Legislator Case Law & Legislation
1239/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, remanding specific property parts for further review.

Case Number 1239/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision on expropriation compensation. The appellants argued that their remaining property fragments deserved special compensation due to factors like elevation differences and non-buildability, which the lower court had rejected. The Court agreed that these specific grounds justified overturning the rejection of the compensation claims for those fragments and remanded the case for further adjudication.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17(2) and (3) of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR: Where an appeal challenges the rejection of special compensation for remaining property fragments based on specific characteristics like elevation or non-buildability, the Supreme Court must examine those grounds and may partially allow the appeal if the lower court failed to consider them, remanding the case for further review.

Keywords

AI generated
expropriation compensation remaining property fragments special compensation claim elevation difference non-buildability partial remand expropriation procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 17(2) and (3) of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Law 2329/1953
Law 53/1974
Article 2 of Law 2329/1953
Article 18 et seq. of Law 2882/2001
Article 1(2) of Presidential Decree 24/1985
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1239/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., α.ι. ΚΠ 70, 2) Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., α.ι. ΚΠ 70, 3) Ο. συζ. Κ. Α., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ... α.ι. ΚΠ ... και 4) Κ. Α. του Ι., κατοίκου ... α.ι. ΚΠ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-3-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με σαράντα δύο (42) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων.

Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 20-6-2013 αίτησή τους. Η συζήτηση της υπόθεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-12-2013, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 26-3-2014 κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου στη δικάσιμο της 24-10-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 14-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ και που αφορούν την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ΚΠ 70 και ... ακινήτων τους και την απόρριψη όλων των υπόλοιπων λόγων της από 20-6-2013 και με αριθμό κατάθ. 25/2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 240/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/ 2001. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ κατ’ άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης απαλλοτριούμενου ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη η αξία τούτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης ή για τον οριστικό καθορισμό, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού.

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριούμενου ακινήτου με άλλο ισάξιο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".

Ως πρόσοδος κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως θεωρείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με την συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται. Έτσι, κριτήριο διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί προκειμένου περί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου περί αστικού ακινήτου, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης και ποίοι σε κάθε περίπτωση είναι οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση πάντοτε με τη συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται.

Όμως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Α.Α.Α., αφού χρησιμοποιεί τη λέξη "ιδίως", δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και έτσι δεν θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη του τα ως άνω κριτήρια που κατονομάζει ενδεικτικά ή αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του άλλα κριτήρια που δεν κατονομάζει, αλλά απλώς παρέχει οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και επιτρέπει στο δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να καθορίσει την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κάθε πρόσφορο κατά την ανέλεγκτη κρίση του συγκριτικό αποδεικτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολομ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 465/1988). Ακόμη, από το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 130/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ης δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ανταίτησης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/ 2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, ή στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, όταν προτείνονται ενώπιον του Εφετείου, κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Ακόμη, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξάρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη, ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα αποδεικτικό μέσο από άλλα ισοδύ... αποδεικτικά μέσα ή εάν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου (ΑΠ 233/2011). Επίσης ο λόγος αυτός δεν έχει εφαρμογή στις ειδικές διαδικασίες, όπως είναι και η διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριουμένου, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της δικαστικής ομολογίας, ως ασυμβίβαστος με τις ως άνω ειδικές διαδικασίες (ΑΠ 233/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο Πατρών δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου με αριθμό ... ακινήτου, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατά τη συζήτηση για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και στα υπ’ αριθμ. 84/2009 πρακτικά αντίστοιχα, τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι και τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ’ αριθμ. 1112062/ 8397/Δ0010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο υπ’ αριθμ. 24/26-1-2007 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης (τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου" του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ. 0-005 - χ.θ. 10+428, έκταση συνολικής επιφάνειας 469.984,82 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Αντιρρίου του Ν.

Αιτωλοακαρνανίας. Η έκταση αυτή εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα των από 5-5-2006 κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμούς σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και των από 19-6-2006 αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους Τ-2 της Γ.Γ.Δ.Ε. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχτηκαν από την ανάδοχο μελέτης κοινοπραξία με την επωνυμία "...

Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές ΑΕ και ..." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. στις 7-7-2006. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ’ αριθμ. 1003858/336/Δ0010/23-1-2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 9-3-2007 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους ...

και ... και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3 και 4 της Γ.Γ.Δ.Ε. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 14-9-2007, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, η οποία εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ.

πρωτ. Δ12/33843/12-5-2010 απόφαση του Δ/ντη της Δ/νσης Τοπογραφήσεως και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων σύμφωνα με τα ακριβή αντίγραφα των από 4-3-2010 διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων με αριθμό τεύχους ..., ... και ... και των αντίστοιχων κτηματολογικών διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5 και 6 της Γ.Γ.Δ.Ε.

Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ως άνω Υπουργείου στις 12-5-2010. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με αριθμούς 1, 2, 2Α, 2Β, 2Γ, 2Δ, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 21Α, 21Β, 21Γ, 21Δ, 23, 25, 26, 27, 28, 29, 29Α, 29Β, 29Γ, 29Δ, 30, 32, 32Α, 33, 34, 35, 35Α, 36, 37, 40, 42, 43, 44, 45, 45B, 46, 46A, 47, 48, 50, 51, 55, 56, 58, 59, 61, 62, 63, 68, 69, 69A, 69B, 70, 71, 73, 74, 75, 76A, 77, 78, 81, 82, 83, 84, 87, 89, 90, 91, 91 A, 92, 94, 95, 96, 98, 99, 99A, 100, 102, 104, 105, 105A, 108, 110, 111, 115, 119, 120, 121, 123, 125, 125A, 126, 126A, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 134A, 136, 136A, 137, 138, 139, 140, 141, ..., 144A, 146, 146A, 153, 153B, 154, 154A, 155, 155A, 156, 160, 161, 162, 162A, 162B, 166, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 176, 177, 180, 181, 187, 193, 194, 195, 195A, 196A, 199, 203, 203A, 204, 205, 206, 207, 207A, 207B, 207Γ, 207Δ, 207E, 207Z, 207H, 207Θ, 209, 210, 211, 211Α, 211Β, 211Γ, 211Δ, 211Z, 213, 213A, 215, 215A, 215B, 218, 219, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας οι καθών οι αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες και οι ανταιτούντες.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στα Δ.Δ. Αντιρρίου, Μολύκρειου, Μακύνειας και Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, εγγύς του υφιστάμενου επαρχιακού και εθνικού οδικού δικτύου που οδεύει από τη Γέφυρα Ρίου Αντιρρίου στο Δ.Δ. Μακύνειας και στη συνέχεια στο Δ.Δ. Ρίζας. Τα ακίνητα αυτά εκτείνονται από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, εφάπτονται της περιοχής του οικισμού Μακύνειας και τέμνουν τον οικισμό της Ρίζας του Δήμου Αντιρρίου, απέχουν δε περί τα 2.000 μ.

από τη θάλασσα. Πλησιέστεροι οικισμοί στα ως άνω ακίνητα είναι οι: Αντίρριο, Μολύκρειο, Μακύνεια και Ρίζα, που ανήκουν στο Δήμο Αντιρρίου. Η περιοχή όπου βρίσκονται είναι οικιστική, τουριστική, παραθεριστική και γεωργική και τα τελευταία έτη, λόγω της λειτουργίας της Γέφυρας Ρίου - Αντιρρίου, παρουσίασε αλματώδη ανάπτυξη.

Δεν είναι δε χωροθετημένη, εκτός από τους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας και τα αγροτεμάχιά της είναι πεδινά και καλλιεργούνται κυρίως με ελαιόδεντρα. Σ’ αυτήν υπάρχουν όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός από αποχέτευση, ενώ συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων λεωφορεία του ΚΤΕΛ.

Τα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο. Αντιρρίου Ιωαννίνων και από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους παραλλήλως της Ε.Ο. Απέχουν δε από τη θάλασσα εκείνα που βρίσκονται στους οικισμούς Μακύνειας και Ρίζας 1.000 μ. περίπου και τα υπόλοιπα 2.000 μ. περίπου. Η αρμόδια εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 στο από 31-10-2008 πόρισμά της προσδιόρισε την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στα ακόλουθα ποσά: 1) για τα ακίνητα με Α.Κ.Π. 1, 2, 2Α, 2Β, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10,... ...,.., τα οποία χαρακτηρίζει (η επιτροπή) αγρούς, για μέρος των με Α.Κ.Π. 2Γ, 2Δ ακινήτων, τα οποία χαρακτηρίζει ιδιωτικές οδούς, για τα με Α.Κ.Π. 198, 207, 211Γ ακίνητα, τα οποία χαρακτηρίζει οικόπεδα και για το με Α.Κ.Π. 223 ακίνητο το οποίο χαρακτηρίζει αγρό δασωμένο, σε 5 ευρώ ανά τ.μ.,...".

Ακολούθως, αφού εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων ως προς τα ποσά που κατέθεσαν ως αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, τα συγκριτικά αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνταν και προσκόμιζαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση έξι αποφάσεις του Εφετείου Πατρών που καθόρισαν οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα στις περιοχές Ρίου και Αντιρρίου, τα αναφερόμενα σ’ αυτή δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια ακινήτων, την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα με την υπ’ αριθμ. 84/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, τη θέση που βρίσκονταν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ’ αυτήν, χωρίς να εξαιρέσει κάποιο απ’ αυτά, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της απόφασης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, ανέρχεται στα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά για το καθένα, στα οποία και καθόρισε την αξία του εδάφους τους και ειδικότερα για το με αριθμό ...

ακίνητο της ιδιοκτησίας των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων, χωρίς να το χαρακτηρίζει ως αγρό ή ως οικόπεδο, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αξία του εδάφους του ανέρχεται σε 40 ευρώ ανά τ.μ., δηλαδή σε τιμή μεταξύ της αξίας των αμιγών οικοπέδων και των αγρών και καθόρισε στο ποσό αυτό την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση του εδάφους του.

Με βάση αυτά που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, δεν παραβίασε ούτε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Π.Δ. 24/1985, ούτε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/ 1974, και ούτε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ.

τελευταίο του Ν. 2882/2001 και ο περί του εναντίου λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επίσης με βάση αυτά που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το πραγματικό των εφαρμοστέων κατά τα ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και δεν καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993), οι δε ελλείψεις που επικαλούνται ως αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες, οι οποίες ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, (Ολομ.ΑΠ 861/1984), ούτε το ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων συνιστά ανεπαρκείς αιτιολογίες και οι περί του εναντίου λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 19 είναι αβάσιμοι.

Όμως, αφού από την εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και αφού από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως απαράδεκτοι, αφού με αυτούς πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της σκέψης αυτής, ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν ιδρύεται αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτάθηκαν στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ενώπιον του Εφετείου κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων και οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως επικαλούνται μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο και μη ορθή εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και όχι "πραγμάτων" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή αυτοτελών ισχυρισμών που στήριζαν την αίτησή τους για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο ακίνητό τους.

Αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο προβαλλόμενος από τους δύο τελευταίους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Πατρών, αυτή έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, γεγονός που αναφέρεται και βεβαιώνεται σ’ αυτή και για το οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία και δεν ήταν ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία, το δε γεγονός ότι μνημονεύονται και εξάρονται μερικά από τα αποδεικτικά στοιχεία, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αφού γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριουμένου, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση και την απορρίπτει κατά άλλο μέρος, αφού έτσι δικάζει την αίτηση και δεν την αφήνει αδίκαστη. Κατά συνέπεια, ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρεται στο ότι το Εφετείο Πατρών άφησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αίτηση των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων για καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως του με αριθμ. ... ακινήτου τους αδίκαστη κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την επισκόπηση τη προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Πατρών δίκασε την ως άνω αίτηση και την δέχθηκε κατά ένα μέρος.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται σε αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο αιτιολογικό της, πρέπει ο αναιρεσείων να προσδιορίζει στο δικόγραφο της αναιρέσεως με ακρίβεια την αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν αρκεί να αναφέρεται αορίστως σ’ αυτό ότι υπάρχουν αντιφατικές διατάξεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με το λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ., οι δύο τελευταίοι αναιρεσείοντες επικαλούνται αορίστως ότι οι διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αντιφατικές, χωρίς να προσδιορίζουν ποίες είναι οι αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Έτσι, όμως, ο ως άνω λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της σκέψης αυτής απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων που αναφέρονται στην προσδιορισθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του εδάφους του υπ’ αριθμ. ... ακινήτου της ιδιοκτησίας τους είναι απορριπτέοι.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.ΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του (Ολομ.ΑΠ 31/2005).

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο του οποίου τμήμα απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας του εναπομένοντος τμήματος αυτού, ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύεται ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε κατά τις ισχύουσες διατάξεις τους όρους δομήσεως και ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο και για ακίνητο που προοριζόταν για αγροτική εκμετάλλευση με καλλιέργεια, πρέπει ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι δεν μπορεί πλέον ή δεν συμφέρει να καλλιεργηθεί για αγροτική εκμετάλλευση ή ότι μειώνεται η αξία του για κάποιο άλλο λόγο και το λόγο για τον οποίο μειώνεται η αξία του.

Ειδικότερα, όσον αφορά προοριζόμενο για ανοικοδόμηση ακίνητο που απαλλοτριώθηκε κατά ένα τμήμα του, από τον συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως προς τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985 (άρθρο 162 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας), συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει ο αιτών να επικαλείται και να αποδεικνύει:

α) Ότι το ακίνητο, προ της απαλλοτριώσεως, έχοντας ως προορισμό, έστω και δευτερευόντως, την ανοικοδόμηση, πληρούσε τους κατά τις ως άνω διατάξεις όρους δομήσεως, ήτοι αν μεν αυτό δεν είχε πρόσωπο προς την οδό (διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική, κοινοτική) ότι είχε ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. ή αν είχε πρόσωπο στην οδό ότι πληρούσε τους όρους της κατά παρέκκλιση αρτιότητας που προσδιορίζεται από το εμβαδόν, ανάλογα με τον χρόνο της δημιουργίας του ακινήτου (γηπέδου) και το ελάχιστο πρόσωπο και βάθος του.

β) Ότι το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, δηλαδή, για μεν τα ακίνητα εντός ζώνης πόλεως ή οικισμού, δεν έχει πλέον ελάχιστο εμβαδόν 2000 τ.μ., για δε τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο προς την οδό, αν μεν υφίστανται κατά την 2-11-1962, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 750 τ.μ., πρόσωπο 10 μ.

και βάθος 15 μ., αν υφίστανται κατά την 12-4-1964 δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 1200 τ.μ., βάθος 35 μ. και πρόσωπο 20 μ., αν υφίστανται κατά την 17-10-1978, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο βάθος 40 μ. και ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και αν δημιουργήθηκαν μετά την 17-10-1978, δεν έχουν πλέον ελάχιστον εμβαδόν 4000 τ.μ.

και ότι αν ακόμη είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, λόγω του νέου σχήματος του ακινήτου δεν είναι πλέον δυνατή η τήρηση των αποστάσεων από τα όρια του γηπέδου. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της αίτησης, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της αίτησης, δηλαδή εκείνη που ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής ή της αιτήσεως των περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο με βάση αυτά αίτημα, ώστε αυτό να είναι σαφές ως λογικό επακόλουθό τους, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγους αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 17-11-2009 και με αριθμό εκθ. κατ. .../2009 αυτοτελή αίτηση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως δύο τμήματα του υπ’ αριθμ. ...

ακινήτου τους, εμβαδού 3.342,43 τ.μ. και 1.326,69 τ.μ. και την από 17-11-2009 και με αριθμό εκθ. κατ. .../2009 αυτοτελή αίτηση των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων κατά το αίτημά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως δύο τμήματα του υπ’ αριθμ. ... ακινήτου τους, εμβαδού 1.338,77 τ.μ.

και 915,63 τ.μ., ως αόριστες, διότι όπως δέχθηκε δεν προσδιοριζόταν ο χρόνος δημιουργίας των αρχικών ακινήτων, στοιχείο κρίσιμο, αφού απ’ αυτό, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Δ. 24/1985 κρίνεται το αναγκαίο ελάχιστο εμβαδόν για την κατά παρέκκλιση αρτιότητα των εναπομεινάντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων αυτών και συνακόλουθα η μείωση ή μη της αξίας τους.

Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως που αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση των απομεινάντων τμημάτων των υπ’ αριθμ. ... και ... ιδιοκτησιών, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ότι με την απόρριψη ως αόριστης για τον ανωτέρω λόγο της αιτήσεως των αναιρεσειόντων κατά τα αιτήματά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των υπ’ αριθμ. ...

και ... ακινήτων τους, παραβιάστηκε διάταξη ουσιαστικού δικαίου, πλην όμως η ως άνω αοριστία που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν είναι νομική αλλά ποιοτική και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται για την προσβολή της ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίστοιχος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όμως, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως που αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση των απομεινάντων τμημάτων των υπ’ αριθμ. ... και ... ιδιοκτησιών, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο απέρριψε την ως άνω αίτηση των αναιρεσειόντων κατά τα αιτήματά της περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως ως αόριστη με την προαναφερθείσα αιτιολογία, παρόλο που κατά τα εκτιθέμενα στην αίτησή τους, ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των υπ’ αριθμ. ...

και ... ακινήτων τους, εμβαδού 3.342,43 τ.μ. και 1.326,69 τ.μ. και 1.338,77 τ.μ. και 915,63 τ.μ., αντίστοιχα, λόγω και της υψομετρικής αυτών διαφοράς με την υπό διάνοιξη οδό και της μη δυνατότητάς τους να επικοινωνούν με αυτή, ενώ με την ως άνω αίτησή τους επαρκώς προσδιοριζόταν ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού ακινήτου τους και η αρτιότητα και το οικοδομήσιμο ή μη των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων του.

Ο λόγος αυτός της κρινόμενης αναιρέσεως που στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 17-11-2009 και με αριθμό εκθ. κατ. .../2009 αυτοτελούς αιτήσεως των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των υπ’ αριθμ. ...

και ... ακινήτων τους, αυτοί προς θεμελίωση των αιτημάτων τους για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως δύο τμήματα του υπ’ αριθμ. ... ακινήτου τους, εμβαδού 3.342,43 τ.μ. και 1.326,69 τ.μ., επικαλέστηκαν και το ως άνω στοιχείο της υψομετρικής διαφοράς τους με την υπό διάνοιξη οδό, εκτός εκείνου της μη αρτιότητάς τους διότι δεν είχαν εμβαδό 4.000 τ.μ.

και δεν ενέπιπταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Π.Δ. 24/1985 και του προσδιορισμού έτσι εμμέσως και του χρόνου δημιουργίας του αρχικού ακινήτου τους και για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως δύο τμήματα του υπ’ αριθμ. ... ακινήτου τους, εμβαδού 1.338,77 τ.μ. και 915,63 τ.μ., επικαλέστηκαν και το ως άνω στοιχείο της υψομετρικής διαφοράς τους με την υπό διάνοιξη οδό, εκτός εκείνου της μη αρτιότητας του μικρού εναπομείναντος τμήματος και του μη οικοδομήσιμου του μεγάλου εναπομείναντος τμήματος και του προσδιορισμού έτσι εμμέσως και του χρόνου δημιουργίας του αρχικού ακινήτου τους.

Επομένως, μετά την παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου της αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. και που αφορά την απόρριψη των αιτημάτων των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ... και ... ακινήτων τους, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναιρέσεως που αφορούν στο ίδιο ζήτημα της απορρίψεως των αιτημάτων των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ...

και ... ακινήτων τους, αφού καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω τρίτου λόγου αναιρέσεως και πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ...

και ... ακινήτων τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων των άρθρων 18 επ. του Ν. 2882/2001 κατά το μέρος που απέρριψε τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ... και ... ακινήτων τους.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, δηλαδή κατά το μέρος που αφορά τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ... και ... ακινήτων τους, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ