Legislator Case Law & Legislation
123/2008 AI generated

123/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 123/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.12.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 69/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 71/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19.03.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 12.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

123/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 873 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 123 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 123/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: ....., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ανδρέας Βρόντος, που ανακάλεσε την από 14.11.2007 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων:1) ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιγνάτιος Παππάς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 2) ...., δικηγόρου, κατοίκου Καρδίτσας, παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.12.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 69/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 71/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19.03.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 12.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο και (κατά παραβίαση δικονομικής διάταξης) κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου εφέσεως όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 873 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις.

Τέτοια δε πρόθεση μπορεί να προκύπτει και από τον τύπο που επέλεξαν τα μέρη, όπως είναι εκείνος της συναλλαγματικής, η οποία κατεξοχήν ιδρύει αναιτιώδη ενοχή (Ολ.ΑΠ 2088/1985). Και ναι μεν η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοση και αποδοχή της, δεν αποτελεί κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της, όμως ο οφειλέτης ή κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από τη συναλλαγματική, ακόμα και στο πλαίσιο ανακοπής κατά της εκτέλεσης στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 933 επ.

του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής, που στηρίζει τον εκτελούμενο τίτλο, καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης ή την ανυπαρξία της, ως εκ των οποίων η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας, στη συνέχεια δε υποχρεούται να αποδείξει ότι η αιτία για την οποία έγινε η έκδοση και αποδοχή της συναλλαγματικής είναι ανύπαρκτη, και η πληρωμή της θα καταστήσει τον κομιστή του τίτλου αδικαιολόγητα πλουσιώτερο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της προϋπόθεσης προκύπτουν τα εξής:

ΙΙ. Με την από 4-12-2004 ανακοπή του αναιρεσείοντος και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους ζητήθηκε η ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων σε βάρος του πρώτου των αναιρεσίβλητων, με βάση την υπ' αρ. 267/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, και ειδικότερα:

α) του παραπάνω εκτελεστού τίτλου, β) της επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του α' εκτελεστού απογράφου, και γ) του από ..... κατασχετηρίου εγγράφου του δευτέρου των αναιρεσίβλητων κατά του πρώτου κοινοποιούμενου στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, για το λόγο ότι ο εκτελεστός τίτλος είναι άκυρος και η απαίτηση από τη συναλλαγματική ανύπαρκτη, γιατί α) εκδόθηκε βάσει άκυρης συναλλαγματικής, η οποία καταρτίστηκε εικονικώς, β) άλλως αντίθετα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, και γ) ενάντια στα χρηστά ήθη, αφού δεν υφίσταται μεταξύ των αναιρεσίβλητων καμία οφειλή, και για την έκδοση της διαταγής πληρωμής οι αναιρεσίβλητοι εξαπάτησαν τον Δικαστή που την εξέδωσε παριστώντας ως αληθή τη μεταξύ τους βασική σχέση, και δ) διότι η εν λόγω συναλλαγματική συντάχθηκε από τους τελευταίους με συμπαιγνία τους, ώστε με την επιβολή της δεύτερης κατάσχεσης εκ μέρους τους σε καταθετικό λογαριασμό του πρώτου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ποσού 2.789,49 ευρώ, να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησής του εκ της υπ' αρ. 104/2004 αποφάσεως του πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με βάση την οποία έγινε πρώτη κατάσχεση από αυτόν στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό.

ΙΙΙ. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής αυτής από τις διατάξεις των άρθρων 982 επ., 933 παρ.1 και 2, 934 παρ. 1α,β και 2, 585 του Κ.Πολ.Δ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 635-644 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσίβλητοι ως καθ' ων η ανακοπή, με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, απέκρουσαν αιτιολογημένα τους πιο πάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που αποτελούσαν και αυτοτελείς λόγους της ανακοπής του, για ανυπαρξία της απαίτησης του δεύτερου από αυτούς που ενσωματώθηκε στη συναλλαγματική με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη Διαταγή πληρωμής, και τις συνδεόμενες αιτιωδώς με την ανυπαρξία αυτή πιο πάνω ακυρότητες της απαίτησης του δεύτερου.

Ισχυρίσθηκαν δε ειδικότερα, ότι: "ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ήταν πληρεξούσιος Δικηγόρος του πρώτου και με την ιδιότητά του αυτή μετά από εντολή εκείνου χειρίστηκε σειρά αναφερομένων δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων του ίδιου και της οικογένειάς του, χωρίς να του καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό για αμοιβή και τα καταβληθέντα εξ ιδίων έξοδα, παράλληλα δε κατά διαστήματα δάνεισε στον πρώτο διάφορα χρηματικά ποσά, για την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών του, ενώ χρησιδάνεισε προς τον πρώτο και ένα αυτοκίνητο από το έτος 1993, και κατέβαλε τα τέλη κυκλοφορίας, ότι στις 30.5.2004 οι αναιρεσίβλητοι με σκοπό εκκαθάρισης των πιο πάνω οικονομικών λογαριασμών τους, ο μεν δεύτερος περιόρισε τις πιο πάνω απαιτήσεις του από λόγους φιλίας και ανθρωπισμού στο συνολικά κεφαλαιοποιημένο ποσό των 8.000 Ευρώ, ο δε πρώτος αναγνώρισε την οφειλή του από τις αιτίες αυτές και αποδέχθηκε την ισόποση συναλλαγματική εκδόσεως του δεύτερου με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής για τη διασφάλιση της πληρωμής της οφειλής του".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 69/2005 οριστική απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε το Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 71/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έγιναν δεκτά ανέλεγκτα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών με την ανακοπή του ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται απαίτηση μεταξύ των εφεσίβλητων και ως εκ τούτου δεν είναι έγκυρη η διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι η συναλλαγματική είναι εικονική κι έγινε μόνο κατά το φαινόμενο, διαφορετικά ότι είναι προϊόν συμπαιγνίας των εφεσιβλήτων και απάτης επί του δικαστηρίου, και διαφορετικά ότι καταρτίστηκε με σκοπό οι τελευταίοι να επιτύχουν τη δημιουργία ψευδούς χρέους και τη συνεπεία αυτού ματαίωση της ικανοποίησης της ως άνω απαίτησής του κατά του πρώτου από αυτούς.

Από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκε ότι η επίμαχη συναλλαγματική που εξέδωσε ο δεύτερος των εφεσίβλητων κι αποδέχθηκε ο πρώτος από αυτούς ποσού 8.000 ευρώ είναι έγκυρη, καθόσον εκδόθηκε στα σοβαρά κι όχι μόνο φαινομενικά. Ας σημειωθεί ότι ο εκκαλών που έφερε το βάρος της απόδειξης της εικονικότητας αυτής δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Αντίθετα από διάφορα έγγραφα που προσκομίζει ο δεύτερος των εφεσίβλητων προκύπτει ότι αυτός ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου από το έτος 1989 έως και το 2004 χειριζόταν δικαστικώς ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εξωδίκως τις υποθέσεις αυτού και της συζύγου του. Κατά δε το έτος 1993 χρησιδάνεισε στον ίδιο το με αριθμό κυκλοφορίας .....

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του και κατέβαλε εξ ιδίων τα ασφάλιστρα και τέλη κυκλοφορίας μέχρι 30-12-2001 και κατά καιρούς δάνειζε στον ίδιο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να ανταποκριθεί στις καθημερινές βιοτικές ανάγκες αυτού και της οικογενείας του. Με συμφωνία δε προσδιόρισαν το ύψος της οφειλής του πρώτου προς το δεύτερο στο ποσό των 8.000 ευρώ.

Προς διασφάλιση της πληρωμής του ποσού αυτού ο πρώτος των εφεσίβλητων αποδέχθηκε στις 30-5-2004 την επίμαχη συναλλαγματική. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός περί παραπλάνησης του Ειρηνοδίκη που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, αφού αυτός με την υποβολή της σχετικής αίτησης προς έκδοσή της δεν παραπλανήθηκε δια ψευδών παραστάσεων των εφεσίβλητων, διότι, όπως προεκτέθηκε, η συναλλαγματική δεν ήταν εικονική, ώστε να ενσωματώνει μόνο φαινομενικά απαίτηση του δευτέρου από αυτούς κατά του πρώτου.

Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι προσπάθησαν να εμφανίσουν ψευδές χρέος μετά από εικονική μεταξύ τους συναλλαγή, προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησης του εκκαλούντος που είχε σε βάρος του πρώτου από αυτούς, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η επίμαχη συναλλαγματική ήταν έγκυρη κι εκδόθηκε από το δεύτερο εφεσίβλητο για τη διασφάλιση της πληρωμής του οφειλόμενου ποσού από τον πρώτο προς αυτόν, την οποία, όπως προεκτέθηκε, αποδέχθηκε ο πρώτος εφεσίβλητος.

Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια κι απέρριψε ως αβάσιμη την ανακοπή, ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή αυτής της σκέψης και προέβη σε σύννομη και προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το εφετήριο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και η έφεση στο σύνολο της απορριπτέα ως αβάσιμη".

IV. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι: "το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του αριθ. 216 του Κ.Πολ.Δ δεν κήρυξε απαράδεκτους ως αόριστους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων ως προς την αιτιώδη σχέση της απαίτησης του δεύτερου από αυτούς που απετέλεσε την υποκείμενη αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το απαράδεκτο δε αυτό προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί στην προκειμένη περίπτωση, οι πιο πάνω προβληθέντες με τις προτάσεις των αναιρεσίβλητων "ισχυρισμοί", όπως ορθά κρίθηκε και από την προσβαλλόμενη δεν ήταν αυτοτελείς, αλλ' αποτελούσαν αναπτυγμένη άρνηση των λόγων της ανακοπής του αναιρεσείοντος για την ανυπαρξία της απαίτησης του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως υποκειμένης αιτίας έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής, που αποτέλεσε και τη βάση έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όσο η ανυπαρξία αυτή συνδεόταν επάλληλα αιτιωδώς κατά την ανακοπή με εικονικότητα, και συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων παράνομη, αντίθετη στα χρηστά ήθη, παραπλάνητική και καταδολιευτική.

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ. 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να εξετάσει το λόγο της ανακοπής του για την άρνηση και αμφισβήτηση της απαίτησης του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που επανέφερε στο Εφετείο με ειδικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο απέδωσε στην εκκαλούμενη απόφαση και την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό του, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν κατά τρόπο ορισμένο την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του δεύτερου από αυτούς.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί ο ανωτέρω "ισχυρισμός" των αναιρεσίβλητων δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια του προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από αυτούς (αναιρεσίβλητους) για την απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την ανυπαρξία της υποκείμενης στην ένδικη συναλλαγματική απαίτησης του δεύτερου αναιρεσίβλητου όσο η ανυπαρξία αυτή συνδέθηκε αιτιωδώς με την προαναφερθείσα συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων.

Τον ισχυρισμό δε αυτό του αναιρεσείοντος για την ανυπαρξία της εκτελούμενης απαίτησης, και τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης, τον απέρριψε το Εφετείο ρητά αλλά και εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι οι απαιτήσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου ήταν υπαρκτές, και δεν συνδεόταν με εικονική, παράνομη, αντίθετη στα χρηστά ήθη, παραπλανητική και καταδολιευτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2007 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ, χωριστά για καθένα των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ