τις παραβάσεις των συμβατικών της υποχρεώσεων, ήτοι διότι από τον έλεγχο των επιθεωρητών της Τράπεζας Ελλάδος που έγινε στην εναγομένη Τράπεζα στη Διεύθυνση Private Banking, στην οποία υπεύθυνη ήταν η ενάγουσα, προέκυψαν παραλείψεις και συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την τήρηση των διαδικασιών της τράπεζας και της τραπεζικής δεοντολογίας καθώς και των νόμων και οδηγιών της τράπεζας της Ελλάδος για την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και ότι συνεπεία της πλημμελούς αυτής εκτέλεσης των καθηκόντων της και της παράβασης των συμβατικών της υποχρεώσεων η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε στην εναγομένη τράπεζα ως κύρωση άτοκη κατάθεση για ένα εξάμηνο στην Τράπεζα της Ελλάδος με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού που τηρούσε σ’ αυτή συνολικού ποσού 3.000.000 ευρώ.

Περαιτέρω η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι διαπιστώσεις, που περιείχε το ως άνω έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν <<βάσιμες>> δεν αναιρεί τα προαναφερθέντα, συνιστά επιχείρημα αυτής, που σχετίζεται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματός της και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Έτσι το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι μετατράπηκε το δικαίωμα προαίρεσης που είχε αυτή σε μισθολογική παροχή και ότι η απόλυσή της έγινε εκ λόγων εμπάθειας και εκδικήσεως λόγω της διεκδίκησης από αυτήν του δικαιώματος προαίρεσης που είχε εναντίον της εναγομένης.

Επομένως, οι δεύτερος λόγος αναίρεσης και δεύτερος λόγος των δεύτερων προσθέτων λόγων αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Τέλος, το Εφετείο, με το να δεχθεί τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 2.

Για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της σχετικής προτάσεως, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 1160/2015, ΑΠ 1148/2013, ΑΠ 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και τρίτο λόγους των από 8-10-2015 δεύτερων προσθέτων λόγων της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε, 1) τις διατάξεις που διέπουν την αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου των ανωνύμων εταιρειών ν’ αποφασίζει για τις πράξεις της διοικήσεως και διαχειρίσεως της περιουσίας της καθώς και τους περιορισμούς της εξουσίας του, με το να δεχθεί, ότι η Εκτελεστική Επιτροπή του ΔΣ της εργοδότριας τράπεζας δεν είχε εξουσιοδότηση και αρμοδιότητα ν’ αποφασίζει για μετατροπή του δικαιώματος προαίρεσης σε μισθολογικές παροχές προς το προσωπικό της και 2) τις διατάξεις των άρθρων 648 και 361 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε, την απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου για μη μετατροπή του δικαιώματος προαίρεσης που είχε αυτή σε μισθολογική παροχή, χωρίς να μπορεί να ελέγξει αν η απόφαση είχε εκδοθεί από αρμόδιο όργανο, που είχε εξουσιοδοτηθεί αρμοδίως από την τράπεζα, πράγματα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι αβάσιμα.

Παρατηρείται, όμως, ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, στους οποίους στηρίζεται, προτάθηκε από αυτήν νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγους της έφεσής της ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα.

Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξεως, όπως είναι και η περί επιδείξεως εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 31/2006) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο δεν απεφάνθη επί του αιτήματός της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφου και δη του πρακτικού της υπ’ αριθμ. .../30-8-2006 συνεδρίασης της εκτελεστικής επιτροπής της εναγομένης Τράπεζας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τα εκτιθέμενα σχετικώς στο αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ενάγουσας, όπου στο ιστορικό και μόνο (και όχι και στο αιτητικό της) αυτολεξεί αναφέρεται ότι << Η εκκαλούμενη ,χωρίς να λάβει υπόψη της την ως άνω ένορκη βεβαίωση του Προέδρου του ΔΣ και της εκτελεστικής επιτροπής ,χαρακτήρισε με ευκολία ως <<αναξιόπιστο>> το ως άνω έγγραφο, καθότι ανυπόγραφο.

Ωστόσο, καθότι η εκκαλούμενη καταφανώς έσφαλε, υποβάλλουμε ενώπιόν σας κατ’ άρθρο 450, 451 ΚΠολΔ αίτημα να προσκομίσει η εφεσίβλητη στην έδρα, κατά την συζήτηση της παρούσας, επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου του πρακτικού της υπ’ αριθμ. .../30.08.2006 συνεδρίασης της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας, που έχει στην κατοχή της, όπως βεβαιώνει ενόρκως και ο μάρτυράς μας κ.

Γ., Πρόεδρος του ΔΣ της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ και Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής από το 2001 έως και 6.10.2006>>, προκύπτει ότι η περί επιδείξεως του εγγράφου αίτηση δεν ήταν παραδεκτή και σύννομη, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο του εγγράφου και δεν εκθέτει περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον της αιτούσας, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της αιτούσας ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού της αντιδίκου της Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω τη ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-8-2014 αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4150/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ