Legislator Case Law & Legislation
1239/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify missing legal basis or contradictory reasoning in judgment.

Case Number 1239/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Athens's appeal against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court failed to deduct a previously paid sum and incorrectly ruled on a transfer of property rights. The court rejected these claims as inadmissible because they were too vague and did not identify specific errors or contradictions in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal basis or contradictory reasoning in the judgment, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds contradictory reasoning legal basis Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1239/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Σίμου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 738/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 2824/2017 διορθωτική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της 209/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε, ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 22/8/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22.8.2017 και με αριθ. κατάθ. 6042/29.8.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2824/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 738/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η από 26.5.2015 και με αριθ. κατάθ. …7/2015 έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την από 27-10-2011 και με αριθ. κατάθ. ...3/2011 αγωγή αυτής και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης, της οποίας δεν γίνεται επίκληση επίδοσης αλλ' ούτε και προκύπτει ότι επιδόθηκε με την επιμέλεια κάποιου διαδίκου από τα έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 17-10-2011 και με αριθ. κατάθεσης ...3/2011/2012 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο της, ότι την 1.7.2005 προσλήφθηκε νόμιμα από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία του εναγόμενου Δήμου Αθηναίων με την επωνυμία "..." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου διοικητικού προσωπικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Ότι με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 269 του Ν. 3463/2006 και 18 παρ. 5α του Ν. 3731/2008, αποφασίστηκε αφενός μεν η λύση και θέση σε εκκαθάριση της ως άνω αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας και αφετέρου η μεταφορά αυτής, (ενάγουσας), στον εναγόμενο με τη σύσταση προσωρινής προσωποπαγούς θέσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, θέση στην οποία κατατάχθηκε και ανέλαβε υπηρεσία από 31.12.2009, όπου και εργάζεται μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Ότι από το Δεκέμβριο 2009 και παρά το ότι αυτή παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες της, ο εναγόμενος αρνείται να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές της, επικαλούμενος την μη έγκριση από την Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του σχετικού εντάλματος πληρωμής της, άποψη την οποία υιοθέτησε και το αρμόδιο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, επικαλούμενη νόμιμη μεταφορά από την αρχική εργοδότρια της στον εναγόμενο Δήμο και έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ζήτησε: α) Να αναγνωρισθεί ότι νομίμως έχει μεταφερθεί από την προαναφερθείσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία στον εναγόμενο Δήμο με τον οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2009 μέχρι Οκτώβριο 2011 το συνολικό ποσό των 30.849,49 Ευρώ και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει από 1.11.2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής τις καθαρές νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της, ύψους 1.246,59 Ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με το σκεπτικό ότι η μεταφορά της ενάγουσας στον εναγόμενο δήμο δεν έλαβε χώρα νόμιμα, καθόσον αυτή απασχολούνταν, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, με βάση απόφαση του ΔΣ της λυθείσας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας του Δήμου Αθηναίων με την επωνυμία "...", από 1 Ιουλίου 2005, οπότε και προσλήφθηκε σε αυτήν και συνεπώς μέχρι τις 31- 12-2005 δεν είχε συμπληρώσει εννέα τουλάχιστον μήνες, που ενόψει του σκοπού των προαναφερθεισών διατάξεων (άρθρο 269ν.3463/2006 και άρθρο 25 ν.3613/2007) και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής θεωρείται εύλογος χρόνος ώστε να δικαιολογείται η παρεχόμενη προστασία της εργασιακής σχέσης και να στοιχειοθετείται η δυνατότητα απόκτησης αξιοποιήσιμης εμπειρίας.

Κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 26-5-2015 με αριθμό κατάθεσης 3357/2015 έφεσή της παραπονούμενη εκτός άλλων και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη/προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2824/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αφού παρέθεσε τις διατάξεις του άρθρου 269 του 3463/2006, όπως οι παρ. 5 και 7 αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 25 του ν. 3613/2007, καθώς και την παρ.5 α του άρθρου 18 του ν. 3731/2008, στην οποία ορίζεται ότι " Στις ρυθμίσεις των παρ.3,7 και 8 του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 3613/200 (ΦΕΚ263Α) υπάγεται και το προσωπικό, που έχει προσληφθεί σε αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μέχρι 31- 12-2005 και απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι εταιρείες αυτές λυθούν μέχρι 31-12-2009 και υπό την προϋπόθεση, ότι η πλειοψηφία του κεφαλαίου τους, δια των εταιρικών εισφορών που είχαν καταβληθεί, κατά τη σύστασή τους, ανήκει σε δήμους ή κοινότητες, καθώς και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών", έκρινε ότι η έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο αγωγή είναι νομικά βάσιμη, εκτός από το υπό στοιχείο γ' αίτημά της, ήτοι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα από 1.11.2011 άλλως από την επίδοση της αγωγής και εφεξής τις νόμιμες καθαρές μηνιαίες αποδοχές της ύψους 1246,59 Ευρώ, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και αφού, με βάση το αποδεικτικό υλικό, ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δέχθηκε αυτή εν μέρει και ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, την 1.7.2005 προσλήφθηκε από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία του Δήμου Αθηναίων με την επωνυμία "..." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου κατηγορίας Διοικητικού Προσωπικού (ΔΕ).

Με το από 15.9.2009 συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με γενικό αριθμό ….07/2009 η ανωτέρω εταιρεία (...) λύθηκε από 31.8.2009 και τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ με την 1778/31.8.2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου, εγκρίθηκε η προαναφερθείσα λύση και θέση σε εκκαθάριση της εν λόγω εταιρείας.

Στη συνέχεια με την 1781/31.8.2009 απόφαση του ίδιου παραπάνω Δημοτικού Συμβουλίου η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2011/17.9.2009, τεύχος Β εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 3-6, του Ν. 3463/2006 και 18 παρ. 5α του Ν. 3731/2008 η μεταφορά της ενάγουσας στον εναγόμενο με τη σύσταση μιας προσωρινής προσωπαγούς θέσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ειδικότερα μίας θέσης διοικητικού υπαλλήλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην οποία και κατατάχθηκε με την 248143/3.12.2009 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων.

Με την 268104/31.12.2009 απόφαση του Δημάρχου του εναγόμενου τοποθετήθηκε από 31.12.2009, οπότε και ανέλαβε υπηρεσία στο γραφείο αντιδημάρχου δ/νσης κηποτεχνίας - πρασίνου, ενώ με την 014433/26.1.2011 απόφαση μετακινήθηκε από 27.1.2011 στη δ/νση ηλεκτρολογικού, όπου και εργάσθηκε μέχρι τον Οκτώβριο 2011. Με βάση τα παραπάνω, το παρόν δικαστήριο, έχοντας αρμοδιότητα να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της αναφερόμενης απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου περί μεταφοράς της ενάγουσας από την λυθείσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ...

στον εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί σ' αυτόν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κρίνει ότι νόμιμα κατά τα παραπάνω, μεταφέρθηκε η ενάγουσα, δεδομένου ότι πληρούσε όλες τις απαιτούμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις προϋποθέσεις και συγκεκριμένα είχε προσληφθεί και απασχολείτο μέχρι 31-12-2005 στην αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία για το εύλογο χρονικό των έξι (6) μηνών μέχρι την ημερομηνία αυτή.

Αμέσως μετά την πρόσληψή της, η Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του εναγόμενου εξέδωσε το ….9/2010 χρηματικό ένταλμα πληρωμής που αφορούσε στην καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας για το μήνα Δεκέμβριο 2009, το οποίο υπέβαλε στο Ελεγκτικό Συνέδριο προς θεώρηση. Η αρμόδια Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την 3/2010 πράξη της αρνήθηκε να θεωρήσει το ένταλμα με την αιτιολογία ότι αυτή δεν μεταφέρθηκε νόμιμα από την ως άνω αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία στον εναγόμενο Δήμο, διότι δεν είχε ασχοληθεί στην ανωτέρω εταιρεία για εύλογο χρόνο, τουλάχιστον εννέα (9) μέχρι την 31.12.2005.

Με το ….5/31.3.2010 έγγραφο, η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού του εναγόμενου επανέφερε στην αρμόδια Επίτροπο το ως άνω χρηματικό ένταλμα, πλην όμως αυτή ενέμεινε στην άρνησή της. Προς άρση της ανακύψασας διαφωνίας εκδόθηκε η 95/2010 Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία υιοθετήθηκε η άποψη της Επιτρόπου περί μη θεώρησης του χρηματικού εντάλματος και με την ίδια ως άνω αιτιολογία περί μη νόμιμης μεταφοράς της ενάγουσας, αφού δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 269 του Ν. 3463/2006 και 18 παρ. 5α του Ν. 3731/2008, χρόνο των εννέα τουλάχιστον μηνών απασχόλησης με την παραπάνω σχέση εργασίας.

Μετά ταύτα, ο εναγόμενος και η ενάγουσα κατέθεσαν τις από 22.7.2010 και 2.8.2010, αντίστοιχα, αιτήσεις, αιτούμενοι την ανάκληση της ανωτέρω Πράξης (95/2010) πλην όμως, οι αιτήσεις αυτές απερρίφθησαν με την 252/2010 Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξ αιτίας της μη κατά τα παραπάνω, θεώρησης του ανωτέρω χρηματικού εντάλματος, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από την μεταφορά της (31.12.2009) μέχρι τον Οκτώβριο 2011, τις νόμιμες αποδοχές της, τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας, παρά το ότι αυτή παρείχε, κατά τα προαναφερθέντα, τις υπηρεσίες της.

Επομένως, αυτή δικαιούται τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, συναγομένης εξ αυτού ομολογίας (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, αυτή δικαιούται: Α) Για υπόλοιπο αποδοχών Δεκεμβρίου 2009, 30,33 Ευρώ, Β) Για αποδοχές 2010: 1) Ιανουαρίου 1431,40 Ευρώ, 2) Φεβρουάριου 1437,78 Ευρώ, 3) Μαρτίου 1404,52 Ευρώ, 4) Απριλίου 1377,74 Ευρώ, 5) Μαΐου 1428,97 Ευρώ, 6) Ιουνίου 1443,73 Ευρώ, 7) Ιουλίου 1481,66 Ευρώ, 8) Αυγούστου 1246,59 Ευρώ, 9) Σεπτεμβρίου 1481,66 Ευρώ, 10) Οκτωβρίου 1505,87 Ευρώ, 11) Νοεμβρίου 1505,87 Ευρώ, 12) Δεκεμβρίου 1457,45 Ευρώ, 13) Δώρο Πάσχα 263,72 Ευρώ, 14) Επίδομα αδείας 101,29 Ευρώ, 15) Δώρο Χριστουγέννων 420 Ευρώ και συνολικά το ποσό των 17.988,25 Ευρώ Γ) Για αποδοχές 2011: 1) Ιανουαρίου 1246,59 Ευρώ, 2) Φεβρουάριου 1246,59 Ευρώ, 3) Μαρτίου 1246,59 Ευρώ, 4) Απριλίου 1246,59 Ευρώ, 5) Μαΐου 1246,59 Ευρώ, 6) Ιουνίου 1246,59 Ευρώ, 7) Ιουλίου 1246,59 Ευρώ, 8) Αυγούστου 1246,59 Ευρώ, 9) Σεπτεμβρίου 1246,59 Ευρώ, 10) Οκτωβρίου 1246,59 Ευρώ 11) Δώρο Πάσχα 263,72 Ευρώ, 12) Επίδομα αδείας 101,29 Ευρώ και συνολικά το ποσό των 12.830,91 Ευρώ.

Συνεπώς, το σύνολο των πάσης φύσεως αξιώσεων της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 30.848,49 Ευρώ (30,33+17988,25+12830,91)".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά πρόβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας. Η ένσταση αυτή, η οποία, λόγω της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, δεν εξετάσθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να ερευνηθεί από το παρόν δικαστήριο. Προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά και επαναφέρεται με τις προτάσεις του εναγόμενου στον παρόντα βαθμό, αυτός ισχυρίζεται ότι, κατόπιν της μη θεώρησης του χρηματικού εντάλματος, και των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορούσε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας και να καταβάλει τις αιτούμενες αποδοχές και επομένως η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, καθόσον η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν δικαιολογεί την άσκησή της. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται με την έφεσή της η ενάγουσα. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεσή της, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να δικασθεί κατ' ουσίαν ... η αγωγή, που είναι νόμιμη..., εκτός από το στοιχείο γ' αίτημά της ....

Συνεπώς, εφόσον η καταβολή στην ενάγουσα των αιτούμενων μηνιαίων αποδοχών της εξαρτάται από την εκ μέρους της παροχή της εργασίας της, το ως άνω αίτημα είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο. Μετά ταύτα, η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.849,49 Ευρώ άτοκα, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

Το υποβληθέν με τις προτάσεις του εναγόμενου αίτημα να αφαιρεθεί από το πιο πάνω ποσό, εκείνο των 10.000 Ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην ενάγουσα σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 9205/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), απαράδεκτα υποβάλλεται στην παρούσα δίκη, αφού αυτό μπορεί να υποβληθεί μόνο κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης..." Με τη διάταξη του άρθρου 269 με το τίτλο "Συγχώνευση - Μετατροπή - Λύση Επιχειρήσεων" του ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006) ορίσθηκε στην παρ. 1 αυτής ότι από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31.12.2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση και στην παρ.2 ότι υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις του άρθρου 277 του π.δ. 410/1995 του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας είναι δυνατόν να συγχωνευθούν έως 31.12.2007 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 263.

Η προθεσμία αυτή παρατάθηκε αλληλοδιαδόχως μέχρι τις 31.12.2008 με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 3613/2007 (ΦΕΚ Α 263), τις 31.12.2009 με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α 263) και τις 31.12.2010 με το άρθρο 17 παρ.3 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234). Περαιτέρω με τις παρ. 3, 4, 5, 7 και 9 του ιδίου άρθρου 269 του Ν. 3463/2006 ορίζεται ότι με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, με βάση τις υφιστάμενες ανάγκες του οικείου Ο.Τ.Α.

και των νομικών του προσώπων, είναι δυνατόν να μεταφερθεί πλεονάζον προσωπικό των συγχωνευόμενων επιχειρήσεων ανεξαρτήτως ειδικότητας και χωρίς αίτησή του, σε αντίστοιχες υπηρεσίες αυτού ή των νομικών του προσώπων. Το προσωπικό αυτό πρέπει να απασχολείτο στις επιχειρήσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι 31.12.2005 (παρ. 3), ότι το μεταφερόμενο προσωπικό σε Δήμο ή Κοινότητα ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών καταλαμβάνει, είτε κενές οργανικές θέσεις, είτε με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου συνιστώμενες προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, διέπεται δε ως προς τους όρους και το ύψος της αμοιβής της εργασίας του από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ισχύουν εκάστοτε για το Προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους (παρ. 4), ότι η απόφαση μεταφοράς του.

προσωπικού εκδίδεται σε ένα (1) μήνα από τη σύσταση της νέας επιχείρησης, η δε πράξη κατάταξης του προσωπικού σε προσωποπαγείς θέσεις εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 5) και ότι οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και σε περίπτωση προσαρμογής, λύσης ή απόσχισης κλάδου αμιγούς επιχείρησης του άρθρου 277 του Π.Δ. 410/1995, η οποία λαμβάνει χώρα εντός του χρόνου που αναφέρεται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς επίσης και στην περίπτωση που η προσαρμογή των καταστατικών σκοπών επιχείρησης αυτής της μορφής προς τις προβλέψεις των διατάξεων του άρθρου 254 του παρόντος συνεπάγεται, σύμφωνα με την οικονομοτεχνική μελέτη, μείωση του αναγκαίου αριθμού προσωπικού για τη λειτουργία της (παρ. 7) ...

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η σύσταση διαδημοτικών ή διακοινοτικών επιχειρήσεων του άρθρου 285 του Π.Δ. 410/1995. Υφιστάμενες επιχειρήσεις αυτής της μορφής συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, διεπόμενες από την οικεία νομοθεσία.

Σε περίπτωση λύσης αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 έως 6 του παρόντος άρθρου. Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και στην περίπτωση λύσης υφιστάμενων ανωνύμων εταιρειών του π.δ. 410/1995, καθώς και αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών, των οποίων εταίροι είναι αποκλειστικά Ο.Τ.Α.

ή και νομικά τους πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η σύσταση νέας επιχείρησης Ο.Τ.Α. από τους αυτούς εταίρους με την ίδια νομική μορφή και με τους αυτούς καταστατικούς σκοπούς (παρ. 9). Με τις ανωτέρω διατάξεις καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού όσων επιχειρήσεων Ο.Τ.Α.

α' βαθμού λύονται, συγχωνεύονται ή μετατρέπονται, λόγω της εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου των δημοτικών επιχειρήσεων (Ν. 3463/2006), σε αντίστοιχες υπηρεσίες των οικείων Δήμων ή των νομικών τους προσώπων. Περαιτέρω, για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά προσωπικού αρκεί το πραγματικό γεγονός της απασχόλησης αυτού στις οικείες δημοτικές επιχειρήσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι 31-12-2005, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα κάποια ειδικότερη προϋπόθεση, όπως η αναφερόμενη στην αιτιολογία τόσο της Επιτρόπου όσο και του Ελεγκτικού Συνεδρίου εννεάμηνη απασχόληση με την ίδια σχέση εργασίας στον φορέα που υπηρετούσε την 31-12-2005.

Επιπλέον και η αιτιολογική έκθεση του Νόμου 3463/2006 αναφέρει τα εξής για το συγκεκριμένο θέμα: "... Με τα άρθρα 269 και 270 του προτεινομένου σχεδίου Κώδικα ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν τις υφιστάμενες επιχειρήσεις των Δήμων και των Κοινοτήτων στο μεταβατικό στάδιο από την έναρξη της ισχύος του νέου θεσμικού πλαισίου μέχρι την 31-12-2007.

Πιο συγκεκριμένα, τίθεται ανατρεπτική προθεσμία από την έναρξη ισχύος του παρόντος σχεδίου μέχρι την 31-12-2007, προκειμένου όλες οι υφιστάμενες σήμερα επιχειρήσεις των OTA, που έχουν συστήσει οι ίδιοι ή συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να προσαρμόσουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου Κώδικα ...

Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και με βάση τις υφιστάμενες ανάγκες του Δήμου ή της Κοινότητας και των νομικών του προσώπων, είναι δυνατόν να μεταφερθεί πλεονάζον προσωπικό των συγχωνευμένων επιχειρήσεων, καθώς και των αμιγών επιχειρήσεων του άρθρου 277 του ισχύοντος σήμερα Κώδικα που λύονται ή διασπώνται, χωρίς αίτηση του προσωπικού αυτού, σε αντίστοιχες υπηρεσίες αυτού ή των νομικών του προσώπων, εφόσον το προσωπικό αυτό απασχολείτο στις επιχειρήσεις αποκλειστικά και μόνο με σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι 31-12-2005. ...

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση λύσης υφισταμένων ανωνύμων εταιριών καθώς και αστικών μη κερδοσκοπικών εταιριών του Π.Δ. 410/1995, όταν οι μέτοχοι είναι αποκλειστικά ΟΤΑ ή νομικά τους πρόσωπα...... Αντίστοιχα και στη σχετική εγκύκλιο 16/οικ. 10819/22-2-2007 "Νέο θεσμικό πλαίσιο των Επιχειρήσεων ΟΤΑ" του Υπουργείου Εσωτερικών που αυθεντικά ερμηνεύει και διευκρινίζει τις σχετικές διατάξεις του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθώς με αυτή επιδιώκεται η παρουσίαση των διατάξεων του νέου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Ν. 3463/2006 ΦΕΚ Α' 114), που αφορούν τις επιχειρήσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Κεφάλαιο ΣΤ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΟΤΑ, παρ. 2 Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού και διαδικασιών μετατροπής) ορίζεται ότι: "...

Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του και με βάση την εκτίμηση των υφισταμένων αναγκών του Δήμου ή της Κοινότητας και των νομικών του προσώπων, είναι δυνατόν να μεταφερθεί πλεονάζον προσωπικό των επιχειρήσεων: α) που συγχωνεύονται, χωρίς περιορισμούς ως προς την κατηγορία αυτών, αφού ο νομοθέτης δεν κάνει οποιαδήποτε διάκριση β) που λύονται, στις περιπτώσεις των αμιγών επιχειρήσεων του ΠΔ 410/1995, των διαδημοτικών ή διακοινοτικών επιχειρήσεων, των ανωνύμων εταιριών, καθώς και στην περίπτωση αστικών μη κερδοσκοπικών εταιριών, που εταίροι τους είναι αποκλειστικά ΟΤΑ ή και νομικά τους πρόσωπα, γ) που διασπώνται, στην περίπτωση των αμιγών επιχειρήσεων του ΠΔ 410/1995.

Η μεταφορά του προσωπικού γίνεται ανεξάρτητα από ειδικότητα και χωρίς αίτησή του. Το προσωπικό αυτό όμως θα πρέπει να απασχολείτο στις επιχειρήσεις, με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι την 31.12.2005. Επομένως, αδιαμφισβήτητα διαπιστώνεται, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω μνημονευόμενα και παρατιθέμενα χωρία των σχετικών αιτιολογικών εκθέσεων και ερμηνευτικών εγκυκλίων, που με σαφή και ορισμένο τρόπο διευκρινίζουν, αποσαφηνίζουν και εξειδικεύουν τις ως άνω διατάξεις του Νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ότι ουδέν έρεισμα στο νόμο έχει η με την ανωτέρω Πράξη του αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου τιθέμενη πρόσθετη υποχρέωση για το προς μεταφορά προσωπικό, να έχει, προ της 31-12-2005, συμπληρώσει εύλογη (εννεάμηνη τουλάχιστον) απασχόληση με την ίδια σχέση εργασίας στον φορέα που υπηρετούσε την 31-12-2005.

Πόσο μάλλον που εν προκειμένω εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5α του Ν. 3731/2008, σύμφωνα με την οποία: "5.α. Στις ρυθμίσεις των παραγράφων 3, 7 και 8 του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263 Α) υπάγεται και το προσωπικό, που είχε προσληφθεί σε αστικές εταιρείες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα μέχρι 31.12.2005 και απησχολείτο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι εταιρείες αυτές λυθούν μέχρι 31.12.2009 και υπό την προϋπόθεση, ότι η πλειοψηφία του κεφαλαίου τους δια των εταιρικών εισφορών, που είχαν καταβληθεί, κατά τη σύσταση τους, ανήκει σε Δήμους ή Κοινότητες, καθώς και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών".

Σύμφωνα δηλαδή με τη διάταξη αυτή, οι προϋποθέσεις που τίθενται είναι να λύεται και να τίθεται σε εκκαθάριση μέχρι 31-12-2009 αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που η πλειοψηφία του κεφαλαίου της δια των εταιρικών εισφορών, που είχαν καταβληθεί, κατά τη σύσταση της, ανήκει σε Δήμους ή Κοινότητες, καθώς και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών και το πιο σημαντικό το προσωπικό της να έχει προσληφθεί μέχρι 31-12-2005 χωρίς άλλη προϋπόθεση ή όρο, και ειδικά οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό.

Επιπλέον, και με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 64 του Ν. 3801/2009 που ορίζει ότι "Μεταφορά υπαλλήλων δημοτικών επιχειρήσεων σε δήμους, κοινότητες και σε κάθε μορφής νομικά πρόσωπα αυτών, που γίνεται υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, ΦΕΚ 114 Α'), κατόπιν αποφάσεων του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από την διαδικασία, η οποία τηρήθηκε κατά την πρόσληψη τους στις ανωτέρω επιχειρήσεις, θεωρείται νόμιμη από την ημερομηνία λήψεως των σχετικών αποφάσεων των ανωτέρω Συμβουλίων", θεμελιώνεται ακόμα περισσότερο η νόμιμη μεταφορά της αναιρεσίβλητης από τον ... (...) στο Δήμο Αθηναίων.

Επιπροσθέτως, πουθενά στην εργατική νομοθεσία δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση για να υφίσταται έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου να διαρκέσει αυτή κάποιο προηγούμενο χρονικό διάστημα, εκτός εάν πρόκειται για σύμβαση υπό δοκιμή ή σύμβαση που καταρτίζεται μεν αρχικά ως ορισμένου χρόνου, μετατρεπόμενη μετέπειτα σε αορίστου, που δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, καθώς με τον ... (...) η αναιρεσίβλητη συνδέεται από την αρχή της πρόσληψής της, ήτοι από 1-7-2005 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται εάν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2001). Και τούτο διότι ως "αιτιολογίες" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, που ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σχετικό αναιρετικό λόγο, νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 80/2016, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 1461/2007, ΑΠ 1020/2005, ΑΠ 353/2004). Εξ άλλου λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων Δήμος, επικαλούμενος την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβάλει ως λόγους αναιρέσεως, αφενός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως δεν αφαίρεσε από το συνολικό αιτούμενο ποσό των 10.000 ευρώ το ευρώ, το οποίο αυτός κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη δυνάμει της 9205/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεώς της ασφαλιστικών μέτρων, μολονότι είχε προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό στο Πρωτοβάθμιο αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του, αφετέρου δε ότι κακώς έκρινε ότι νομίμως η αναιρεσίβλητη είχε μεταφερθεί στον αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων από τη λυθείσα μη κερδοσκοπική εταιρεία του με την επωνυμία "...".

Ο πρώτος από τους ως άνω λόγους, έτσι όπως προβάλλεται, είναι παντελώς αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται στην αίτηση της αναίρεσης σε τι συνίσταται η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσδιορίζονται οι υπάρχουσες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αντιφατικές ή ελλιπείς αιτιολογίες.

Εξ άλλου, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι πρόκειται για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη αφαίρεσης του ήδη καταβληθέντος από αυτόν σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ποσού των 10.000 ευρώ και πάλιν πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης δεν αναφέρεται σε ποια σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ.209/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 2824/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου) περιέχονται αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σημειώνεται ότι με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης που εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό, τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσης ως προς τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα θεμελίωσης του αγωγικού δικαιώματος, όσα δε αντίθετα διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-8-2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 209/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 2824/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα στο σύνολο τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ