123/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2715/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3680/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated123/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το σκέλος τούτο, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δίκασε στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου έχει εφαρμογή το επιτρέπον τη λήψη υπόψη και αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου άρθρο 671 παρ.1 εδ.
Full text
Απόφαση 123 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κοσκινά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Β.Ε.Κ.Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μανωλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2715/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3680/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 3/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24/10/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει πρασαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.-
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στις κρίσεις περί μη συνδρομής γεγονότων, που συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσείουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση και περί ανυπαρξίας περιπτώσεως καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, εργοδότριάς της, έναντι αυτής χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όμως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι, καθώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και, επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς απόδειξη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται, ότι η μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, όπως είναι και η ομολογία, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού τούτου μέσου κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Διότι, ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέστηκε και να το αποδεικνύει προσκομίζοντας τις προτάσεις του.-
Συνεπώς, οι δεύτερος και πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως (μάλιστα, ο πέμπτος λόγος κατά το άνω σκέλος του, παρά την αναφορά του στον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται εκ του περιεχομένου του στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθρου αυτού) για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο διαλαμβανόμενης στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ομολογίας χωρίς, όμως, να αναφέρεται, αν έγινε από την αναιρεσείουσα επίκληση της ομολογίας αυτής ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αόριστοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται σε όσες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. Κ.Πολ.Δ., το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (βλ. άρθρ. 671 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.), όπως είναι και οι εξαιρετέοι (λόγω της ιδιότητάς τους ή ως έχοντες έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης) μάρτυρες, οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.-
Επί του προκειμένου, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθ. 12 του ίδιου άρθρου), για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε τη μαρτυρική κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του αναφερόμενου μάρτυρα, υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, για την εξέταση του οποίου είχε εκφράσει αντιρρήσεις η αναιρεσείουσα, ως προσδοκώντος έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Κατά το σκέλος τούτο, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δίκασε στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου έχει εφαρμογή το επιτρέπον τη λήψη υπόψη και αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου άρθρο 671 παρ.1 εδ.
α' Κ.Πολ.Δ., το οποίο ισχύει και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ.2 εδ. α` Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις αναφερόμενες σε αυτό εξαιρέσεις, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται, κατά τα άνω, από τον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δε, ο από τον αριθμό 19 του ανωτέρω άρθρου λόγος ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρινόμενων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς.-
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, προβάλλονται αποσπασματικώς αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, ως προς την ανυπαρξία μονομερούς εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσείουσας, εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση αυτή. Στις εν λόγω αιτιάσεις, επομένως, δεν θεμελιώνεται η έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς και πρέπει οι πιο πάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αναιρέσεως να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, αφού για τη στοιχειοθέτηση των λόγων αυτών αναφέρεται, ότι το Εφετείο, ενόψει και των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων, έπρεπε να δεχθεί άλλα πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των στηριζόμενων επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής της συμβάσεως αγωγικών αιτημάτων (περί αποζημιώσεως απολύσεως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας αυτής από την άνω αιτία), τα οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών, γενικώς, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εκείνο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και, παρόλα αυτά, δεν τις εφάρμοσε. Το στοιχείο τούτο, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.-
Ενόψει τούτων, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την προβολή της αιτίασης ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. σε σχέση με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, εφόσον δεν παρατίθενται από την αναιρεσείουσα παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τις οποίες να προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε (και μάλιστα ανελέγκτως) κενό ή αμφιβολία σε οποιαδήποτε κρίσιμη για την υπόθεση δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων, προϋπόθεση απαραίτητη για την προσφυγή του Δικαστηρίου στην εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της. Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός λόγος, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας, που πηγάζει από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., να λαμβάνει υπόψη και να συνεκτιμά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από αυτούς πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα από αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του ιδιαιτέρως και διεξοδικώς, ενώ η στάθμιση της αποδεικτικής τους βαρύτητας σε σχέση με το θέμα της απόδειξης απόκειται στην ελεύθερη κρίση του.-
Στη δικαζόμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδοτρίας της, εκτιμώντας, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικώς αναφέρει και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του.
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθ. 10.012/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επομένως, ο όγδοος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται κυρίως το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ενώ, ως προς το επικουρικό του σκέλος, με το οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε επαρκώς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας (από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2011 αίτηση της Κ. Κ., για αναίρεση της 3680/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ