Legislator Case Law & Legislation
123/2012 AI generated

123/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 123/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 123 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123/2012

Legislator headnote

AI generated

123/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 123 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123/2012

Keywords

AI generated
suspension of unemployment benefits fixed-term work cessation of gainful employment unpaid work posted workers detachment leave for youth work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Γ., 2) Γ. Χ. του Α. και 3) Α. Ζ. του Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ρήγο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πάργας, που εδρεύει στην Πάργα Πρεβέζης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πάργας, η οποία καταργήθηκε με την 12972/620/20-4-2011 απόφαση του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου - Δυτικής Μακεδονίας, όπως δήλωσε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Μαριώρας, ο οποίος και τον εκπροσώπησε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-3-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει' από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμό;

αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) Τέλος, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης.

Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του.

Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευση του.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι αναιρεσείοντες ιστορούν σ' αυτήν ότι το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. αποτελεί αμιγή δημοτική επιχείρηση, συσταθείσα με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πάργας και διεπόμενη από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ότι με την ανωτέρω απόφαση προσδιορίστηκε ο σκοπός της επιχείρησης, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταρτίσθηκε πρόγραμμα επιχορήγησης ιδιωτικών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και επιχειρήσεων ΟΤΑ για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας και απασχόλησης ανέργων με επιδότηση από τον Ο.Α.Ε.Δ.

Ότι το εναγόμενο αποφάσισε τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα και με απόφαση του Ο.Α.Ε.Δ., εγκρίθηκε η υπαγωγή του σε αυτό για απασχόληση συνολικά 45 εγκεκριμένων θέσεων ανέργων, ότι σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου αποφάσισε την πρόσληψη 45 ατόμων και μεταξύ αυτών και των εναγόντων του πρώτου και του τρίτου ως υδραυλικών ¬ εργατών ύδρευσης και του δεύτερου ως υπαλλήλου γραφείου, οι οποίοι προσελήφθησαν ο πρώτος και ο τρίτος στις 4-5-2000, ο δεύτερος στις 6-6-2000 στην πραγματικότητα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κατά την πρόσληψη τους δεν υφίστατο συνομολογημένος χρόνος, επιπλέον δε η φύση των εργασιών που παρείχαν εξυπηρετούσε εξαρχής πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης, ότι εργάστηκαν ανελλιπώς μέχρι και την 31-3-2003, οπότε το εναγόμενο τους δήλωσε ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες τους, πλην όμως η καταγγελία των συμβάσεων τους είναι άκυρη, καθώς έγινε χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή αποζημιώσεως.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήταν αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία των συμβάσεων ήταν άκυρη και ότι οφείλει να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά ως μισθούς υπερημερίας. Το Μονομελές πρωτοδικείο Πρέβεζας με την υπ' αριθμ. 886/2003 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επί της εφέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της απόφασης αυτής το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής: Η, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν, να αναγνωρισθεί: α) ότι οι αναφερόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τις οποίες συνήψαν με την εναγομένη, για ορισμένο, μη υπερβαίνον τους 24 μήνες, χρονικό διάστημα, βάσει ισοχρόνου επιχορηγήσεως της προσλήψεώς τους από τον ΟΑΕΔ, είναι συμβάσεις αορίστου χρόνου, εκ του ότι με την παρασxεθείσα εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, β) ότι η καταγγελία των εν λόγω συμβάσεών τους από την εναγομένη είναι άκυρη, λόγω μη τηρήσεως των προβλεπομένων από τον ανωτέρω νόμο διατυπώσεων για την καταγγελία συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και γ) ότι η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερθεiσες υπηρεσίες τους κατά τον μετά την καταγγελία των συμβάσεων τους χρόνο, έχει καταστεί υπερήμερη, οφείλουσα σ' αυτούς) αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας, είναι μη νόμιμη, υπό την έννοια ότι και αν τα ανωτέρω περιστατικά είναι αληθινά δεν παρέχεται στους ενάγοντες η αιτούμενη έννομη προστασία.

Και τούτο διότι αφού κατά τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς η πρόσληψη των εναγόντων έγινε βάσει της επιχορηγήσεως του ΟΑΕΔ για χρονικό διάστημα αντίστοιχο με εκείνο για το οποίο προσλήφθηκαν οι ανωτέρω ορισμένου χρόνου συμβάσεις - τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, διότι ο καθορισμός της διάρκειάς τους έγινε λόγω της ανωτέρω ειδικής περιστάσεως, ήτοι της επιχορηγήσεως των προσλήψεών τους από τον ΟΑΕΔ και όχι για την καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου διατάξεων του νόμου 2112/1920.

Τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν: α) από το ότι η εναγομένη συνέχισε την απασχόληση των εναγόντων μετά τη λήξη των ανωτέρω συμβάσεων τους την 3-10-2001, 5-6-2002 και 3-4-2002 αντίστοιχα μέχρι 31-3-2003, πρωτίστως διότι η βάση της εν λόγω παρατάσεως απασχόληση των εναγόντων δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση εργασίας, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις τις οποίες, με ποινή την ακυρότητα, απαιτούν προς τούτο οι νόμοι 219011994 και 2527/1997 και οι οποίες διατυπώσεις έπρεπε να είχαν τηρηθεί λόγω της φύσεως της εναγομένης ως επιχειρήσεως του Δήμου Πάργας κατ' άρθρο 1 παρ. 3 του νόμου 2527/1997, λόγω δε της ακυρότητας αυτής (ΑΚ 3, 174, 180) με την ανωτέρω απασχόληση των εναγόντων οι αρχικές συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου δεν μετετράπησαν, βάσει του άρθρου 671 ΑΚ, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, β) από την κοινοτική Οδηγία 1999 /70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 για την εργασία ορισμένου χρόνου, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της και, κυρίως, την 5η ρήτρα της, δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, ήτοι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη, γι' αυτό δεν έχει ισχύ πριν από την παρεμβολή του εθνικού νομοθέτη και, συνεπώς, δεν ισχύει κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2001, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας σ' αυτή και μέχρι την 2-4-2003, ημεροχρονολογία ενάρξεως της ισχύος του κατωτέρω 81/2003 ΠΔ και γ) από το ΠΔ 81/2003, το οποία εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νoμoθεσίας τις διατάξεις της ανωτέρω οδηγίας, πρωτίστως, διότι κατά την έναρξη της ισχύος του (2-4-2003, κατά το ακροτελεύτιο άρθρο του, δεν ήταν ενεργείς οι ανωτέρω συμβάσεις αφού, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αυτές είχαν λήξει την 31-3-2003, πέραν του ότι για τον προεκτεθέντα λόγο ακυρότητας η απασχόληση των εναγόντων μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου και μέχρι την 31-3-2003 δεν συνιστούσε σύμβαση εργασίας, ώστε συντρεχουσών και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων να εμπίπτει στη ρύθμιση του ανωτέρω ΠΔ, αλλά απλή σχέση εργασίας.

Μετά ταύτα αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω, αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το εφαρμόσει τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που ισχύει από 17-4-2001, καθώς και την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28/6/1999 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες συμβάσεις εργασίας τους, φέρονται ότι καταρτίστηκαν πριν την 17-4-2001 και ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, καταρτίστηκαν δε ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αγωγή ήταν νόμιμη.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 530 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 233/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ