Supreme Court dismisses successful plaintiff's appeal on lack of legal interest and insufficient facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their lawsuit. The appellants, who had won the initial case, argued they had a legal interest to appeal to prevent the dismissal of their claims. The court found no such interest because the lower court did not err in interpreting substantive law regarding the specific legal bases cited by the appellants. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556 para. 2, Art. 68 of the Code of Civil Procedure; A successful plaintiff may appeal only if they demonstrate a specific legal interest, which is absent when the lower court's decision does not involve an error in the interpretation or application of substantive law regarding the grounds of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1239 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1239/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Ε. έως 37) Ι. Ψ. του Δ., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Μαρίας Σκιαδιώτη και Ιωάννη Κυριακόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία" (ΕΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικολάου- Σέργιου Σακαλή και Γεωργίου Θεοδόση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 1404/8-5-2018.
Εκδόθηκε η 2048/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2019 και με αριθμό κατάθεσης 52/11-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το νικήσαντα διάδικο, όπως συμβαίνει όταν στην απόφαση περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικές γι' αυτόν, που δημιουργούν δεδικασμένο (ΑΠ 41/2016). Ο νικήσας διάδικος μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση), εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 533/2017, ΑΠ 1764/2013). Ειδικότερα, ο ενάγων που νίκησε δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση ως προς τις βάσεις της αγωγής του που απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, για την περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης του ηττηθέντος αντιδίκου του, προς αποτροπή της τελεσίδικης απόρριψης της αγωγής του ως προς όλες τις βάσεις της (ΑΠ 578/1994).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 10-4-2019 (με αριθμό κατάθεσης 52/11-4-2019) αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (εκ των οποίων η 33η υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Γ. Σ. του Σ., ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού), επικουρικώς, για την περίπτωση και μόνο που θα γίνει δεκτή η αντίθετη ασκηθείσα κατ' αυτών από 23-1-2019 (με αριθμό κατάθεσης 13/24-1-2019) αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της προσβαλλόμενης 2048/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 29-3-2018 (με αριθμό κατάθεσης 1404/8-5-2018) αγωγή των εναγόντων έγινε δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη μόνο ως προς τη βάση της από τη σιωπηρώς δημιουργηθείσα συμβατική δέσμευση της εναγομένης από επιχειρησιακή συνήθεια, επικαλούμενοι ως έννομο συμφέρον το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν οι λοιπές βάσεις της αγωγής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος, με το από 20-12-2019 σημείωμά της, ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η απόρριψη ορισμένων βάσεων της αγωγής, δικαιολογεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων προς άσκηση της ένδικης αίτησης.
Ήδη, με την 1238/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση, η οποία, όπως από αυτή προκύπτει, ασκήθηκε υπό τον όρο ευδοκίμησης της αντίθετης αίτησης αναίρεσης κατά της αυτής απόφασης της ήδη αναιρεσίβλητης, πρέπει να ερευνηθεί αν είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1).
3. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή κατά των ανεκκλήτων ή αυτών που έγιναν τελεσίδικες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ.1, 518, 294 έως 297 και 299 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η πρωτόδικη απόφαση, που υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη είτε με την πάροδο της προς έφεση προθεσμίας, που αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, είτε με την παραίτηση του διαδίκου από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης, είτε με την παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης που άσκησε, εφόσον προδήλως στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υφίσταται πλέον προθεσμία προς άσκηση έφεσης.
Η παραίτηση δε από το δικόγραφο της εμπρόθεσμης έφεσης, που έγινε με επίδοση σχετικού δικογράφου στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η πρωτόδικη απόφαση, στην οποία αναφέρεται, καθίσταται τελεσίδικη και συνεπώς η προθεσμία προς άσκηση της αναίρεσης (με κατάθεση του δικογράφου της) αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης του δικογράφου της παραίτησης και όχι από την επόμενη της επίδοσης της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης (ΟλΑΠ 473/1983, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 1548/2005).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001) και, συνεπώς, από την επόμενη ημέρα της επίδοσης αυτού, στο οποίο περιέχεται η δήλωση παραίτησης, αρχίζει η προθεσμία και για τον αντίδικο του παραιτουμένου, ο οποίος, καίτοι εν μέρει ηττηθείς πρωτοδίκως, δεν άσκησε ίδια έφεση, ενώ δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κατέστη τελεσίδικη.
4. Σε σχέση με το παραδεκτό της ένδικης αίτησης, από τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη 2048/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την 20-11-2018, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας Μ.
Π.. Κατ' αυτής η εναγομένη άσκησε την από 17-12-2018 (με αριθμό κατάθεσης 8451/2018) έφεσή της εμπροθέσμως, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους ήδη αναιρεσείοντες, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, με σχετική δήλωση που περιέχεται στο δικόγραφο της από 23-1-2019 (με αριθμό κατάθεσης 13/24-1-2019) αίτησης αναίρεσης, που αυτή άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία (αίτηση) επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των εναγόντων Μαρία Σκιαδιώτη την 14-3-2019 (σχετ.
η 2623Β'/14-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Άννας Δρουγκίδου). Εντεύθεν συνάγεται ότι η από 10-4-2019 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 11-4-2019 (με αριθμό 52/11-4-2019), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, στην οποία περιέχεται η δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της ασκηθείσας από αυτή έφεσης.
Επομένως, η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή, απορριπτομένης της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου αυτής, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, που προβάλλεται με τις κατατεθείσες την 26-11-2019 προτάσεις της (ΚΠολΔ 570 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
5. Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία επιδιώκονται αξιώσεις από σύμβαση εντολής, σύμβαση παρακαταθήκης και σύμβαση μεσεγγύησης (η οποία είναι μορφή συμβατικής παρακαταθήκης), πρέπει ο ενάγων να επικαλεσθεί, αντίστοιχα:
α) την κατάρτιση της σύμβασης εντολής, το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στον εντολοδόχο και τη ζημία που υπέστη ο εντολέας, η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου, β) την κατάρτιση της σύμβασης παρακαταθήκης με τον εναγόμενο ως θεματοφύλακα και την παραλαβή από αυτόν του αντικειμένου της παρακατάθεσης, με σκοπό να το φυλάει και να το αποδώσει, όταν του ζητηθεί, και γ) την κατάρτιση σύμβασης μεσεγγύησης με την παράδοση στο μεσεγγυούχο πράγματος, προς εξασφάλιση αμφισβητούμενων ή αβέβαιων δικαιωμάτων τους πάνω σε αυτό.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντιστοίχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 16/2013).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.
Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 156/2013, ΑΠ 167/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 αρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν η αγωγή απορρίφθηκε λόγω αοριστίας, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για τις πλημμέλειες αυτές (ΑΠ 664/2016).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 29-3-2018 ένδικης αγωγής, όπως παραδεκτά διορθώθηκε, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (εκ των οποίων η 33η υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Γ. Σ. του Σ., ως κληρονόμος αυτού, όπως προαναφέρθηκε), ισχυρίσθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υπόθεσης, ότι με απόφαση της 13ης συνεδρίασης της 18ης Νοεμβρίου 1949 του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης και κατόπιν συλλογικής συμφωνίας αυτής με τους εργαζομένους της, ιδρύθηκε ειδικός λογαριασμός με τον τίτλο "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" (ΛΕΠΕΤΕ) και κατά την ίδια συνεδρίαση εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας αυτού.
Ότι όλοι είναι συνταξιούχοι και πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και από την έναρξη της εργασιακής τους σχέσης δικαιούχοι μετεργασιακής παροχής, καταβλητέας μηνιαίως μέσω του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων μερών, η επικούρηση χορηγείτο ως "αντάλλαγμα" της παρεχόμενης εργασίας των μισθωτών.
Ότι η ένταξή τους στο ΛΕΠΕΤΕ και η επακόλουθη καταβολή της επικούρησης επί σειρά ετών, αποτέλεσαν μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ώστε από την πρόσληψή τους απέκτησαν δικαίωμα συμμετοχής στο λογαριασμό δια της καταβολής της εισφοράς τους και προσδοκία λήψης των παροχών της τράπεζας κατά τη μετεργασιακή τους μετάπτωση στο καθεστώς των συνταξιούχων.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες, αφού παρέθεσαν τις διατάξεις του ειδικού κανονισμού τις σχετικές με τη διοίκηση και διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ από διαχειριστική επιτροπή, τους πόρους αυτού και τον τρόπο υπολογισμού της επικούρησης, ισχυρίσθηκαν ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη για την καταβολή της ανωτέρω παροχής, η δε υποχρέωσή της αυτή απορρέει από το γεγονός ότι ο ΛΕΠΕΤΕ λειτουργεί ως υπηρεσία δική της, ταυτισμένη με το νομικό πρόσωπο αυτής, αλλά και εκ της φύσεως του ΛΕΠΕΤΕ ως προγράμματος καθορισμένων παροχών, καθώς και από το γεγονός ότι η χρηματοδότηση του τελευταίου, ώστε να καλύπτεται το υφιστάμενο έλλειμμα και να καταβάλλεται η προβλεπόμενη παροχή στους δικαιούχους, συνιστά πάγια και διαχρονική πρακτική της εναγομένης, η οποία, πλέον της προβλεπόμενης εισφοράς της, φρόντιζε να επιδοτεί το λογαριασμό, ώστε να είναι εφικτή η καταβολή στους δικαιούχους της ως άνω παροχής μέσω του ΛΕΠΕΤΕ.
Ότι η ανωτέρω υποχρέωσή της πηγάζει και από το γεγονός ότι το έλλειμμα του ΛΕΠΕΤΕ οφειλόταν σε πράξεις και παραλείψεις των οργάνων διοίκησης και διαχείρισης αυτού, τα οποία κυριαρχικά συνιστούσαν όργανα της εναγομένης (συνιστάμενες σε κακοδιαχείριση, άτοκη εκμετάλλευση των αποθεματικών του ΛΕΠΕΤΕ, μη απόδοση πόρων εκ μέρους της εναγομένης, συντέλεση εθελουσίων εξόδων προσωπικού της, με συνακόλουθη την απώλεια ασφαλιστικών εισφορών και μη ένταξη στο ΛΕΠΕΤΕ των προσληφθέντων υπαλλήλων της από 1-1-2005 και μετά).
Ότι τον Ιούλιο του 2017 η εναγομένη αποφάσισε αιφνιδιαστικά τη διακοπή της χρηματοδότησης του λογαριασμού, με αποτέλεσμα από το μήνα Δεκέμβριο του 2017 να καταστεί ανέφικτη η καταβολή της προβλεπόμενης παροχής στους δικαιούχους ενάγοντες, με συνέπεια να περιέλθουν σε δεινή οικονομική κατάσταση, μη δυνάμενοι να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, τις οποίες διαμόρφωσαν με την προσδοκία λήψης και της ανωτέρω παροχής.
Ότι η διακοπή καταβολής της επίδικης εργοδοτικής παροχής- επικούρησης συνιστά προσβολή των μετεργασιακών δικαιωμάτων τους και ότι η εναγομένη είχε αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας και επιμέλειας, ώστε να μη θιγούν τα δικαιώματά τους, εκ του γεγονότος ότι είχε αναλάβει τη διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ, που αποσκοπούσε στην καταβολή των μετεργασιακών παροχών, στον οποίο σωρεύονταν πόροι και εκ των εισφορών των εργαζομένων, αλλά και τη θεματοφυλακή των περιουσιακών του στοιχείων, η δε παράβαση των υποχρεώσεων πρόνοιας του εργοδότη συνιστά και αδικοπραξία.
Ότι οι αξιώσεις τους κατά της εναγομένης από τη ζημιογόνο διαχείριση της περιουσίας του ΛΕΠΕΤΕ στηρίζεται και στις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος και, όλως επικουρικά, έχουν άμεσο δικαίωμα ως τρίτοι κατά της τράπεζας να αξιώσουν τη συνέχιση της επιδότησης του λογαριασμού εκ μέρους της για την εκπλήρωση του σκοπού του και την καταβολή των συμφωνημένων παροχών του άρθρου 9 παρ.4 του κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησαν, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει, ως πρώην εργοδότρια, κάθε μήνα από τον Ιανουάριο 2018 και εφεξής τη μηνιαία επικουρική παροχή, ανερχόμενη σε συγκεκριμένο για έκαστο των εναγόντων μηνιαίο ποσό, που δικαιούται και ελάμβανε έκαστος μέσω του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι και το Νοέμβριο του 2017, πλέον των επικουρήσεων που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών και άδειας, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, άλλως, επικουρικά, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να συνεχίσει να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για τη συνέχιση της καταβολής σε αυτούς, μέσω του ΛΕΠΕΤΕ, των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών, που προβλέπονται από τον κανονισμό του τελευταίου, από τον Ιανουάριο του 2018 και στο διηνεκές.
Για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της εναγομένης προς καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων (εκτός των άλλων νομικών βάσεων που δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη), οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν [και] τις διατάξεις περί εντολής, περί παρακαταθήκης, περί μεσεγγύησης, περί κοινωνίας δικαιώματος και, εντελώς επικουρικά, τις διατάξεις περί σύμβασης υπέρ τρίτου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 2048/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατ' ουσία μόνο ως προς τη βάση της από τη σιωπηρώς δημιουργηθείσα συμβατική δέσμευση της εναγομένης από επιχειρησιακή συνήθεια και κατά το κύριο αίτημά της και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλλει σε κάθε ενάγοντα μηνιαίως το εκεί αναφερόμενο για τον καθένα χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στην καθοριζόμενη από τον κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση, πλέον των επικουρήσεων που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών και άδειας, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2018 και εφεξής, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, ενώ κατά τα λοιπά αιτήματα και αγωγικές βάσεις απορρίφθηκε και ειδικότερα ως προς τις βάσεις (που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) τις θεμελιούμενες (κατά τους ενάγοντες) στις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος, σύμβασης εντολής, σύμβασης παρακαταθήκης, σύμβασης μεσεγγύησης και σύμβασης υπέρ τρίτου, η μεν πρώτη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, οι δε λοιπές ως αόριστες.
7. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως προς τις απορριφθείσες ως άνω βάσεις της αγωγής, διέλαβε το εξής σκεπτικό: "Ομοίως απορριπτέα, λόγω αοριστίας, κρίνεται η αγωγή ως προς τις επικουρικές νομικές βάσεις της, δυνάμει των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί η επίδικη υποχρέωση της εναγομένης στις διατάξεις περί εντολής, άλλως περί συμβάσεως υπέρ τρίτου, άλλως περί παρακαταθήκης, άλλως περί μεσεγγύησης, καθόσον δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας να καταρτίσουν αντιστοίχου περιεχομένου συμβάσεις και με δεδομένο ότι η δεσμευτικότητα της (όποιας) σύμβασης είναι άμεση απόρροια της αρχής της ελευθερίας των μερών, η οποία περιλαμβάνει αναγκαίως και την ελευθερία τους να καθορίζουν το περιεχόμενο της σύμβασής τους [...].
Απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, κρίνεται ωστόσο η αγωγή καθ' ο μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί κοινωνίας, δοθέντος ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, δεν υφίσταται κοινό δικαίωμα μεταξύ αφενός των εναγόντων και αφετέρου της εναγομένης ως συγκοινωνού, ώστε να δύναται να στηριχθεί αξίωση κατά της τελευταίας, βάσει των σχετικών διατάξεων".
Το δικαστήριο της ουσίας, με την κρίση ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή της στις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785 επ. ΑΚ, αφού, πράγματι, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της εναγομένης με βάση τις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος.
Τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά μεν ένωση περιουσίας, έκαστος δε των δικαιούχων διατηρεί, εκ του κανονισμού του, αυτοτελές δικαίωμα λήψης μηνιαίας επικούρησης, συγκεκριμένου ποσού, και δεν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος που ανήκει σε πολλούς μαζί κατ' ιδανικά μερίδια. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, είναι απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη [και] για την επί της κοινωνίας δικαιώματος θεμελιούμενη (κατά τους αναιρεσείοντες) βάση της.
8. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς, μόνο του άρθρου 559 αρ.1 (όχι και αρ.8) ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς τις βάσεις ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης από σύμβαση παρακαταθήκης, σύμβαση μεσεγγύησης και σύμβαση εντολής.
Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, δεν διαλαμβάνει στο δικόγραφό της τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του δικαιώματος στις διατάξεις περί παρακαταθήκης (ΑΚ 822 επ.), καθόσον δεν γίνεται επίκληση συμφωνίας φύλαξης συγκεκριμένου πράγματος και παραλαβή αυτού από την εναγομένη ως θεματοφύλακα, ούτε συμφωνίας μεσεγγύησης (ΑΚ 831), που και αυτή αποτελεί μορφή συμβατικής παρακαταθήκης, προς εξασφάλιση αμφισβητούμενων ή αβέβαιων δικαιωμάτων των μερών πάνω στο παρακατατεθέν στο μεσεγγυούχο πράγμα.
Ωσαύτως, δεν διαλαμβάνει περιστατικά για τη νομική θεμελίωσή της στις διατάξεις περί εντολής (ΑΚ 713, 714), αφού δεν γίνεται επίκληση συμβατικής σχέσης εντολής μεταξύ των διαδίκων, βάσει της οποίας να ανέλαβε η εναγομένη (εντολοδόχος) τη διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ, τον οποίο, σημειωτέον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, διαχειρίζεται οκταμελής διαχειριστική επιτροπή (άρθρο 2 του κανονισμού του).
Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας την αγωγή ως αόριστη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα ως προς τις πιο πάνω βάσεις της, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθόσον δεν αξίωσε για τη θεμελίωσή της επί των διατάξεων αυτών περισσότερα στοιχεία από όσα αυτές απαιτούν για τη θεμελίωση του αντιστοίχου δικαιώματος.
Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος, είναι αβάσιμος. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από την ίδια διάταξη (ΚΠολΔ 559 αρ.1), γιατί απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τη βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη σύμβασης υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αίτησης το περιεχόμενο της αγωγής σε σχέση με την ανωτέρω νομική βάση, ούτε η σχετική με το περιεχόμενο παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει ή όχι επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης, και στην περίπτωση που τα περιέχει, εάν το δικαστήριο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά δεν εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ως αόριστη και την απέρριψε.
Προσέτι, η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση για παραβίαση και εκ πλαγίου των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι απαράδεκτη, διότι ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως εν προκειμένω.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-4-2019 και με αριθμό κατάθεσης 52/11-4-2019 αίτηση για αναίρεση της 2048/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2020. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ