123/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated123/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως πλήττει (και) την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 137/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η επίσης αναιρεσιβαλλομένη δευτεροβάθμια υπ' αριθμ. 6540/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εξέτασε, ύστερα από έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, την ουσία της υποθέσεως και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.
Full text
Απόφαση 123 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 123/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Alcatel Lucent Ελλάς Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Τριχια με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Ε. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6540/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 12-9-2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον τούτο εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως πλήττει (και) την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 137/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού η επίσης αναιρεσιβαλλομένη δευτεροβάθμια υπ' αριθμ. 6540/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εξέτασε, ύστερα από έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της άνω πρωτόδικης αποφάσεως, την ουσία της υποθέσεως και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.
Άρα η πρωτοβάθμια κρίση έχει ενσωματωθεί στη δευτεροβάθμια απόφαση, η οποία και μόνο υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, για τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Το εν λόγω άρθρο 559 του ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή, αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του περί του νόμω βασίμου της αγωγής ή, αντιθέτως, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 753/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: 1) Αν προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος, για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά στοιχεία. 2) Αν προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως και γ) ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός. 3) Αν προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν α) ότι όχι μόνο προσκομίσθηκαν στο Εφετείο, αλλά και ότι έγινε επίκληση των αποδεικτικών μέσων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (αναιρεσείοντα) κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προβλήθηκε από αυτόν και β) ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, τούτο δέχθηκε, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, ότι είναι δικηγόρος Αθηνών και με την από 27-4-2001 σύμβαση έμμισθης εντολής, που συνήψε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει σ' αυτήν τις νομικές υπηρεσίες του, για αόριστο χρονικό διάστημα, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία από 1-1-2009 συμφωνήθηκε στο ποσό των 8.330 ευρώ μηνιαίως και ότι η εναγομένη στις 12-2-2010 του γνωστοποίησε εγγράφως τη λύση, ήδη από την 31-12-2009, της μεταξύ τους συμβάσεως εντολής, χωρίς να τηρήσει τη συμφωνηθείσα εξάμηνη προθεσμία καταγγελίας (προμηνύσεως) και χωρίς να του καταβάλει την από τη σύμβαση αυτή και το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, αρνούμενη στο εξής να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του.
Ζήτησε δε ο ενάγων να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της μεταξύ τους συμβάσεως έμμισθης εντολής ήταν άκυρη και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι, ενόψει των ανωτέρω και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένδικη αγωγή περιέχει με επαρκή πληρότητα όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για να είναι ορισμένη και ότι δεν ήταν απαραίτητο για την θεμελίωσή της να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη (αναιρεσείουσα), με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που απέρριψε την περί αοριστίας της ένδικης αγωγής προβληθείσα ένστασή της, αν ο μισθός του ενάγοντος ήταν μεικτός ή καθαρός, αν επιβαρυνόταν με φόρους, τι είδους φόρους και σε ποιο ποσοστό, ποιες ήταν ακριβώς οι ώρες και οι ημέρες παροχής των υπηρεσιών του και ποιοι ήταν οι αντισυμβαλλόμενοι, αν παρείχε ο ίδιος (ο ενάγων) τις νομικές υπηρεσίες του ή οι συνεργάτες του, σε δικό του χώρο ή σε χώρο της εναγομένης, αν του επιτρεπόταν η απασχόληση και με άλλες υποθέσεις, αν τελούσε σε σχέση εντολής με άλλο πρόσωπο κ.λπ.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους παραπάνω λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή περιείχε με επαρκή πληρότητα όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής και ότι δεν ήταν αναγκαίο για την θεμελίωσή της να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα παραπάνω και άλλα στοιχεία που επικαλέσθηκε αυτή (αναιρεσείουσα) με την ένσταση περί αοριστίας της ένδικης αγωγής που προέβαλε, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα κατά λέξη, "κατά συνέπεια θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα σφάλματα αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Περαιτέρω - συνεχίζει η αναιρεσείουσα - ο λόγος αυτός αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτά, καθώς το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε την εξεταζόμενη ένστασή μας ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, αλλά έκρινε ότι, κατά το μέρος που τα επικληθέντα από εμάς γεγονότα και η αντίστοιχη ένσταση αφορούν το ιστορικό της ένδικης αγωγής (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα".
Ο λόγος αυτός (πρώτος) της αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι αυτά που εκθέτει η αναιρεσείουσα δεν αποτελούν συγκεκριμένη πλημμέλεια, η οποία να μπορεί να υπαχθεί στην επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και σε κάποιον από τους άλλους λόγους αναιρέσεως που περιοριστικά απαριθμούνται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο (τελευταίο) λόγους της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλήττεται πράγματι η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του Εφετείου :
Ότι η δήλωση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) η περιεχόμενη στην από 12-2-2010 επιστολή της προς τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) αποτελούσε καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως έμμισθης εντολής, η οποία (καταγγελία) ήταν άκυρη λόγω μη τηρήσεως εκ μέρους της καταγγέλλουσας (εναγομένης) της ρητώς συμφωνημένης εξάμηνης προθεσμίας προμηνύσεως.
Ότι το φυσικό πρόσωπο - διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, που προέβη στην τροποποίηση της μεταξύ των διαδίκων αρχικής συμβάσεως, ως προς την εξειδίκευση του όρου της καταγγελίας αυτής (συμβάσεως) κατόπιν εξάμηνης προθεσμίας προειδοποιήσεως και καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας, είχε την σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, το οποίο και ενέκρινε την τροποποίηση αυτή, και ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε ευθύς εξαρχής σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία (σύμβαση) ήταν καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ενόψει όλων όσων εκτέθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-1-2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Alcatel Lucent Eλλάς Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" (διακριτικός τίτλος "ALUH"), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6540/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 137/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ