Legislator Case Law & Legislation
1239/2019 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for lack of legal basis regarding investment conversion consent.

Case Number 1239/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to a lack of legal basis in its reasoning. The lower court ambiguously found that the plaintiff had given oral consent for investment conversions, creating uncertainty about whether specific instructions were actually provided. Consequently, the Supreme Court remanded the case for retrial by a different judge to resolve these factual ambiguities.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; A court decision lacks legal basis if its reasoning fails to clearly establish the factual prerequisites for the applied legal rule, necessitating remittal for retrial.

Keywords

AI generated
lack of legal basis ambiguity in reasoning investment conversion consent oral instruction validity remittal for retrial Code of Civil Procedure factual prerequisites

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1239/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Ζάπρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοδώρα Παπαιωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21610/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1644/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1644/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 21610/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή που είχε ασκήσει και σε βάρος της ο αναιρεσείων για την καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ακόμη, υφίσταται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογικού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1376/2011). Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων απασχολήθηκε ως έμμισθος δικηγόρος επί είκοσι δύο συνεχόμενα έτη και μέχρι τις 14-6-2006, στη νομική υπηρεσία της δεύτερης εναγόμενης-ήδη εκκαλούσας- ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ".

Στο πλαίσιο της στενής σχέσης συνεργασίας και της καθημερινής σχεδόν επαφής με τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, ο ενάγων συνήθιζε να επενδύει τις αποταμιεύσεις του σε διάφορα τραπεζικά προϊόντα. Περί το Δεκέμβριο του έτους 2006 ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος κατά το χρόνο αυτόν εργαζόταν στο κατάστημα της ….στην πόλη της …, κατέχοντας τη θέση του Συμβούλου Εύπορων Ιδιωτών, ενημέρωσε τον ενάγοντα, τον οποίο εγνώριζε λόγω της προαναφερόμενης μέχρι πρότινος ιδιότητός του και ο οποίος τηρούσε όλους τους λογαριασμούς του στο εν λόγω κατάστημα, για τις ευνοϊκές προοπτικές επένδυσης σε διάφορα ομόλογα.

Μετά από παρότρυνση του πρώτου εναγόμενου, ο τελευταίος επένδυσε κατόπιν υποβολής έγγραφης αίτησης στις 5-12-2006 το ποσό των 300.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο "Δήλος Delta Smart ομολογιακό εξωτερικού" με διαχειρίστρια εταιρεία τη "Διεθνική Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων", θυγατρική εταιρεία του ομίλου εταιρειών της δεύτερης εναγόμενης.

Το προϊόν αυτό ήταν πενταετούς διάρκειας και ο βαθμός του επενδυτικού κινδύνου αυτού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, κρίνεται "μεσαίος", καθώς η επένδυση στο Αμοιβαίο Κεφάλαιο ενέχει ορισμένους κινδύνους που συνοδεύουν τα παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα και τις τεχνικές που εφαρμόζονται, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3.

Στην ίδια ως άνω παράγραφο επισημαίνεται επίσης ότι η Καθαρή Αξία Ενεργητικού ανά μερίδα μπορεί είτε να αυξηθεί είτε να μειωθεί, παρά το γεγονός ότι στη λήξη της πενταετίας "επιδιώκεται" ως εκ της συνθέσεως του ενεργητικού του Αμοιβαίου Κεφαλαίου, η επίτευξη τιμής μεριδίου ίσης τουλάχιστον με την αρχική, με άμεση συνέπεια να ενδέχεται οι επενδυτές να μην εισπράξουν το ποσό που επένδυσαν, ιδιαίτερα στην περίπτωση, κατά την οποία τα μερίδια εξαγορασθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοσή τους και σε κάθε περίπτωση πριν τη λήξη της πενταετίας από την ημερομηνία έναρξης του Αμοιβαίου Κεφαλαίου.

Υπό την έννοιαν αυτή, παρά τις κατά καιρούς ενδεχόμενες αυξομειώσεις της αξίας ανά μερίδιο του προϊόντος αυτού, επιδιώκετο σε κάθε περίπτωση μετά τη λήξη της πενταετίας (στις 5-12-2011, όσον αφορά στην προαναφερόμενη επένδυση) το αποδοτέο ποσό να μην υπολείπεται του ποσού του αρχικού κεφαλαίου.

Στη συνέχεια εκδόθηκε ο με αρ. 14499291 τίτλος με σύνολο μεριδίων 29.983,509 και τιμή μεριδίου το ποσό των 10.0055 ευρώ. Σχετικό ενημερωτικό σημείωμα εκδόθηκε από την εταιρεία διαχείρισης στις 21-12-2006 και απεστάλει στον ενάγοντα στη δηλωθείσα από τον ίδιο διεύθυνση, επί της οδού .... Όπως στην αγωγή του ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει, στις 31-12-2007 η επένδυσή του αυτή είχε αυξηθεί σε ποσοστό 0,6% και πλέον ανέρχονταν στο ποσό των 302.701,51 ευρώ.

Στη συνέχεια το ως άνω ομόλογό του μετατράπηκε σε άλλο προϊόν και ειδικότερα κατά σειρά: α) στις 28-5-2008 σε "Δήλος Blue Chips" με σύνολο μεριδίων 17.801,146 και με τιμή εκάστου μεριδίου 14,9917 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 266.869,44 ευρώ (αρ. τίτλου ...179) β) στις 23-6-2008 σε "Δήλος Money Plus" με σύνολο μεριδίων 22.736,260 και με τιμή εκάστου μεριδίου 11,6214 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 264.227,17 ευρώ (αρ.

τίτλου ...355) γ) στις 21-7-2008 σε "Δήλος Blue Chips" με σύνολο μεριδίων 18.043,682 και με τιμή εκάστου μεριδίου 14,4644 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 260.991,03 ευρώ (αρ. τίτλου ...663) και δ) στις 25-7-2008 σε "Δήλος Money Plus" με σύνολο μεριδίων 22.405,548 και με τιμή εκάστου μεριδίου 11,6485 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 260.991,03 ευρώ (αρ. τίτλου ...9901). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έδωσε γραπτή ή προφορική εντολή στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διαχειριζόταν το συνολικό χαρτοφυλάκιό του, να προβεί σε αλλαγή του επενδυτικού του προϊόντος ούτε όμως ενέκρινε καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ των υστέρων τις ενέργειές του αυτές.

Όπως αποδείχθηκε και από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης, Γ. Β., ο οποίος κατά τον ως άνω χρόνο εργαζόταν σ' αυτήν ως επιθεωρητής, υπό την ιδιότητά του δε αυτή επελήφθη της ένδικης διαφοράς, προκειμένου να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε μεταβολή (αγορά, πώληση κλπ) στο επενδεδυμένο από τον εκάστοτε πελάτη προϊόν, συμπεριλαμβανομένου και του ενδίκου, αναγκαία προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη σχετικής γραπτής εντολής, η οποία εννοείται ότι θα έπρεπε να προηγείται χρονικά της όποιας ενέργειας.

Σε ορισμένες βέβαια περιπτώσεις, όπως στην κρινόμενη, λόγω της φιλικής σχέσης και της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του πελάτη και του υπαλλήλου που διαχειρίζονταν το λογαριασμό, αρκούσε και προφορική εντολή (συνήθως τηλεφωνική). Πάντοτε, όμως, έπρεπε να εκδίδεται το σχετικό παραστατικό, το οποίο ο πελάτης όφειλε να υπογράψει εκ των υστέρων, ώστε να υπάρχει έγκριση της σχετικής ενέργειας.

Στην προκείμενη βέβαια περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε έδωσε στον πρώτο εναγόμενο εγγράφως σχετική εντολή για τη μετατροπή της αρχικής επένδυσής του. Πλην, όμως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο παρόν Δικαστήριο ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις πιο πάνω τέσσερις μετατροπές κατόπιν ενημέρωσης του ενάγοντος και προφορικής συνεννόησης μαζί του, δεν υπογράφηκε όμως εκ μέρους του τελευταίου κανένα σχετικό παραστατικό, δεδομένης της μέχρι της συνταξιοδότησής του στενής συνεργασίας τους αφενός αλλά και του γεγονότος ότι λόγω της μεσολάβησης αυτής ο ενάγων δεν επισκεπτόταν καθημερινά πλέον το υποκατάστημα (212) της δεύτερης εναγομένης.

Είναι δε γεγονός ότι οι αναφερόμενες τέσσερις ένδικες μετατροπές έλαβαν χώρα η μία μετά την άλλη και σε σύντομο χρονικό διάστημα - δύο μόλις μηνών - μεταξύ τους, οι δύο μάλιστα τελευταίες από αυτές απείχαν λίγες μόνον ημέρες η μία από την άλλη. Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση του δεύτερου μάρτυρος των εναγομένων (η οποία δεν αναιρείται με βεβαιότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο) αλλά και τη χρονική στιγμή που έλαβαν χώρα οι ανωτέρω μετατροπές, το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά από συνεννόηση του ενάγοντος με τον πρώτο εναγόμενο και όχι αυθαίρετα και παράνομα εκ μέρους του τελευταίου, όταν παρατηρήθηκε σταθερή πτωτική τάση στην απόδοση του αρχικώς επενδεδυμένου αμοιβαίου κεφαλαίου "Δήλος Delta Smart ομολογιακό εξωτερικού".

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μόνον ποσό 266.869,44 ευρώ από το συνολικά επενδεδυμένο αρχικά ποσό των 300.000 ευρώ είχε απομείνει στις 28-5-2008 και αυτό ήταν που επενδύθηκε σε "Δήλος Blue Chips" κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας των δύο, όπως ρητά καταθέτει ο ανωτέρω μάρτυρας, η κατάθεσή του δε αυτή δεν αντικρούεται πειστικά από αυτήν της μάρτυρος απόδειξης - κόρης του ενάγοντος, που περιέχεται στα με αρ. 20381/2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς η ανωτέρω εμφανίζεται ως συνδικαιούχος της αρχικής επένδυσης, με αποτέλεσμα η κατάθεσή της να ελέγχεται για την αξιοπιστία της.

Στη συνέχεια δε ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας τη γενική αλλά και ρητή οδηγία του ενάγοντος να ενεργήσει τις απαραίτητες επενδυτικές κινήσεις, προκειμένου να έχει απόδοση από αυτές τουλάχιστον, αναπληρώνοντας την απώλεια από τα "Δήλος Delta Smart", προέβη στις λοιπές τρεις ανωτέρω μετατροπές, προσπαθώντας να σταματήσει την καθοδική πορεία απόδοσης των προϊόντων, πιστεύοντας ότι ενεργεί υπέρ του ενάγοντος, ο οποίος κατά πάγια τακτική της διαχειρίστριας εταιρείας "Διεθνική Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων", ενημερώνονταν σχετικά με ταχυδρομική ειδοποίηση στη δηλωθείσα εκ μέρους του ανωτέρω διεύθυνση (βλ.

περιεχόμενο της από 12-11-2009 εξώδικης δήλωσης αυτού, που επιδόθηκε στις 16-11-2009 στη δεύτερη εναγομένη, το οποίο επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Γ. Β.). Δε κρίνεται εξάλλου πιστευτός ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν έδωσε την προαναφερόμενη οδηγία, καθώς οι επενδύσεις αυτές αφορούσαν προϊόντα υψηλού κινδύνου, ενώ ο ίδιος πρόκειται για συντηρητικό παίκτη, διότι ναι μεν ο επενδυτικός κίνδυνος στα "Δήλος Blue Chips" είναι αυξημένος, αφού το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου αποτελείται από μετοχικούς τίτλους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 5 του οικείου κανονισμού, πλην όμως όσον αφορά στα "Δήλος Money Plus" ο βαθμός του επενδυτικού κινδύνου είναι ελάχιστος, καθώς το χαρτοφυλάκιο του Αμοιβαίου αυτού Κεφαλαίου αποτελείται κυρίως από μέσα χρηματαγοράς και καταθετικά προϊόντα (βλ.

αρθρ. 3 παρ. 5 οικείου κανονισμού). Το ποσό δε που από την αρχική του επένδυση θα εισέπραττε ο ενάγων, δεν θα ανερχόταν άνευ ετέρου στο ποσό των 300.000 ευρώ τουλάχιστον και μάλιστα στο τέλος της πενταετίας, αφού ο στόχος αυτός ήταν κατά τα ανωτέρω, απλώς επιδιώξιμος. Άλλωστε, αν πράγματι ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς της δεύτερης, αυθαίρετα ήθελε να προβαίνει σε επενδυτικές κινήσεις για λογαριασμό του ενάγοντος, προκειμένου να εισπράξει το "μπόνους" που ενδεχομένως δικαιούνταν (κάτι το οποίο δεν αποδείχθηκε άλλωστε με βεβαιότητα) θα είχε προβεί ήδη από το Μάιο του 2008 σε όμοιες κινήσεις συχνότερα και μάλιστα από το Δεκέμβριο του 2006 και μετέπειτα και όχι επανειλημμένα (τέσσερις φορές σε μικρό χρονικό διάστημα) όταν διαπιστώθηκε η πτωτική πορεία στην απόδοση του αρχικώς επιλεγέντος προϊόντος "Δήλος Delta Smart", με αποτέλεσμα το ποσό, που είχε επενδυθεί να έχει κατέλθει εμφανώς.

Στην κρίση του περί γνώσεως και συναινέσεως του ενάγοντος άγεται το παρόν Δικαστήριο, συνεκτιμώντας επί πλέον και το γεγονός ότι για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε αυτός εγγράφως στη δεύτερη εναγομένη με την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωσή του, ενώ ο ίδιος παραδέχεται σ' αυτήν ότι ενημερώθηκε για τις μετατροπές, όταν έλαβε το από 7-7-2008 ενημερωτικό σημείωμα της Διεθνικής.

Αν όμως πράγματι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην εξώδική του, "έμεινε ενεός και δεν μπορεί ακόμη να συνέλθει !" θα έπρεπε να αντιδράσει άμεσα και να μεταβεί στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της εναγομένης, όπου και εργαζόταν ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί έντονα, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας, που ισχυρίζεται ότι υπέστη και παράλληλα, όντας ο ίδιος - αν και συνταξιούχος - αλλά και η μάρτυρας κόρη του δικηγόροι, να προβεί τάχιστα και σε υποβολή έγκλησης ακόμη, σε βάρος αυτού αλλά και οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου.

Πέραν τούτου δε ενόψει του χρονικού σημείου, που ο ίδιος συνομολογεί ότι έλαβε γνώση των ένδικων μετατροπών, είναι βέβαιο ότι θα είχε προλάβει να εμποδίσει τις δύο τελευταίες τουλάχιστον από αυτές. Ο ίδιος, όμως, όπως αποδεικνύεται, μόλις στις 8-10-2008 προσήλθε, χωρίς μάλιστα να διαμαρτυρηθεί, στο με αρ. 212 υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης (και όχι σε διαφορετικό όπως διατείνεται) και ρευστοποίησε το προϊόν της τελευταίας από τις ένδικες επενδύσεις του, καθώς είχε ειδοποιηθεί από αυτήν, μεταξύ άλλων πελατών, προκειμένου να μετατρέψει σε καταθέσεις αυτό, επειδή κατέρρευσε η ...

και όχι - όπως εσφαλμένα διατείνεται - επειδή δεν είχε πλέον εμπιστοσύνη στους εναγόμενους. Με βάση τα δεδομένα αυτά κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε, όπως είχε υποχρέωση, να τον ενημερώσει σχετικά με τις ανωτέρω ενέργειες να μεταβάλει το επενδυτικό του προϊόν.

Η ανωτέρω συνεπώς συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου - προστηθέντος από τη δεύτερη και ενεργούντος στα πλαίσια των δοθεισών εκ μέρους της αρμοδιοτήτων του δεν κρίνεται ως παράνομη, με αποτέλεσμα να μη συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία της περιουσίας του ενάγοντος, αφού αυτή δεν προκλήθηκε επειδή η επένδυση επιχειρήθηκε αυθαίρετα, χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή σχετικής εντολής εκ μέρους του τελευταίου, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η επένδυση έγινε κατόπιν ενημέρωσης του ενάγοντος και ρητής - αν και γενικής - οδηγίας αυτού προς τον εναγόμενο, ώστε η συμπεριφορά του τελευταίου να μη συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 914 ΑΚ) η δε ζημία του (αποδείχθηκε ότι) οφείλεται στη γενική πτώση του χρηματιστηρίου, που άρχισε κατά τον πιο πάνω χρόνο να παρατηρείται".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή, δε, των σχετικών λόγων της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν απέρριψε ως προς την εκκαλούσα την αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ως προς το παράνομο της μετατροπής του αμοιβαίου κεφαλαίου "Δήλος Delta Smart ομολογιακό εξωτερικού" που αποτελούσε την αρχική επένδυση, στα υπόλοιπα προϊόντα που εκτίθενται στη συνέχεια, και εντεύθεν στην επέλευση με τη μετατροπή αυτή της ζημίας στον αναιρεσείοντα, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρων 914 και 713 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι προκειμένου να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε μεταβολή (αγορά, πώληση κλπ) στο επενδυμένο από τον εκάστοτε πελάτη προϊόν, συμπεριλαμβανομένου και του αμοιβαίου κεφαλαίου "Δήλος Delta Smart ομολογιακό εξωτερικού", στο οποίο ο αναιρεσείων είχε αρχικά επενδύσει το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ, αναγκαία προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη σχετικής γραπτής εντολής, η οποία εννοείται ότι θα έπρεπε να προηγείται χρονικά της όποιας ενέργειας ή εξαιρετικά προφορικής εντολής που ακολούθως έπρεπε να εγκριθεί κατά τον αναφερόμενο τρόπο, δέχεται μεν στη συνέχεια ότι δεν υπήρξε έγγραφη εντολή για την πραγματοποίηση των μετατροπών της επένδυσης στα λοιπά προϊόντα, όμως ασαφώς και ενδοιαστικά έκρινε ότι υπήρξε σχετικά "προφορική συνεννόηση" του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης με τον αναιρεσείοντα για τη μετατροπή, ότι η μετατροπή έγινε κατόπιν "ενημέρωσης" του αναιρεσείοντα από τον υπάλληλο που προέβη στη μετατροπή και ότι ο υπάλληλος αυτός πραγματοποίησε τις μετατροπές "έχοντας τη γενική αλλά ρητή οδηγία" του αναιρεσείοντος να ενεργήσει τις απαραίτητες επενδυτικές κινήσεις, προκειμένου να έχει απόδοση απ' αυτές αναπληρώνοντας την απώλεια από τα αρχικά αμοιβαία κεφάλαια και προέβη σ' αυτές προσπαθώντας να σταματήσει την καθοδική πορεία απόδοσης των προϊόντων, πιστεύοντας ότι ενεργεί προς το συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο οποίος ενημερώνονταν σχετικά με ταχυδρομική ειδοποίηση.

Έτσι, όμως, εμφιλοχωρεί αμφιβολία, ως προς το εάν ο αναιρεσείων είχε δώσει τελικά, έστω και προφορικά, την εντολή στον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης να πραγματοποιήσει την αρχική και τις επόμενες μετατροπές των προϊόντων της επένδυσης από το αρχικό στο επόμενο και στη συνέχεια στα υπόλοιπα, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση, που επικουρικά δέχεται η απόφαση, ότι πρέπει να συντρέχει για να είναι νόμιμη η πραγματοποίηση οποιασδήποτε μεταβολής στο επενδυμένο προϊόν, αφού άλλοτε γίνεται λόγος απλά ότι η μετατροπή γινόταν σε γνώση του αναιρεσείοντος, άλλοτε σε ενημέρωση και συναίνεση αυτού, ενέργειες που επακολουθούν της πραγματοποίησης της μετατροπής, σε αντίθεση με την εντολή που δίνεται πριν από αυτή, είτε σε γενική και ρητή οδηγία για την πραγματοποίηση απαραίτητων επενδυτικών κινήσεων, όχι, όμως, ειδικά τη μετατροπή του επενδυτικού προϊόντος της αρχικής επένδυσης στο συγκεκριμένο προϊόν της επόμενης επένδυσης και ακολούθως σε καθένα από τα επόμενα.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε και το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα που νίκησε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1644/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ