Legislator Case Law & Legislation
1239/2014 AI generated

1239/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1239/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6044/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1199/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19/9/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2136/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1199/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

1239/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δε μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.

Keywords

AI generated
redundancy termination of benefits severance pay reduction of salary right to disconnect wages and movements of workers
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1239/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδόπουλο-Παπατσώρη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Μενεμένη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6044/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1199/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19/9/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2136/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1199/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 827/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 10/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648,649,653 του ΑΚ,1 της Διεθνούς Σύμβασης 95/1949, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 και 119 παρ. 2 της Συνθ. ΕΟΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό, που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση, η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.

Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δε μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 1098/1980 προστέθηκε στο ΝΔ 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων" άρθρο με τον αριθμό 63Α', στην παρ. 6 του οποίου ορίσθηκε: "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ. 1 επί παγία περιοδικό αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης άμα τη συμπληρώσει 35ετούς συντάξιμης υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας τους, λυομένης αυτοδικαίως της συμβάσεώς των.

Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτω αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του παρόντος Κώδικος αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Με το άρθρο 16 του Ν 1366/1983 αντικαταστάθηκε ολόκληρο το άρθρο 63Α' του ως άνω κώδικα και στην παρ. 5 αυτού ορίσθηκε: "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 Ν 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, εκτός αν προϋπόθεση για την συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπομένη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό είτε την προβλεπομένη από την παρ. 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζομένη αποζημίωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι 1) η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου εντολείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, 2) η υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης είναι μία παροχή ex lege προς τον δικηγόρο που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, πρόκειται δηλαδή για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια κατ' άρθρο 330 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο, το πταίσμα, όμως, αυτό τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της αποζημίωσης, γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο ζημιωθείς δικηγόρος δε χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από την μη καταβολή πλήρους της αποζημίωσης κατά το χρόνο αποχώρησης του δικηγόρου.

Μπορεί, όμως, ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί, αν αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 549/2008). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Περαιτέρω, ως διδάγματα κοινής πείρας, θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997, ΟλΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε , κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ως νομικός σύμβουλός της με πάγια αντιμισθία και με την ιδιότητα αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 28.2.2005, οπότε έχοντας τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης αποχώρησε αναγκαστικά από την εργασία του, σύμφωνα με το άρθρο 63Α' του Ν. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", κατά το οποίο εδικαιούτο την αποζημίωση που ορίζει του άρθρο 94 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, δηλαδή τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές.

Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας αμοιβής, κατά το ίδιο τελευταίο άρθρο, έπρεπε να ληφθεί υπόψη κάθε παροχή που του καταβαλλόταν υποχρεωτικά κατά το νόμο σταθερά και υπό οποιαδήποτε μορφή, καθώς και η αναλογία επιδομάτων εορτών και αποδοχών άδειας. Κατά το χρόνο της αποχώρησης του ενάγοντος οι εν γένει μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 2.718,45 ευρώ, που αναλύεται ως εξής:

α) Βασικός μισθός 1.516 ευρώ, β) επίδομα γάμου 35 ευρώ, δ) κίνητρο απόδοσης 150 ευρώ, ε) επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης 293,47 ευρώ, στ) έξοδα κίνησης 146,74 ευρώ, ζ) επίδομα θέσης 139,10 ευρώ και η) διαφορά ειδικού λογαριασμού 438,14 ευρώ. Τα παραπάνω περιστατικά συνομολογούνται και από την εναγομένη, πλην όμως η τελευταία, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της στις 5.5.2005, αποφάσισε να χορηγηθεί στον ενάγοντα αποζημίωση χωρίς το συνυπολογισμό των κονδυλίων των εξόδων κίνησης (146,74 Ε) και του επιδόματος θέσης (139,10 Ε).

Έτσι, και υπολογίζοντας ως βασικό μισθό το ποσό των 1.443 ευρώ, η εναγομένη προσδιόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των 69.199,20 ευρώ, το οποίο έλαβε ο ενάγων με επιφύλαξη. Για το μη συνυπολογισμό των παραπάνω δύο κονδυλίων ισχυρίζεται η εναγομένη ότι αυτά δεν ήταν υποχρεωτικά κατά το νόμο καταβλητέα στον ενάγοντα, αλλά του χορηγήθηκαν ως οικειοθελείς παροχές με την από 19.1.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, (συνεχίζει το Εφετείο) που αποτελεί και την κύρια διαφορά των διαδίκων, καθόσον αφορά στο ύψος της αποζημίωσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εναγομένη καθόλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας ή πάντως για μεγάλο χρονικό διάστημα και μέχρι τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος, του κατέβαλλε κάθε μήνα το ποσό των 146,74 ευρώ για έξοδα κίνησής του και το ποσό των 139,10 ευρώ ως επίδομα θέσης προϊσταμένου, μολονότι η νομική υπηρεσία της εναγομένης απαρτιζόταν μόνο από αυτόν.

Η καταβολή των κονδυλίων αυτών, έστω και αν δεν ήταν υποχρεωτική από το νόμο, γινόταν από την εναγομένη οικειοθελώς και χωρίς από την αρχή της χορήγησής τους, αλλ' ούτε και μετέπειτα, να δηλώσει στον ενάγοντα ρητά ότι επιφυλάσσεται να διακόψει στο μέλλον τη χορήγησή τους.

Συνεπώς, εφόσον τα παραπάνω κονδύλια καταβάλλονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα (ανά μήνα) επί μακρό χρονικό διάστημα, θεωρούνται τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και, ως τέτοιες, είναι συνυπολογιστέες για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσής του, κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατόπιν τούτων ο ενάγων, έχοντας συμπληρώσει κατά το χρόνο αποχώρησής του 36 χρόνια υπηρεσίας, εδικαιούτο αποζημίωση ίση με τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές.

Ενόψει δε του ότι ελάμβανε αυτός μηνιαίως 2.718,45 ευρώ, με το συνυπολογισμό και της μηνιαίας αναλογίας των επιδομάτων εορτών και άδειας (1.516 Ε ο ΒΜ Χ 2/12 = 252,66 Ε), έπρεπε να λάβει το ποσό των 89.133,60 ευρώ (2.718,45 + 252,66 = 2.971,12 Χ 30). Παρά ταύτα, η εναγομένη του κατέβαλε ως αποζημίωση το ποσό των 69.199 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, ώστε του οφείλει τη διαφορά των 19.934,60 ευρύ (89.133,60 μείον 69.199).

Αποδείχθηκε, επίσης, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η εναγομένη, προκειμένου να προσδιορίσει ορθά και να καταβάλει στον ενάγοντα τη δικαιούμενη αποζημίωσή του, απευθύνθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τα εξής ερωτήματα: α) "Αν για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του (του ενάγοντος) θα υπολογισθούν στο σύνολο της μηνιαίας παγίας αμοιβής του, μόνο οι αποδοχές που ορίζει ο Νόμος ή και οι αποδοχές που του καταβάλλονται με τις αποφάσεις του ΔΣ της Κ.Α.Θ.

ΑΕ" και β) "Αν θα συνυπολογισθούν τα επιδόματα αδείας και Δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων στον υπολογισμό της αποζημίωσής του" (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 329/3.3.2005 έγγραφο της εναγομένης προς τη Δ/νση Δικηγόρων του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα "Αποζημίωση Νομικού Συμβούλου") . Στην εν λόγω επιστολή η παραπάνω κρατική υπηρεσία, για μεν το δεύτερο ερώτημα απάντησε θετικά και η εναγομένη, συμμορφούμενη σ' αυτό, συνυπολόγισε τα επιδόματα άδειας και εορτών για τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης του ενάγοντος, ως προς το πρώτο όμως ερώτημα επανέλαβε τη σχετική διάταξη του νόμου (άρθρου 94 παρ.1 του Ν 3026/1954), χωρίς ειδικότερη διευκρίνιση για το αν έπρεπε να συνυπολογιστούν και οι χορηγούμενες στον ενάγοντα οικειοθελείς παροχές (βλ.

υπ' αριθμ. πρωτ. 27790/29.3.2005 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς την εναγομένη) . Κατόπιν τούτου η εναγομένη, ύστερα από την προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, που ελήφθη κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2005, κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση με βάση μόνο τις κατά το νόμο υποχρεωτικά καταβαλλόμενες αποδοχές και μη συνυπολογίζοντας και τα κονδύλια των επιδομάτων θέσης και εξόδων κίνησης, που μέχρι τότε του κατέβαλλε οικειοθελώς.

Συνεπώς, καμμία αμέλεια, ακόμη και ελαφρά, δε συντρέχει στο πρόσωπο της εναγομένης καθόσον αφορά στο ότι κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση μικρότερο ποσό από εκείνο που δικαιούται. Αντίθετα, επέδειξε αυτή (εναγομένη) τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια με τη συμπεριφορά της, αφού απευθύνθηκε σχετικώς στις αρμόδιες αρχές, το γεγονός όμως ότι δεν έλαβε συγκεκριμένη απάντηση στο επίμαχο ζήτημα, δηλαδή του συνυπολογισμού ή μη των χορηγούμενων στον ενάγοντα οικειοθελών παροχών, οδηγεί στην κρίση ότι είχε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης και σε κάθε περίπτωση συνέτρεχε στο πρόσωπό της συγγνωστή νομική πλάνη ως προς το ζήτημα αυτό.

Ως εκ τούτου, κατέληξε το Εφετείο, πρέπει, να απαλλαγεί η εναγομένη από την ποινή για μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης του ενάγοντος, ώστε, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης, που, επικουρικώς, παραδεκτά προβλήθηκε με καταχώριση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση στον ενάγοντα τριών μηνιαίων αποδοχών του (8.155,35 €) και για αναγνώριση προς αυτόν οφειλής μελλοντικών αποδοχών του μέχρι καταβολής της πλήρους αποζημίωσής του.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνη του άρθρου 330 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Ειδικότερα, οι προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα ότι η εναγομένη δεν επέδειξε αμέλεια αλλά είχε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης και ότι σε κάθε περίπτωση συνέτρεχε στο πρόσωπό της συγγνωστή νομική πλάνη ως προς το ζήτημα αυτό.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως εξεταζόμενοι, είναι αβάσιμοι. Τέλος, ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 β' ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το ανωτέρω έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν μπορεί να δημιουργήσει στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη) συγγνωστή πλάνη και εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης και την εφαρμογή του νόμου είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων (ανέλεγκτη) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2012 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 827/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ