Legislator Case Law & Legislation
1239/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court decision due to insufficient reasoning and contradictory motives in the judgment.

Case Number 1239/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted two concurrent appeals filed by competing companies against a final judgment from the Court of First Instance of Lamia. The appellants argued that the lower court's decision contained insufficient and contradictory reasoning regarding their legal rights and professional reputation. The court ruled that the first ground of appeal was valid because the lower court failed to adequately justify its findings, while dismissing other grounds as unnecessary given the scope of the first argument.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573, 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the lower court's decision lacks sufficient or contradictory reasoning, necessitating the annulment of the contested judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory motives annulment of judgment concurrent appeals remittal for retrial legal reasoning standard professional reputation

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1239/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Τεχνικής-Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e. PROJECT E.E." και με διακριτικό τίτλο "B.C.R.e.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά ενάγουσα Εταιρεία "B.C.R.e. PROJECT - Α. Μ. & Σια Ε..Ε.", που εδρεύει στην Ανθήλη Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γεράκιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής Αθήνα εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Καρύδη και Νικόλαο Κόλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής Αθήνα εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Καρύδη και Νικόλαο Κόλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Τεχνικής-Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e. PROJECT E.E." και με διακριτικό τίτλο "B.C.R.e.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά ενάγουσα Εταιρεία "B.C.R.e. PROJECT - Α. Μ. & Σια Ε..Ε.", που εδρεύει στην Ανθήλη Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γεράκιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2011 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 2/5/2018 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 26/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την παραδοχή της από 26/10/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη της από 2/5/2018 αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 182/2015, ΑΠ 293/2010). Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 2-5-2018, με αριθμό κατάθεσης 2/2018 αίτησης της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e PROJECT E.E.", κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και β) της από 26-10-2018, με αριθμό κατάθεσης 12/2018 αντίθετης αίτησης αναίρεσης, της αμέσως παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, κατά της αναιρεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας πιο πάνω ετερόρρυθμης εταιρείας, με τις οποίες αιτήσεις προσβάλλεται η με αριθμό 73/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάστηκαν κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, οι αντίθετες εφέσεις α) από 4-12-2013 και με αριθμό κατάθεσης 10/20-1-2014 και β) από 18-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 91/8-5-2014, κατά της με αριθμό 195/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και στην ουσία της, την από 18-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 3634/ΤΠ 335/20-12-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e PROJECT - Α.Μ.

και Σία ΕΕ", με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Γ.Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" να της καταβάλει, νομιμοτόκως, α) το συνολικό ποσό των 1.040.276,64 ευρώ, για αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ευθυνόμενη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και β) επικουρικά, να της καταβάλει το ποσό των 960.276,64 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την εκκαλούμενη απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 62.891,64 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση και συνολικά το ποσό των 65.891,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 1-9-2007, προηγούμενης, αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτές κατ' ουσίαν τις πιο πάνω εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και στην ουσία της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 1-9-2007, προηγούμενης, αγωγής, η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη.

Οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Α). Επί της από 2-5-2018, με αριθμό κατάθεσης 2/2018 αίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e PROJECT E.E.".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, όπως ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 615/2013), όχι όμως και λόγου έφεσης, η μη λήψη υπόψη του οποίου θεωρείται "πράγμα", όταν εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 13/2014, ΑΠ 29/2012). Ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 9 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται όταν υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου, ως προς αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, είτε στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 326/2014), είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 42/2007).

Η περίπτωση του αναιρετικού τούτου λόγου διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης (ΑΠ 143/2017), οπότε δυνατόν να ιδρυθεί ο λόγος του αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, για έλλειψη αιτιολογίας. "Σιγή απόρριψη" υπάρχει, όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται απόρριψή του. Δεν συνάγεται όμως σιγή απόρριψη, όταν τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου επί του αιτήματος και δεν προκύπτει από την απόφαση κάποια ένδειξη σχετικά με το λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα (ΑΠ 1478/2005, ΑΠ 1559/2004, ΑΠ 1259/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: α) Η αναιρεσείουσα - ενάγουσα στο δικόγραφο της από 18-12-2011 αγωγής της, εξέθεσε ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη είχε αναλάβει, ως ανάδοχος και κατόπιν δημοπρασίας την εκτέλεση του έργου κατασκευής του εξωτερικού υδραγωγείου του οικισμού Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μονίμων Αξιωματικών Ελληνικού Στρατού (ΟΣΜΑΕΣ) στη Μαλεσίνα, προϋπολογισμού 5.426.716 ευρώ.

Ότι με την από 25-2-2003 έγγραφη σύμβαση υπεργολαβίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα ανέλαβε, ως υπεργολάβος, την εκτέλεση του όλου έργου, με δικά της μέσα, έναντι αμοιβής που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 50% του τελικού καθαρού κέρδους, που θα προέκυπτε από το οικονομικό αντίτιμο της δημοπρασίας, μετά την αφαίρεση του κόστους κατασκευής.

Ότι, ενώ η ενάγουσα στα πλαίσια εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της μίσθωσε μηχανήματα και εγκαταστάθηκε στο έργο, η εναγομένη με την από 9-4-2003 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε τη σύμβαση υπεργολαβίας, διέλαβε δε στο περιεχόμενο της δήλωσης αυτής ψευδείς ισχυρισμούς, σε γνώση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, που μπορούσαν να βλάψουν και τελικά έβλαψαν τη φήμη, την πίστη και το επαγγελματικό μέλλον της ενάγουσας.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ευθυνόμενη κυρίως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να της καταβάλει το ποσό των 897.385 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, που αντιστοιχεί στο εργολαβικό αντάλλαγμα που απώλεσε, επίσης το ποσό των 62.891,64 ευρώ ως θετική ζημία της, που κατέβαλε για τη μίσθωση των μηχανημάτων, καθώς και το ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Συνολικά, δηλαδή, ζήτησε το ποσό των 1.040.276,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης, από 1-9-2007 όμοιας αγωγής, που είχε απορριφθεί ως αόριστη με την με αριθμό 66/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Επικουρικώς δε, για την περίπτωση που ήθελαν κριθεί οι αξιώσεις της από αδικοπραξία παραγεγραμμένες, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, επίσης νομιμοτόκως, το ποσό των 960.276 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

β) Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθμό 195/2013 οριστική του απόφαση, αφού έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 330, 345, 346, 914, 920, 932 ΑΚ, την έκανε δεκτή και στην ουσία της κατά ένα μέρος, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την προσβληθείσα ένσταση παραγραφής από το άρθρο 937 ΑΚ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 62.891,64 ευρώ για τη θετική της ζημία, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 65.891,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 1-7-2009 αγωγής.

Απέρριψε δε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας των 897.385 ευρώ, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος του διαφυγόντος κέρδους. γ) Την οριστική αυτή απόφαση εξεκάλεσαν αμφότεροι οι διάδικοι, ως προς όλα τα κεφάλαια που ηττήθηκαν, η μεν ενάγουσα με την από 4-12-2013 έφεσή της, ζητώντας να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή της, η δε εναγομένη με την από 18-2-2014 έφεσή της, επιδιώκουσα την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, με το σκοπό την απόρριψη της από 18-12-2011 αγωγής εναντίον της.

δ) Η προσβαλλόμενη, με αριθμό 73/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία συνεκδίκασε τις παραπάνω εφέσεις, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της, επί του οποίου στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "... Η ενάγουσα εταιρία, με σχετικές τροποποιήσεις του καταστατικού της, λειτουργεί από το έτος 2002 συνεχώς έως σήμερα, με σκοπό την ανάληψη και κατασκευή δημοσίων, δημοτικών και ιδιωτικών τεχνικών έργων, στους τομείς οδοποιίας, κτιρίων, υδραυλικών, λιμενικών, βιομηχανικών, πρασίνου, ενεργειακών, ηλεκτρομηχανικών και συναφών έργων, με διαχειρίστρια την Α.

Μ.. Ο Σ. Γ. είναι πολιτικός μηχανικός και ετερρόρυθμος εταίρος της ενάγουσας. Στα πλαίσια αυτών των δραστηριοτήτων του, έλαβε γνώση της δημοπρασίας που είχε προξηρύξει ο ΟΣΜΑΕΣ (Οικοδομικός Συνεταιρισμός Μονίμων Αξιωματικών Ελληνικού Στρατού) για την κατασκευή εξωτερικού υδραγωγείου ύδρευσης μήκους 15 χιλιομέτρων του οικισμού ΟΣΜΑΕΣ Μαλεσίνας, προϋπολογισμού 5.426.716 ευρώ (4.180.829 + 752.549 ΦΠΑ + 493.338 απρόβλεπτα).

Η δημοπρασία αφορούσε εργοληπτικές επιχειρήσεις και κοινοπραξίες κατέχουσες πτυχίο Ζ' τάξεως και άνω, εγγεγραμμένες στο ΜΕΕΠ (μητρώο εργοληπτικών επιχειρήσεων) για έργα στην κατηγορία των υδραυλικών και των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών, ανεξαρτήτως ορίου πτυχίου που ορίζει ο σχετικός νόμος και με ονομαστικοποίηση των μετοχών τους μέχρι φυσικού προσώπου κατά την υποβολή της προσφοράς.

Εκτός από τις προϋποθέσεις αυτές οι συμμετέχοντες όφειλαν να αποδείξουν την πείρα τους με σχετικά πιστοποιητικά εκτέλεσης έργων, να προσκομίσουν δηλαδή περί υποχρεωτικής χρήσης μηχανήματος διάνοιξης τάφρων trencher, επειδή στο έργο δεν επιτρέπεται η χρήση εκρηκτικών λόγω γειτνιάσεως με την εθνική οδό και έγγραφα απόδειξης της οικονομικής και πιστοληπτικής τους ικανότητας (ισολογισμούς και φορολογικές δηλώσεις τελευταίας τριετίας και βεβαιώσεις τραπεζικών ιδρυμάτων).

Η ενάγουσα εταιρία, ως νεοσύστατη, δεν πληρούσε τις ανωτέρω προϋποθέσεις για να συμμετάσχει στη δημοπρασία αλλά ενδιαφέρονταν για το έργο. Ο Σ. Γ., έχοντας την εξουσιοδότηση της τότε διαχειρίστριας της ενάγουσας Α. Κ., ήλθε σε επαφή με τον Γ. Π., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, η οποία είναι τεχνική και εργοληπτική επιχείρηση, ώστε να λάβει εκείνη μέρος στη δημοπρασία.

Πράγματι οι εκπρόσωποι των διαδίκων εταιριών συμφώνησαν προφορικά να αναλάβει η ενάγουσα το έργο με δικά της μέσα και δαπάνες και με αμοιβή το 50% του καθαρού κέρδους της εναγομένης, μετά την αφαίρεση του κόστους κατασκευής τους. Στην έγγραφη σύμβαση υπεργολαβίας όμως οι διάδικοι, δια των άνω εκπροσώπων τους, συμφώνησαν να κατασκευάσει η ενάγουσα το 50% του έργου και για την πληρωμή των εργασιών που θα της είχαν ανατεθεί και θα εκτελούσε θα συντάσσονταν πιστοποιήσεις και θα ελάμβανε το 50% κάθε λογαριασμού που θα εισέπραττε η εναγόμενη από τον εργοδότη, μετά την παρακράτηση των αναλογουσών κρατήσεων.

Το 50% δεν ορίζεται ειδικώς αλλά ρητώς διαλαμβάνεται ότι το ποσοστό θα πρέπει να τηρηθεί είτε το συνολικό αντικείμενο αυξηθεί είτε μειωθεί από πλευράς Υπηρεσίας. Η σύμβαση αυτή φέρει ημερομηνία 25-2-2003 και έχει υποβληθεί για θεώρηση στη Δ.Ο.Υ Λαμίας την 24-3-2003. Η εναγόμενη, μετά τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, αναδείχθηκε ανάδοχος του έργου και την 27-2-2003 υπεγράφη μεταξύ αυτής και του νομίμου εκπροσώπου του ΟΣΜΑΕΣ η εργολαβική σύμβαση.

Εντός 15 ημερών όφειλε να υποβάλει χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου και εντός 20 ημερών οργανόγραμμα του εργοταξίου, με πλήρη περιγραφή των στελεχών του, του εξοπλισμού και των μηχανημάτων. Ημερομηνία έναρξης των εργασιών συμφωνήθηκε η 20η ημέρα και χρόνος αποπεράτωσης του έργου 270 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης, όπως συμφωνήθηκε κατά την ημερομηνία υπογραφής της.

Ο εκπρόσωπος της εναγόμενης Γ. Π. για την αναδοχή του έργου στηρίχθηκε κατά πολύ στη γνωριμία του με τον ενεργούντα για λογαριασμό της ενάγουσας Σ. Γ., η ανεψιά από εξαδέλφη του οποίου είχε τελέσει γάμο με το γιο του και στις διαβεβαιώσεις του ότι η ενάγουσα θα μεριμνούσε καθ' όλα για την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.

Επειδή όμως η συγκέντρωση των αναγκαίων μηχανημάτων εκ μέρους των διαδίκων δεν κατέστη άμεσα δυνατή, η έναρξη των εργασιών δεν έγινε κατά την συμφωνηθείσα ημέρα. Τότε η ενάγουσα, φοβούμενη, κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας, ότι η εναγόμενη επεδίωκε να διακόψει τη συνεργασία μαζί της, προς εξασφάλιση των συμφερόντων της, απέστειλε προς τον ΟΣΜΑΕΣ επιστολή, με την οποία του διαβίβασε τη σύμβαση υπεργολαβίας και του ανέφερε ότι υπήρχε καθυστέρηση στην έναρξη του έργου για την οποία η ίδια δεν είχε ευθύνη, αφού έχει εγκατασταθεί στο έργο.

Άμεσα η εναγόμενη, προς διασφάλιση και αυτή των συμφερόντων της, επέδωσε στην ενάγουσα την από 9-4-2003 "εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση" (βλ. από 10-4-2003 επίδοση του δικαστικού επιμελητή Λαμίας Σ. Ζ.) κοινοποιούμενη στον ΟΣΜΑΕΣ, το Δήμο Μαλεσίνας, το Δήμο Οπουντίων, το Αστυνομικό Τμήμα Μαρτίνου, το Αστυνομικό Τμήμα Αταλάντης και τη Δ.Ο.Υ Λαμίας, με την οποία δηλώνει ότι καταγγέλλει - υπαναχωρεί από τη σύμβαση υπεργολαβίας, αναφέροντας ότι α) δεν προβλέπεται στη σύμβαση εργολαβίας της ίδιας με τον ΟΣΜΑΕΣ η δυνατότητα εκτέλεσης του έργου με υπεργολαβία, β) με τη σύμβαση υπεργολαβίας, που υπεγράφη πριν τη σύμβαση εργολαβίας κατόπιν πιέσεων της ενάγουσας, ανέλαβε την εκτέλεση του 50% του συνολικού έργου, μετά από υποσχέσεις της ότι διέθετε το σχετικό εξοπλισμό και κυρίως τη σχετική εμπειρία στην εκτέλεση παρόμοιων έργων, γ) ενώ ζήτησε από την ενάγουσα και αυτή υποσχέθηκε να προσκομίσει άμεσα σχετικά πιστοποιητικά και έγγραφα, που να αποδεικνύουν την εμπειρία της και την κατοχή εκ μέρους της του απαραίτητου εξοπλισμού και εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού, παρότι έχουν περάσει πλέον των 40 ημερών, δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της και δ) η ενάγουσα δεν διαθέτει τα ουσιαστικά προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ.8 Ν. 1418/1984, με συνέπεια να υπάρχει βεβαιότητα ότι δεν θα τύχει της εγκρίσεως του κυρίου του έργου, γεγονός που θα συντελέσει στην αδυναμία τήρησης των προθεσμιών εκτέλεσης και παράδοσης του έργου.

Το περιεχόμενο της άνω δήλωσης, ως προς το στοιχείο α' είναι αληθές, καθόσον πράγματι στη σύμβαση εργολαβίας μεταξύ του ΟΣΜΑΕΣ και της εναγομένης δεν προβλέπεται σύμβαση υπεργολαβίας, χωρίς βέβαια να είναι απαγορευτική η υποκατάσταση, από τη φύση του έργου, η οποία θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί στον κύριο του έργου.

Αληθές είναι και το περιεχόμενο της δήλωσης ως προς το στοιχείο β', διότι πράγματι η εναγόμενη δέχθηκε να λάβει μέρος στη δημοπρασία, μετά από τις πιέσεις και τις διαβεβαιώσεις της ενάγουσας, όπως και η ίδια ισχυρίζεται, ότι διέθετε τον αναγκαίο εξοπλισμό, με την έννοια όχι αναγκαίως ότι τον έχει στην κυριότητά της αλλά και ότι δύναται να τον μισθώσει, καθώς και τη σχετική εμπειρία, αφού η οικογένεια Μ., μέλη της οποίας κυρίως είναι οι εταίροι της ενάγουσας εταιρίας, ασχολούνταν με παρόμοιες εργασίες, έχοντας ιδρύσει και άλλες εταιρίες.

Ως προς τα στοιχεία γ' και δ' της δήλωσης αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι πριν τη διενέργεια της δημοπρασίας και τη σύναψη της σύμβασης εργολαβίας, δεν είχαν επακριβώς καθορίσει πως θα επιμερίζονταν οι εργασίες τους, στόχευαν όμως στην εκτέλεση του έργου κυρίως με μέριμνα της ενάγουσας, η οποία, όπως προεκτέθηκε, πίεσε την εναγομένη για την ανάληψη του έργου, λόγω του αναγκαίου εργοληπτικού πτυχίου που διέθετε, υποσχόμενη να αναλάβει εκείνη την εκτέλεση.

Αργότερα όμως ανέκυψαν δυσχέρειες, καθόσον η ενάγουσα δεν είχε δικά της μηχανήματα και έπρεπε να τα μισθώνει και η εναγόμενη ανέμενε τις ενέργειές της, χωρίς να καθορίζει και τις εργασίες που θα εκτελούσε η ενάγουσα. Με τον τρόπο αυτό υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην έναρξη του έργου, για την οποία ο κύριος του έργου δεν προέβη σε σχετική αναφορά ή έγγραφη διαμαρτυρία.

Την καθυστέρηση του τη γνωστοποίησε η ενάγουσα, με την από 8-4-2003 επιστολή της, αλλά και πάλι δεν υπήρξε διαμαρτυρία. Η εναγόμενη, την επομένη, με την προαναφερόμενη δήλωσή της, εκτός από τη διαμαρτυρία της, προέβη και σε καταγγελία της σύμβασης υπεργολαβίας, αναφέροντας και ότι η ενάγουσα δεν προσκόμιζε τα αναγκαία πιστοποιητικά και έγγραφα, παρά τις οχλήσεις της.

Τούτο δεν είναι ακριβές, διότι η εναγόμενη, σύμφωνα και με την αρχική συμφωνία των διαδίκων, δεν αναζήτησε από την ενάγουσα έγγραφα, αλλά εξοπλισμό και τεχνικό προσωπικό για την εκτέλεση του έργου, αλλά η διαφοροποίηση αυτή δεν κατατείνει σε συκοφάντηση της ενάγουσας, αφού και η ίδια δεν είχε αναφέρει στην εναγόμενη, μετά τη δημοπρασία, ποια μηχανήματα διέθετε, ούτε της ανακοίνωσε πότε θα μετέβαινε ή μετέβη στο έργο και με ποιο προσωπικό για να αρχίσει εργασίες.

Ως προς τα προσόντα για την εκτέλεση του έργου είναι αληθές ότι η ενάγουσα, ως νεοσύστατη, δεν είχε δυνατότητα να αναλάβει μεγάλα έργα αλλά αυτό ήταν γνωστό στην εναγόμενη, γι' αυτό και έγινε η σύναψη της υπεργολαβίας, όπως θα μπορούσε να είναι γνωστό σε κάθε ασχολούμενο με παρόμοιες εργασίες, χωρίς η αναφορά του να μειώνει τη φήμη της ενάγουσας.

Τα ανωτέρω (στοιχ. γ'-δ') περιέχουν στοιχεία υπερβολής, αλλά δεν είναι ψευδή, κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις. Η εν λόγω διαμαρτυρία - καταγγελία, απευθυνόμενη μόνο στην ενάγουσα και αφορώσα τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και την αναφαινόμενη δυσχερή εξέλιξή της, δεν είναι από μόνη της συκοφαντική, δυσφημιστική ή εξυβριστική και δεν συνιστά αδικοπραξία.

Με την κοινοποίησή της, όμως, στους φορείς που προαναφέρθηκαν, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, έχει σκοπό συκοφαντικό και προσβλητικό της προσωπικότητας της ενάγουσας και θίγει την επαγγελματική της φήμη, αφού οι τρίτοι και μάλιστα υποψήφιοι πελάτες της και δημόσιοι φορείς, που δεν γνωρίζουν τις ιδιαίτερες περιστάσεις και συμφωνίες της σύμβασης των διαδίκων, θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την ικανότητά της να εκτελέσει ένα έργο.

Η εναγόμενη, πέραν της άνω διαμαρτυρίας - καταγγελίας, δεν προέβη σε άλλη ενέργεια σε βάρος της ενάγουσας, η οποία δεν επεδίωξε τη συνέχιση της ισχύος της σύμβασης ή τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της με βάση τη σύμβαση, αλλά αρκέστηκε στην από 21-5-2003 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγόμενη περί επιφύλαξης για διεκδίκηση του ποσού των 884.331 ευρώ, που θα αποκόμιζε από το έργο και εν συνεχεία άσκησε την από 23-6-2003 αγωγή της, με την οποία ζητούσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, όπως προεκτέθηκε.

Επομένως, επειδή από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, που περιορίζεται στην κοινοποίηση του εν λόγω εγγράφου σε τρίτους, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης της βλάβης της ενάγουσας, του είδους της προσβολής της, της υπαιτιότητας της εναγόμενης (η ενάγουσα δεν βαρύνεται με οποιοδήποτε βαθμό υπαιτιότητας για την κοινοποίηση σε τρίτους του εγγράφου) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, να επιδικασθεί, στην ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής που απορρίφθηκε ως αόριστη, αφού από τότε επήλθε όχληση της εναγόμενης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ένδικη εξώδικη διαμαρτυρία επιδόθηκε στην ενάγουσα την 10-4-2003, οπότε και έλαβε γνώση του περιεχομένου της, βάσει του οποίου άσκησε την από 1-7-2007 αγωγή της, ομοίου περιεχομένου με της ένδικης, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 11-12-2007 (βλ. επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.

Ζ.). Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 66/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ως αόριστη. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα την 28-6-2011 (βλ. επισημείωση στην απόφαση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λαμίας Μ. Π.), οπότε, μετά την παρέλευση τριάντα ημερών και εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση, κατέστη τελεσίδικη.

Εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή, με την ίδια νομική και ιστορική αιτία, αλλά βελτιωμένη, ως προς την αοριστία (βλ. υπ' αριθμ. 4251/22-12-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Γ.). Επομένως η πενταετής παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας, η οποία είχε αρχικά διακοπεί με την επίδοση της πρώτης αγωγής, διεκόπη με την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεκτής γενομένης της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, που νομίμως προέβαλε η ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της και απορριπτομένης κατ' ουσίαν της νομίμως προβληθείσης από την εναγόμενη ενστάσεως παραγραφής (άρθρα 937, 261, 263 ΑΚ...).

Κατ' ακολουθίαν τούτων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας εταιρίας και υποχρέωσε την εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επιπλέον το ποσό των 62.891,64 ευρώ, ως αποζημίωση για θετική ζημία της ενάγουσας έσφαλε, γι' αυτό οι αντίθετοι λόγοι των εφέσεων της ενάγουσας και της εναγόμενης, όπως και οι εφέσεις στο σύνολό τους, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικασθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, κατά τα ανωτέρω και τα στο διατακτικό οριζόμενα ...". Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της, δέχθηκε τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, έκανε αυτήν δεκτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 1-9-2007 αγωγής.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, δεν διέλαβε στο αιτιολογικό, ούτε όρισε στο διατακτικό ότι η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται ως προς μερικές μόνο διατάξεις της, άρα την εξαφάνισε ολικά. Ουδέν διέλαβε, όμως, για την τύχη του κονδυλίου της θετικής ζημίας των 62.891,64 ευρώ, το οποίο στο αιτιολογικό επιγραμματικά αναφέρει ότι είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτό, επιπλέον του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Το κονδύλιο αυτό της θετικής ζημίας δεν είχε προσβληθεί από την νικήσασα ενάγουσα με την έφεσή της, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση που εξαφάνισε ολικά την πρωτόδικη απόφαση, δεν αποφάνθηκε για την τύχη του, ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό, αφού δεν το προσέθεσε στο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης που επιδίκασε, για το ενιαίο του τίτλου της εκτέλεσης.

Περαιτέρω, ενώ το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας των 897.385 ευρώ, το οποίο κυρίως ζήτησε η ενάγουσα, απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμο και μεταβιβάστηκε στο Εφετείο κατ' άρθρ. 522 Κ.Πολ.Δ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 4-12-2013 έφεσης της ενάγουσας (3ος λόγος έφεσης), η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα την τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος της ενάγουσας, δεν διέλαβε το παραμικρό, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της, για τη βασιμότητα ή μη του κονδυλίου τούτου, ούτε από τη μη απάντηση στο αγωγικό αυτό αίτημα συνάγεται σιγή απόρριψή του, καθόσον δεν προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της απόφασης κάποια ένδειξη σχετικά με το λόγο για τον οποίο αυτή αντιπαρήλθε με σιγή το αίτημα αυτό.

Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου άφησε αδίκαστα τα αγωγικά αιτήματα της θετικής και αποθετικής ζημίας των 62.891,64 ευρώ και των 897.385 ευρώ, αντίστοιχα. Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της από 2-5-2018 αίτησης της αναιρεσείουσας - ενάγουσας και συγκεκριμένα ο δεύτερος, ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο τέταρτος, ως προς το επικουρικό σκέλος του επίσης από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους η αιτούσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την αναιρετική πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστα τα ως άνω αγωγικά αιτήματα της αποζημίωσης για τη θετική και την αποθετική ζημία της.

Επειδή η αναιρετική εμβέλεια των δυο αυτών λόγων καταλαμβάνει ολόκληρη την απόφαση, ως προς τα προσβαλλόμενα με την από 2-5-2018 αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της απόφασης του Εφετείου, παρέλκει εντελώς η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων της ίδιας αίτησης, δηλαδή του πρώτου, για πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 9, 12, 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, του δεύτερου, ως προς το σκέλος του για πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 17 του ίδιου άρθρου, του τρίτου, από τον αριθ.19 και του τέταρτου, ως προς το πρώτο σκέλος του, επίσης για πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη από 2-5-2018 αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου ως προς τα κεφάλαια που προσβάλλεται.

Β). Επί της από 26-10-2018, με αριθμό κατάθεσης 12/2018 αίτησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ.3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητάς του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 432/2020, ΑΠ 726/2015, 1750/2014).

Εξάλλου και τα νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, λόγω του ότι και αυτά είναι φορείς έννομων αγαθών, νομιμοποιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, σε περίπτωση προσβολής αγαθών τους όπως το όνομα, η φήμη, το κύρος τους ή η επαγγελματική υπόληψη και γενικά το εμπορικό μέλλον μιας εταιρείας.

Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει συγκεκριμένη υλική ζημία (ΑΠ 1265/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, που παρατίθενται για την έρευνα των αναιρετικών λόγων και της πρώτης, από 2-5-2018 αίτησης αναίρεσης. Δέχθηκε, ειδικότερα, ότι το περιεχόμενο της από 9-4-2003 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας, με την οποία η εναγομένη εταιρεία υπαναχώρησε από τη σύμβαση υπεργολαβίας με την ενάγουσα εταιρεία, ήταν αληθές ως προς τους, προαναφερόμενους, με στοιχεία α' και β' ισχυρισμούς, ενώ ως προς τους με στοιχ.

γ' και δ' ισχυρισμούς περιέχει στοιχεία υπερβολής, αλλά δεν είναι ψευδές. Στη συνέχεια έκρινε ότι η εν λόγω διαμαρτυρία - καταγγελία, απευθυνόμενη μόνο στην ενάγουσα και αφορώσα τη μεταξύ τους σύμβαση και την αναφαινόμενη δυσχερή εξέλιξή της, δεν είναι από μόνη της συκοφαντική, δυσφημιστική ή εξυβριστική και δεν συνιστά αδικοπραξία.

Με την κοινοποίησή της, όμως, στους φορείς που προαναφέρθηκαν, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, έχει σκοπό συκοφαντικό της προσωπικότητας της ενάγουσας και θίγει την επαγγελματική της φήμη, αφού οι τρίτοι και μάλιστα υποψήφιοι πελάτες της και δημόσιοι φορείς, που δεν γνωρίζουν τις ιδιαίτερες περιστάσεις και συμφωνίες της σύμβασης των διαδίκων, θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την ικανότητά της να εκτελέσει ένα έργο.

Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο, ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω εξώδικης διαμαρτυρίας - καταγγελίας είναι αληθές και δεν συνιστά αδικοπραξία απευθυνόμενης της διαμαρτυρίας στην ενάγουσα, ενώ με την κοινοποίησή του στους τρίτους φορείς είχε σκοπό συκοφαντικό και προσβλητικό της προσωπικότητας της ενάγουσας, θίγοντας την επαγγελματική της φήμη, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε στερώντας την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθιστώντας έτσι, αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, σημειουμένου, ιδιαίτερα, ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 919 και 920 του ΑΚ, που εφαρμόζονται συνδυαστικά με το άρθρο 914 αυτού, ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας είναι, στη μεν περίπτωση του άρθρου 919 η ζημία με πρόθεση, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, παραδοχή που δεν διαλαμβάνει η απόφαση, στη δε περίπτωση του άρθρου 920 η διάδοση αναληθών ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, ενώ το Εφετείο δέχεται ως αληθείς τους ισχυρισμούς της εναγομένης, που περιέχονται στην επίδικη, από 9-4-2003 εξώδικη δήλωσή της και συνάμα δέχεται ότι με την κοινοποίηση της δήλωσης αυτής στους αναφερόμενους τρίτους, φορείς, προσβλήθηκε η νομική προσωπικότητα της ενάγουσας και θίχθηκε η επαγγελματική της φήμη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, επικαλούμενη τις παραπάνω ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της, είναι βάσιμος. Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καταλαμβάνει ολόκληρη την απόφαση, ως προς τα προσβαλλόμενα με την από 26-10-2018 αίτηση κεφάλαια, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής, από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19, καθώς και ο τέταρτος, από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, που αφορούν τα κονδύλια της θετικής και της αποθετικής ζημίας, τους οποίους ασκεί η αναιρεσείουσα - εναγομένη ως νικήσασα διάδικος (άρθρ. 556 Κ.Πολ.Δ) επικαλούμενη έννομο συμφέρον συνιστάμενο στη δυνατότητα να επαναπροτείνει την, απορριφθείσα από το Εφετείο, ένσταση παραγραφής των αξιώσεων αυτών της ενάγουσας, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η δική της αίτηση αναίρεσης, καθίστανται άνευ αντικειμένου και παρέλκει η έρευνά τους, διότι μετά την ολική αναίρεση της απόφασης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρ. 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ).

Μετά από όλα τα παραπάνω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτές και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια, πρέπει κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικούς δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους και κατά παραδοχή των σχετικών αιτημάτων τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, η απόδοση στις αναιρεσείουσες των παραβόλων που καταβλήθηκαν για την άσκηση τω αναιρέσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, α) την από 2-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 2/2018 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "B.C.R.e PROJECT E.E." και β) την από 26-10-2018 και με αριθμό κατάθεσης 12/2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Αναιρεί ολικά την με αριθμό 73/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες των παραβόλων που κατεβλήθηκαν από αυτές, για την άσκηση κάθε αναίρεσης.

Καταδικάζει κάθε αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για κάθε αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ