Supreme Court dismisses bank's appeal on labor law grounds regarding client expense reimbursements included in salary.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a labor court judgment awarding employees compensation for client-related expenses. The court held that such expenses, provided as part of the salary, constituted regular wages under Greek law and were not subject to separate reimbursement. Consequently, the lower court correctly calculated damages based on the total salary amount, and the appeal was rejected for lack of legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653, 361 of the Civil Code; Article 5 of Law 3198/1955; Article 1 of the International Convention on Wages; The court established that client expense reimbursements provided as part of salary constitute regular wages and are not subject to separate reimbursement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1239 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1239/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α. Ε.", μετά από διάσπαση, που ενεκρίθη από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή, της αρχικής τραπεζικής εταιρείας η οποία απερρόφησε λόγω συγχωνεύσεως την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Στάϊκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1)Δ. Γ. του Η., κατοίκου Ζ. Α. και 2) Β. Ζ. του Ν., κατοίκου Ν. Η. Α., που παραστάθηκαν ο μεν πρώτος των αναιρεσίβλητων δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλίκης Γκερλιώτη, ο δε δεύτερος των αναιρεσίβλητων δια δηλώσεως (Κ.Πολ.Δ. 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κατσουλάκη, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1169/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2763/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-12-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου, ανέγνωσε την από 19-9-2019 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας αρεοπαγίτου Αρετής Παπαδιά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 03-12-2021 κλήση της αναιρεσείουσας, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 24-12-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1080/29-12-2014 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2763/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μετά από τη ματαίωση της συζήτησης αυτής, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 01-10-2019.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 αρ. 1 και 664 επ. του ΚΠολΔ), με αριθμό 2763/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή, η από 09-01-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 520/20-01-2012 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1169/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την από 08-04-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62418/1828/14-04-2009 αγωγή τους.
Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσίαν της έφεσης αυτής, εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 29-12-2014, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση στις 25-11-2014, με την επιμέλεια του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
Ν.. Π., επί του αντιγράφου της απόφασης αυτής) Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του Α.Κ., 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας, θεωρείται κάθε παροχή, την οποία, κατά νομική δέσμευση, που απορρέει από το νόμο ή τη σύμβαση, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Ο εργοδότης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, μπορεί να προβαίνει και σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό. Οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού Έτσι, δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Εφόσον, όμως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα, ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση, περί καταβολής των παροχών αυτών, ως τμήματος του καταβλητέου μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, συνιστούν τακτικές αποδοχές και η καταβολή τους δεν μπορεί πλέον να διακοπεί, εκτός αν αυτός εξ αρχής επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής τους στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου (A.Π. 962/2018, Α.Π. 52/2017, Α.Π. 1237/2017, Α.Π. 1292/2015, Α.Π. 266/2014, Α.Π. 638/2013, Α.Π. 1239/2013).
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 67ο έτος της ηλικίας τους (γενικό όριο ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από 01-01-2013, με βάση το ν. 4093/2012, άρθρο 1, ΙΑ4, περ. 2), αποχωρώντας από την εργασία τους, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.
αποζημίωσης, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αυτού, βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 08-04-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62418/1828/14-04-2009 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεταν ότι συνδέονταν με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Γ.
Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15-05-1978, ο πρώτος και από 31-01-1977, ο δεύτερος από αυτούς και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ως υπάλληλοί της. Ότι ο πρώτος κατείχε τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και την αναφερόμενη θέση του Υποδιευθυντή Διοίκησης, με δικαίωμα Α' υπογραφής και ότι από την τοποθέτησή του στην εν λόγω θέση λάμβανε παγίως και σταθερά, ως τμήμα του μισθού του, τα τελευταία πέντε (5) έτη, έξοδα περιποίησης πελατείας, ποσού διακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (234,78) μηνιαίως και έξοδα κίνησης, ποσού πενήντα οκτώ ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (58,69) μηνιαίως.
Ότι ο δεύτερος κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και την αναφερόμενη θέση του Προϊσταμένου Διοίκησης και ότι από την τοποθέτησή του στην εν λόγω θέση λάμβανε παγίως και σταθερά, ως τμήμα του μισθού του, τα τελευταία δέκα (10) έτη, έξοδα παράστασης προϊσταμένου διοίκησης, ποσού εβδομήντα τριών ευρώ και τριάντα επτά λεπτών (73,37) μηνιαίως.
Ότι αυτοί (ενάγοντες) αποχώρησαν, παραιτούμενοι από την υπηρεσία τους, στις 08-01-2009, ο πρώτος και στις 04-12-2008, ο δεύτερος. Ότι η εναγομένη Τράπεζα, κατά τον χρόνο της αποχώρησής τους από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης, δεν συνυπολόγισε, ως όφειλε, στις τακτικές αποδοχές τους, τα ως άνω παγίως και σταθερά χορηγούμενα έξοδα, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, αλλά κατέβαλε σ' αυτούς, μικρότερο ποσό αποζημίωσης απόλυσης, από αυτήν που δικαιούνταν να λάβουν.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες εξέθεταν ότι, κατόπιν του ως άνω συνυπολογισμού όλων των αποδοχών που λάμβαναν, κατά τον τελευταίο, πριν την αποχώρησή τους μήνα, δικαιούνται να λάβουν την προκύπτουσα διαφορά, που ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (4.255,28) για τον πρώτο και στο συνολικό χρηματικό ποσό των χιλίων εξήντα τριών ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (1.063,86) για τον δεύτερο.
Περαιτέρω εξέθεταν ότι η εναγομένη Τράπεζα οικειοθελώς και κατά πάγια τακτική της, προέβαινε σε εξαγορά της στρατιωτικής θητείας των αποχωρούντων με παραίτηση υπαλλήλων της. Ότι, κατά την αποχώρησή τους, αρνήθηκε την εξαγορά της στρατιωτικής τους θητείας, παρότι προέβη στην εν λόγω οικειοθελή παροχή (εξαγορά στρατιωτικής θητείας), για τους μνημονευόμενους στην αγωγή εννέα (9) συναδέλφους τους, που αποχώρησαν από την υπηρεσία με παραίτηση, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, οπότε αποχώρησαν και οι ίδιοι (ενάγοντες) και οι οποίοι δεν συμπλήρωναν - κατά την αποχώρησή τους - τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης, όπως και αυτοί (ενάγοντες).
Ότι, με την αδικαιολόγητη εξαίρεσή τους από την πιο πάνω οικειοθελή παροχή, η εναγομένη παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, άλλως, κατά κατάχρηση του δικαιώματός της, αρνήθηκε την εκπλήρωση της συμβατικής δέσμευσης, που αυτή είχε αναλάβει για την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας των αποχωρούντων υπαλλήλων της και σ' αυτούς (ενάγοντες), οι οποίοι πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις.
Ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων τριακοσίων επτά ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (13.307,42) και στον δεύτερο των εναγόντων το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (13.529,52), το οποίο αντιστοιχεί στην εξαγορά της στρατιωτικής τους θητείας από το Ι.Κ.Α.
Ότι, περαιτέρω, από την παραπάνω αδικαιολόγητη και καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης υπέστησαν ηθική βλάβη, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητάς τους εξαιτίας επαγγελματικής και κοινωνικής μείωσης, για την αποκατάσταση της οποίας οφείλει να καταβάλει στον καθένα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (17.562,70) και στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (14.593,38) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από 09-01-2009 και από 04-12-2008 αντιστοίχως, άλλως από την επίδοση της αγωγής και, περαιτέρω, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 αρ. 1 και 664 επ. του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1169/2011 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο περί επιδίκασης του ποσού της εξαγοράς από το Ι.Κ.Α.
της στρατιωτικής θητείας των εναγόντων, ως αόριστο και το αιτούμενο κονδύλιο της προκύπτουσας διαφοράς της αποζημίωσης απόλυσης, μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε στους ενάγοντες και του ποσού που προέκυπτε από τον συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές τους και των αναφερομένων στην αγωγή ποσών, τα οποία η εναγομένη τους κατέβαλε ως έξοδα περιποίησης πελατείας - έξοδα κίνησης - έξοδα παραστάσεως, ως μη νόμιμο.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 09-01-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 520/20-01-2012 έφεσης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 2763/2014 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, εντός των ορίων που καθορίστηκαν από την έφεση, έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη και δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε, για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (17.562,70), με το νόμιμο τόκο από 10-01-2009 μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση και στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ενός ευρώ και πέντε λεπτών (5.341,05), με το νόμιμο τόκο από 05-12-2008 μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα, επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες [αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν από την εναγομένη - εφεσίβλητη [αναιρεσείουσα], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι του λογιστικού της κλάδου και, υπό την ιδιότητά τους αυτή, εργάσθηκαν ο πρώτος από 15-5-1978 έως 8-1-2009, οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία του, λόγω παραίτησης, σε ηλικία 56 ετών, με τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και την θέση του Επικεφαλής της Μονάδας Λογιστικής Ενημέρωσης της Διοίκησης, στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Φορολογικών, με δικαίωμα Α' υπογραφής και ο δεύτερος από 31-1-1977 έως 14-12-2008, οπότε και αποχώρησε από την υπηρεσία του, λόγω παραίτησης, σε ηλικία 56 ετών, με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και την θέση του Επικεφαλής Τμήματος Λογιστικών Ελέγχων της Διοίκησης, με δικαίωμα Β' υπογραφής.
Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω, με την κατάρτιση του οργανισμού της εναγομένης αυτή αυτοδεσμεύτηκε συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή της στην παραίτηση των υπαλλήλων της, οποτεδήποτε αυτή ήθελε υποβληθεί.
Συνεπώς, στο πρόσωπο των εναγόντων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εδαφ. α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και αυτοί δικαιούνταν το ήμισυ της αποζημιώσεως καταγγελίας. Οι ενάγοντες, κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς τους από την υπηρεσία της εναγομένης, λάμβαναν ως τακτικές αποδοχές (Δεκέμβριος 2008) αντιστοίχως το ποσό :
α) των 3.986,58 ευρώ και β) το ποσό των 2.800,57 ευρώ. Προσέτι οι ενάγοντες λάμβαναν από την τοποθέτησή τους α) ο πρώτος στη θέση Υποδιευθυντή Διοίκησης έξοδα περιποίησης πελατείας, ποσού 234,78 ευρώ, έξοδα κίνησης ποσού 58,69 ευρώ και Προϊσταμένου Διοίκησης και β) ο δεύτερος εξ αυτών (εναγόντων) από την τοποθέτησή του στη θέση του Προϊσταμένου Διοίκησης έξοδα παράστασης προϊσταμένου διοίκησης 73,37 ευρώ.
Οι εν λόγω παροχές πιστώνονταν τακτικά και αδιαλείπτως κάθε μήνα στο τραπεζικό τους λογαριασμό, ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας τους, σε εκτέλεση της 5/21-12-1995 εγκυκλίου του Προέδρου της εναγομένης, ενώ από το έτος 1999 τα έξοδα αυτά συμπεριλήφθηκαν στις σχετικές προβλέψεις της Επιχειρηματικής Σ.Σ.Ε., που συνήφθη μεταξύ της διοίκησης της εναγομένης και του Συλλόγου Υπαλλήλων αυτής.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι παροχές αυτές δεν δίνονταν στους ενάγοντες, ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλά προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της και μάλιστα προς κάλυψη των δαπανών, τις οποίες πραγματοποιούσαν οι ενάγοντες, λόγω της θέσης τους και, επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού.
Όμως, οι ενάγοντες, σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ελάμβαναν τις παροχές αυτές, ανεξάρτητα από τη πραγματοποίηση δαπανών εκ μέρους τους και από το ύψος αυτών και χωρίς να εξαρτηθεί η καταβολή τους από την προσκόμιση εκ μέρους των παραστατικών. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι παροχές αυτές ουδέποτε φορολογήθηκαν και ότι περικόπτονταν, σε περίπτωση απουσίας των υπαλλήλων, λόγω ασθενείας.
Όμως, το γεγονός ή μη της φορολόγησής τους, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτηρισμό τους, ως τακτικών αποδοχών, ενώ, εξ ετέρου, δεν αποδείχθηκε ότι περικόπτονταν οι παροχές αυτές, σε περίπτωση απουσίας των υπαλλήλων, λόγω ασθενείας τους. Αντίθετα, η χορήγηση από την εναγομένη των ως άνω εξόδων, για όλο το χρονικό διάστημα, μετά την τοποθέτησή τους στις ως άνω θέσεις, είχε απολήξει σε σιωπηρά σύμβαση για τακτική καταβολή τους, με την έννοια του μισθού, χωρίς να δύναται η παροχή τους να διακοπεί ελεύθερα από την εργοδότρια, καθόσον μάλιστα η τελευταία [...] δεν είχε κάνει ρητή επιφύλαξη γι' αυτές (παροχές).
Επομένως, οι οικειοθελείς αυτές παροχές, από τη στιγμή που έγιναν αποδεκτές από τους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν στηριζόταν πλέον στη μονομερή θέληση της εργοδότριάς τους, αλλά στη σύμβαση, που, έστω και σιωπηρά, είχε καταρτισθεί και συμπλήρωνε τους όρους των ατομικών συμβάσεων εργασίας αυτών [...] Συνεπώς, αυτές φέρουν, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, το χαρακτήρα μισθού και αποτελούσαν μέρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων [...] και έπρεπε να συμπεριληφθούν και συνυπολογισθούν στον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεώς τους (εναγόντων) ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, που αφορούσε τον συνυπολογισμό των ως άνω επιδομάτων στις τακτικές αποδοχές των εναγόντων επί τη βάσει των οποίων έπρεπε να υπολογιστεί η αποζημίωσή τους, κατέληξε ότι για τη συμπλήρωση αυτής δικαιούνται ο μεν πρώτος από αυτούς ποσό τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (4.255,28), ο δε δεύτερος από αυτούς ποσό χιλίων εξήντα τριών ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (1.063,86) και, στη συνέχεια, δεχόμενο τον σχετικό με το ανωτέρω ζήτημα λόγο έφεσης των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δίκασε εκ νέου την αγωγή και δέχθηκε αυτή, κατά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά.
Επισημαίνεται ότι η κρίση του Εφετείου, ως προς την αξίωση των εναγόντων για λήψη του χρηματικού ποσού, που αντιστοιχούσε στην εξαγορά της στρατιωτικής τους θητείας, κεφάλαιο το οποίο έγινε επίσης δεκτό με την ως άνω απόφαση, δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης. Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του Α.Κ., 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, ορθώς έκρινε ότι τακτικές αποδοχές, κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3198/1955, συνιστούν και οι παροχές εξόδων περιποίησης πελατείας, παράστασης και κίνησης, οι οποίες δίδονταν στους ενάγοντες, ως μέρος του μισθού τους, στην αρχή με τη μορφή οικειοθελούς παροχής και, στη συνέχεια, με σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση, ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, χωρίς κάποια επιφύλαξη, εκ μέρους της αναιρεσείουσας - εναγομένης, για διακοπή χορήγησής τους και ακολούθως υπολόγισε την οφειλόμενη στους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες αποζημίωση επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους, δηλαδή και επί των ανωτέρω παροχών.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, για ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Έτι περαιτέρω, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αναφορικά με τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1080/29-12-2014 αίτηση αναίρεσης, της με αριθμό 2763/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ