Supreme Court allows appeal against labor court dismissal for unclear contract termination claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a labor dispute regarding an indefinite-term contract termination. The employee argued the termination was abusive and that she was not served notice or paid severance, but failed to specify which legal ground supported her claim. The court found the lower court erred in rejecting the case as vague because the plaintiff did not clearly distinguish between the lack of notice, non-payment of severance, and the alleged abuse of termination rights. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge to determine if the termination was abusive under the relevant labor laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 109 of Law 3852/2010; Article 178/2002 PD: When a plaintiff fails to specify the precise legal grounds for a claim regarding contract termination, the court must reject the case as vague; however, if the claim is based on a broader statutory obligation to continue employment, the court must remand the case for retrial to determine the specific grounds for abuse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1239 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1239/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βαλαβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΜΕΓΑΡΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΗ.ΚΕ.ΔΗ.ΜΕ", που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γκέλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1392/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1771/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 18.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 9826/945/18.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 1771/29.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 1392/4.6.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 28.11.2013 και με αριθμό κατ. 7081/5.12.2013 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί την από 21.1.2013 και με αριθμό κατ. 10668/254/22.1.2013 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) είχε αναγνωρίσει ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την έναρξη της απασχόλησής της, β) είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, γ) είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και να την απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή ένταξη και εξέλιξη και δ) είχε απειλήσει το εναγόμενο με χρηματική ποινή 100 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 20.9.2019 (βλ. 4η σελίδα της αιτήσεως αναιρέσεως) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 18.10.2019, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 ΑΚ, προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εξάλλου, ο ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87) ορίζει, στο άρθρο 103, ότι: "1. Κάθε δήμος μπορεί να συνιστά ή να έχει: α) Έως δύο (2) νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς πολιτισμού, αθλητισμού και περιβάλλοντος (...).
Εάν ο δήμος διαθέτει κοινωφελή επιχείρηση τότε μπορεί να έχει έως ένα (1) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στους δήμους με πληθυσμό άνω των τριακοσίων (300.000) χιλιάδων κατοίκων, μπορεί να λειτουργούν έως δύο (2) νομικά πρόσωπα για καθέναν από τους τομείς αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.
β) (...) 2.Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που περιέρχονται στο νέο δήμο σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο, συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε ένα νομικό πρόσωπο για καθέναν από τους τομείς αρμοδιότητας που προβλέπονται στην περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου. (...) 8. Το μόνιμο προσωπικό, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι νομικοί σύμβουλοι, καθώς και οι δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται, καθίσταται αυτοδικαίως προσωπικό και παρέχει τις υπηρεσίες του στο νέο νομικό πρόσωπο που προκύπτει από τη συγχώνευση, με την ίδια σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής (...)", στο άρθρο 107, ότι: "Οι δήμοι μπορεί να έχουν μόνον:
α) μία κοινωφελή επιχείρηση, β) (...)" και, στο άρθρο 109, στην παρ. 1 και 2, ότι: "1. Κοινωφελείς επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., πρώτου βαθμού, που συνενώνονται σε ένα νέο δήμο, συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε μία κοινωφελή επιχείρηση (...) 2. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των επιχειρήσεων που συγχωνεύονται μεταφέρεται στη νέα επιχείρηση και κατατάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της (...)" και, στην παρ. 7, που προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 26 του ν. 3938/2011 (ΦΕΚ Α' 61), 'όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (31.5.2011), ότι: "Σε περίπτωση λύσης κοινωφελούς επιχείρησης ή Δ.Ε.Υ.Α.
και ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αυτού, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου μεταφέρεται στον αντίστοιχο φορέα με την ίδια σχέση εργασίας, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου. (...)". Από το συνδυασμό των προπαρατιθέμενων διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα :
Με το ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87) επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, ο περιορισμός του αριθμού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου της αυτοδιοίκησης, ώστε να εξοικονομηθούν έξοδα, πόροι και διαδικασίες, καθώς και ο εξορθολογισμός των παρεχόμενων υπηρεσιών και η καλύτερη κατανομή του προσωπικού τους με διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας (βλ.
αιτιολογική έκθεση ν.3852/2010). Ειδικότερα, με το νέο νόμο προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι κάθε δήμος μπορεί να έχει έως δύο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ένα για τους τομείς αρμοδιοτήτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης και παιδείας και ένα για τους τομείς πολιτισμού, αθλητισμού και περιβάλλοντος ή έως ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εφόσον ο δήμος διαθέτει κοινωφελή επιχείρηση, καθώς και μία κοινωφελή επιχείρηση.
Παράλληλα προβλέπεται η συγχώνευση των υφισταμένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και κοινωφελών επιχειρήσεων, ενώ λαμβάνεται πρόνοια για το προσωπικό αυτών, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσεων που παύουν να λειτουργούν λόγω ανάληψης των δραστηριοτήτων τους από τον οικείο δήμο ή άλλο ν.π.δ.δ. αυτού.
Ειδικά δε για το προσωπικό που υπηρετούσε με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου σε λυθείσα κοινωφελή επιχείρηση, της οποίας οι αρμοδιότητες αναλήφθηκαν από τον οικείο δήμο ή νομικό πρόσωπο αυτού, προβλέπεται η μεταφορά του, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, στον αντίστοιχο φορέα, με την ίδια σχέση εργασίας.
Εξάλλου, για τη νομιμότητα της εν λόγω μεταφοράς του προσωπικού σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του οικείου φορέα, αρκεί το πραγματικό γεγονός της απασχόλησής του στη λυθείσα επιχείρηση με την ίδια σχέση, ανεξάρτητα αν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες πρόσληψης ή μεταφοράς του σ' αυτήν.
Διαφορετική ερμηνεία θα προσέκρουε στη γραμματική διατύπωση του άρθρου 109 παρ. 7 του ν. 3852/2010, ενώ δεν θα ήταν σύμφωνη και με τον επιδιωκόμενο με τη διάταξη αυτή σκοπό, δηλαδή στη διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας του προσωπικού των επιχειρήσεων που λύονται στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 3852/2010. Κατά συνέπεια, εργαζόμενος, ο οποίος πράγματι απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου σε κοινωφελή επιχείρηση, η οποία λύεται λόγω ανάληψης των δραστηριοτήτων της από τον οικείο δήμο ή ν.π.δ.δ.
αυτού, στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 3852/2010, νόμιμα μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας στον εν λόγω φορέα (δήμο ή ν.π.δ.δ. αυτού), κατόπιν σχετικής απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της αρχικής πρόσληψης ή της μεταφοράς του στην κοινωφελή επιχείρηση. 3.-Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Έτσι με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 1/2016), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 1579//1981, ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 1455/2013, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 143/2021, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 2091/2013, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΑΠ 142/2021, ΑΠ 885/2019, ΑΠ 1452/2007).
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 21.1.2013 αγωγή της, όπως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από την επισκόπησή της προκύπτει, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε στις 23.10.2003 από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Κατασκευαστική Επιχείρηση Νέας Περάμου", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως διοικητική υπάλληλος ΔΕ.
Ότι συνέχισε να απασχολείται αδιαλείπτως με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη μετατροπή δια συγχωνεύσεως της ως άνω δημοτικής επιχείρησης σε Κοινωφελή Επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Δήμου Νέας Περάμου", μεταφερόμενη σε αντίστοιχη θέση της νέας επιχείρησης, δυνάμει του άρθρου 263 παρ. 5 ν. 3463/2006, που ορίζει ότι το προσωπικό με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου των επιχειρήσεων που συγχωνεύθηκαν μεταφέρεται στις αντίστοιχες θέσεις της νέας επιχείρησης.
Ότι μετά τη λύση της ως άνω κοινωφελούς επιχείρησης και την ανάληψη των δραστηριοτήτων της από το εναγόμενο ΝΠΙΔ, μολονότι για το σύνολο του λοιπού προσωπικού της λυθείσας Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Δήμου Ν. Περάμου αποφασίσθηκε η μεταφορά του με την ίδια σχέση και το ίδιο αντικείμενο εργασίας στη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Μεγαρέων (εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη), ως προς αυτήν δεν πραγματοποιήθηκε καμία ενέργεια προκειμένου να μεταφερθεί η θέση εργασίας της αορίστου χρόνου στην εναγομένη.
Ότι σε κάθε περίπτωση η λύση της Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Δήμου Νέας Περάμου και η ανάληψη της δραστηριότητάς της και του συνόλου του προσωπικού της (πλην της ίδιας) από τη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Μεγαρέων, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωτική με βάση την οδηγία 2001/23/ΕΚ και το ΠΔ 178/2002, η μεταφορά της και η απασχόλησή της από την εναγομένη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Μεγαρέων.
Ότι στις 31.5.2011 ειδοποιήθηκε από τη λυθείσα Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Ν. Περάμου, που εξακολουθούσε να υφίσταται για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, ότι παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές της.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι τη συνδέει με την εναγομένη (διάδοχο επιχείρηση), σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου στην υπηρεσιακή της ένταξη και εξέλιξη και γ) να απειληθεί χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στις διατάξεις της απόφασης που θα εκδοθεί.
Στην ως άνω αγωγή δεν διαλαμβανόταν αίτημα αναγνώρισης ως άκυρης της "καταγγελίας" της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας. 5.-Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το ν' απορρίψει ως αόριστη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι στις επικαλούμενες πλημμέλειες και εκ του αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), διότι αξίωσε για τη θεμελίωση της αγωγής της, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος, καθόσον στην αγωγή της αναφέρονταν ρητά α) η κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αρχική εργοδότριά της "Αναπτυξιακή Κατασκευαστική Επιχείρηση Νέας Περάμου", β) η συνέχιση της εργασίας της και μετά τη μετατροπή της ανωτέρω δημοτικής επιχείρησης σε Κοινωφελή Επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Δήμου Νέας Περάμου", γ) η λύση της ως άνω Κοινωφελούς Επιχείρησης δυνάμει του άρθρου 262 του ν. 3463/2006 και της υπ' αριθμ. 63/28.2.2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, δ) η μεταφορά των δραστηριοτήτων και των αρμοδιοτήτων της λυθείσας Κοινωφελούς Επιχείρησης στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, ε) η υποχρέωση μεταφοράς του προσωπικού της λυθείσας Κοινωφελούς Επιχείρησης στην εναγομένη "Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Μεγαρέων", με βάση το νόμο (άρθρο 109 ν. 3852/2010) και την Κοινοτική Οδηγία (2001/23/ΕΚ) και στ) η άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται από τις 31.5.2011 τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της.
Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν αρκετά για να καταστήσουν ορισμένη την αγωγή. Παρόλα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε ότι, "Σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η αγωγή, με το περιεχόμενο που ανωτέρω αναφέρθηκε είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σε αυτήν τα αναγκαία στοιχεία και επί πλέον ενέχει αντιφάσεις.
Ειδικότερα, ενώ στο ιστορικό της αγωγής αναφέρεται ότι η σύμβαση που συνέδεε την ενάγουσα με το εναγόμενο ήταν αορίστου χρόνου, στο αιτητικό της ζητείται να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν αορίστου χρόνου, χωρίς να αναφέρει ότι η μορφή αυτής (σύμβασης), ως αορίστου, αμφισβητήθηκε από το εναγόμενο και ως προς αυτή αμφισβήτηση ασκεί επιρροή στα δικαιώματά της.
Περαιτέρω, ισχυριζόμενη, η ενάγουσα ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε καταχρηστικά, δεν αναφέρει περιστατικά από τα οποία, αν αποδεικνύονταν, να θεμελίωναν καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου, ως εργοδότη, δεδομένου ότι όπως προεκτέθηκε η καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης.
Επίσης, ενώ στο περιεχόμενο της αγωγής αναφέρεται, σωρευτικά, ότι δεν της επιδόθηκε έγγραφο για την καταγγελία, δεν της καταβλήθηκε αποζημίωση και ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική, η ενάγουσα δεν διευκρινίζει, σε περίπτωση που θεωρεί άκυρη την καταγγελία, στοιχείο που επίσης δεν αναφέρει (ούτε υφίσταται αντίστοιχο αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας καταγγελίας), σε ποιον από τους λόγους αυτούς επιχειρεί να θεμελιώσει την αγωγή της, δηλαδή στη μη επίδοση εγγράφου και στη μη καταβολή αποζημίωσης ή στην καταχρηστικότητα της καταγγελίας, ώστε το δικαστήριο να κρίνει εάν συντρέχουν οι αντίστοιχοι λόγοι που επικαλείται και ακολούθως, εάν το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε την αγωγή νόμιμη και ακολούθως ουσιαστικά βάσιμη έσφαλε. Ως εκ τούτου, η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου, η ένδικη αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αόριστη".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 109 ν. 3852/2010, του Π.Δ. 178/2002 που ενσωμάτωσε στην εσωτερική έννομη τάξη την Οδηγία 2001/23/ΕΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, αφού αξίωσε για τη θεμελίωση της αγωγής, περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, αντικείμενο της ένδικης αγωγής δεν ήταν η ακυρότητα της (σιωπηράς) καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνεται πλεοναστικά στο οικείο δικόγραφο, αλλά η με βάση τις πιο πάνω διατάξεις υποχρέωση της εναγομένης κοινωφελούς επιχείρησης να συνεχίσει να απασχολεί την αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της ως άνω εργασιακής σύμβασης, αόριστης διάρκειας, με μεταφορά της θέσης της.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1771/29.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ