123/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated123/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ΄ αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ΄ υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 123 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 123/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1844/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ΄ αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ΄ υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον 3ο βαθμό (του εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου) στον 2ο βαθμό (του Υποδιευθυντή) αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητού, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον 3ο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνως τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος την 29-6-1974, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και υπηρετεί στον τομέα επιθεωρήσεως κεντρικών μονάδων της διευθύνσεως εσωτερικής επιθεωρήσεως.
Κατέχει τον βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη από την 1-7-1994, μετά την έκδοση της 2814/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη με την 1706/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιώς και του Παντείου Πανεπιστημίου. Γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα και μέτρια τις Γαλλική και Ιταλική.
Κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του στην αναιρεσείουσα παρακολούθησε τα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: 1) "Διοικητική Επιμόρφωση", 2) "Εκπαίδευση Εισηγητών", 3) "Εφαρμοσμένη Διοίκηση (ERID)", 4) "Ελεγχος Συστημάτων Πληροφορικής (EDP AUDIT)" 5) "Έλεγχος μηχανογραφικών συστημάτων", 6) "Αξιολόγηση Προσωπικού", 7) "Εσωτερικός 'Ελεγχος και Διαχείριση κινδύνου", 8) "Επιμόρφωση στελεχών διευθύνσεως Εσωτερικής επιθεωρήσεως" και 9) "MASTER'S BANKing seminar". 'Ασκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως αναπληρωτής προϊσταμένου υπηρεσίας Λογιστηρίου και Γραμματείας του τμήματος καταθέσεως από 1-12-1979, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας διατραπεζικών εργασιών από 18-9-1985, ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του γραφείου συμψηφισμού από 4-11-1991, από 5-4-1994 του ανατέθηκαν τα εξειδικευμένα καθήκοντα του Επιθεωρητή Β' και από 21-4-1998 τα εξειδικευμένα καθήκοντα του Επιθεωρητή Α'.
Συμμετείχε σε διάφορες επιτροπές και ομάδες εργασίας για τραπεζικά θέματα και υπέβαλε αρκετές προτάσεις για οργανωτικά ζητήματα, για τις οποίες έλαβε από την αναιρεσείουσα διάφορα μικροποσά, ως χρηματικά βραβεία κατά τα έτη 1981-1984. Στα φύλλα επιδόσεως των ετών 1987-1989 βαθμολογήθηκε με επτά ένα (1) και ένα δύο (2) για τη διετία 1987-1988 και με οκτώ ένα (1) το 1989.
Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν συντάχθηκαν φύλλα επιδόσεως, ούτε αξιολογήθηκαν οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για την πλήρωση κενών θέσεων στον βαθμό του Υποδιευθυντού το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε, εκτός άλλων, το συνάδελφό του Χ1, ο οποίος έχει τα εξής προσόντα: 'Εχει γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα από τις 16-4-1976, αρχαιότητα βαθμού από τις 1-7-1994, είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος) MASTER S.C.
COMPUTER), γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο certificate και έχει παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό σεμινάριο. Ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1986 και προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1993. Κατά τα έτη 1987 έως 1989 βαθμολογήθηκε με επτά (1) και (2). Από την αντιπαραβολή και τη σύγκριση των προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του παραπάνω συναδέλφου του Χ1 προκύπτει καταφανώς υπεροχή αυτού έναντι του τελευταίου.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί αυτού στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 21 και μισό μήνες, ως προς την ανάληψη υπευθύνων καθηκόντων, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την παρακολούθηση σεμιναρίων, τη συμμετοχή στα συμβούλια και τις επιτροπές και τη βαθμολογία του έτους 1989 (οκτώ 1) έναντι (επτά (1) και δύο (2) του δευτέρου).
Εξάλλου, στο τελευταίο φύλλο επιδόσεως του αναιρεσιβλήτου (1990) σημειώνεται, υπό μορφή αξιολογικών παρατηρήσεων, ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) είναι εξαίρετος υπάλληλος με ήθος και άριστη υπηρεσιακή κατάρτιση. 'Ότι αναπτύσσει πρωτοβουλίες σε ευρύτατη κλίμακα, η απόδοσή του στην εργασία ποιοτικά και ποσοτικά υπερέχει από πολλών άλλων, είναι συνεργάσιμος με πνεύμα ομαδικότητας, επεκτείνεται σε μελέτες για την οργάνωση και εξύψωση του επιπέδου εργασίας του, επικοινωνώντας άμεσα και διδάσκοντας σε σεμινάρια και ότι διαθέτει διοικητικά προσόντα.
Για το επόμενο χρονικό διάστημα δεν προσκομίζεται κάποιο αντίθετο στοιχείο, παρά μόνο η αξιολόγηση που έγινε από την εξαμελή επιτροπή, τη συσταθείσα με πράξη του Διοικητή της αναιρεσείουσας. Σύμφωνα με το σχετικό πίνακα ο αναιρεσίβλητος έχει βαθμολογία σε γενικό σύνολο 234,17 μονάδες έναντι 359,33 του Χ1. Η γνωμοδότηση όμως της ως άνω Επιτροπής αποτελεί αξιολόγηση απλώς από το εργοδοτικό αυτό όργανο, εντασσόμενη στην όλη διαδικασία των προαγωγών, των υπηρεσιακών προσόντων των προς προαγωγή υποψηφίων, και όχι εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν τους.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του και τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι ο Χ1 γνώριζε την αγγλική γλώσσα, ότι ήταν πτυχιούχος Μαθηματικών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος, καθώς και τον αριθμό των κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του σεμιναρίων που παρακολούθησε και τους τομείς που υπηρέτησε, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι του ως άνω συναδέλφου του, ο οποίος προήχθη από 1-1-1999 στον βαθμό του Υποδιευθυντή, και ότι η μη προαγωγή του στον παραπάνω βαθμό παρεμποδίσθηκε από της 1-11-1999 εναντίον της καλής πίστεως από την αναιρεσείουσα και είναι γι' αυτό καταφώρως άδικη, αφού αυτός συγκέντρωνε όλα τα από τον Κανονισμό της απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και υπερείχε, ως προς τα προσόντα αυτά, καταφανώς από τον παραπάνω προαχθέντα συνάδελφό του, επικύρωσε δε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-1999. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ.1 ΑΚ και κατά συνέπεια οι, από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες και κατά παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 201 και 207 παρ.1 ΑΚ, 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της και 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της, δέχθηκε πως οι κρίσεις της κατ΄ άρθρο 34 του ανωτέρω Κανονισμού της Γνωμοδοτικής Επιτροπής και οι συντασσόμενοι απ' αυτή πίνακες αποτελούν αξιολογήσεις του εργοδοτικού οργάνου και δεν συνιστούν υπηρεσιακό προσόν των προς προαγωγή υπαλλήλων της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, όσον αφορά την αποδεικτική αξιολόγηση των συντασσόμενων πινάκων από την ως άνω Γνωμοδοτική Επιτροπή, αφού, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, η αξιολόγηση αυτή δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, δεν περιλαμβάνεται καθεαυτή στα προσόντα προαγωγής του άρθρου 12 του Οργανισμού-Κανονισμού της αναιρεσείουσας, αλλά αποτελεί απλώς αξιολόγηση από το εργοδοτικό αυτό όργανο, εντασσόμενη στην όλη διαδικασία των προαγωγών, ενώ, επιπλέον ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας και ο Γενικός Κανονισμός Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας δεν έχουν ισχύ ουσιαστικού, νόμου αλλά συμβατική ισχύ.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2003 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ περί αναιρέσεως της 1844/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ