Supreme Court dismisses appeal on property access rights, ruling negative action claims insufficient for blocked sea access.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a claim for access to the sea. The appellant argued that his property was landlocked and lacked necessary access to the sea, while the opposing party contended the access route was legally sufficient. The court ruled that the specific statutory provisions regarding access to public water bodies do not apply analogously to cases involving access to the sea, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1012 et seq. of the Civil Code; Article 967 of the Civil Code: The specific rule granting access to the sea cannot be applied by analogy to cases where a property lacks access to the sea, as the legal reasoning differs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1239 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1239/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πουλακίδα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. συζ. Μ. Δ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ... 2)Χ. Τ. του Κ. και 3)Ι. Τ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή-Ευθαλία Γαβαλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 426/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 2/5/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητά του, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή δίνεται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας ήτοι όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ'αυτού που κατέχει το πράγμα.
Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτή με πράξεις διαταράξεως. Διατάραξη της κυριότητας, αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό της κυριότητας περιεχόμενο, ήτοι όταν ο τρίτος ενεργεί στο πράγμα πράξεις τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα.
Γενικώς δε, κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής, αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί την έγερση της αρνητικής αγωγής, με αίτημα την άρση της προσβολής και την παύση αυτής στο μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο, την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι τη διεκδικητική αγωγή ασκεί ο κύριος και μη κάτοχος κατά του μη κυρίου νομέα ή κατόχου. Προϋπόθεση δηλαδή της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος και η νομή ή κατοχή του εναγομένου και αίτημά της η απόδοση του πράγματος. Σε περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα και μόνον αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει επίσης να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας αν υπάρξει ανάγκη σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτά περιστατικά.
Παράλληλα πρέπει ο ενάγων κατ'άρθρο 338 ΚΠολΔ να αποδείξει και τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη διατάραξη της κυριότητάς του εκ μέρους του εναγομένου. Ο τελευταίος ισχυριζόμενος ότι έχει δικαίωμα να επενεργεί επάνω στο πράγμα και άρα ότι δεν υπάρχει διατάραξη ή ότι η διατάραξη δεν είναι παράνομη (άρθρο 1108 παρ.2 ΚΠολΔ) πρέπει να αποδείξει ο ίδιος τον ισχυρισμό του.
Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του ψέγει το Εφετείο διότι με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή είναι αγωγή αρνητική της κυριότητας βασιζόμενη στο άρθρο 1108 ΑΚ και όχι διεκδικητική αγωγή βασιζόμενη στο άρθρο 1094 ΑΚ με βάση τα ιστορούμενα σ'αυτήν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σχετικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ τους οποίους εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε με συνέπεια να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου δικογράφου της από 12-5-2005 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το οποίο εκτιμά κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος αναφέρονται σ'αυτό όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι οι ενάγοντες δυνάμει συμβολαιογραφικής πράξεως η οποία νόμιμα μεταγράφηκε, κατέστησαν, κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας, συγκύριοι, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα τους Κ. Χ. Τ., ενός αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 202.882,42 τετραγωνικών μέτρων. Ότι ο εναγόμενος - αναιρεσείων τυγχάνει κύριος ενός αγροκτήματος ακινήτου 248 στρεμμάτων και ότι τον Απρίλιο του έτους 2001, παρανόμως και αυθαιρέτως, χωρίς τη συναίνεση των εναγόντων κατασκεύασε στα δυτικά της ιδιοκτησίας του και κατά μήκος της ιδιοκτησίας τους, αφού προηγουμένως περιέφραξε την ιδιοκτησία του, τσιμεντένιο δρόμο πλάτους 2,50 και μήκους 151,54 μέτρων ήτοι εμβαδού 378,85 τετ.μέτρων που τεμαχίζει την ιδιοκτησία τους, τοποθέτησε δε παράνομα και αυθαίρετα κολόνες ηλεκτροφωτισμού στο δρόμο αυτό, καταλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο αντίστοιχο τμήμα της ιδιοκτησίας τους και αποκόπτοντας αυτούς από τον αγροτικό δρόμο ο οποίος χρησιμοποιούνταν για τη διέλευσή τους από την και προς την κοινότητα ...
στο αγρόκτημα της ιδιοκτησίας τους. Ζήτησαν δε με την αγωγή αυτή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει με δαπάνες του τα πράγματα στην πρότερη κατάσταση και να καθαιρεθεί ο τσιμεντένιος δρόμος και να απομακρυνθούν από την ιδιοκτησία τους οι τοποθετημένες από τον εναγόμενο κολώνες ηλεκτροφωτισμού.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, είναι αρνητική της κυριότητας αγωγή, θεμελιωμένη στη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, το δε Εφετείο δεν εφάρμοσε και δεν ερμήνευσε εσφαλμένα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1108 και 1094 ΑΚ δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή βασίζεται στην διάταξη του άρθρου 1108 παρ.1 ΑΚ.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ κατά το τρίτο μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε, κατά παραδοχή σχετικού λόγω έφεσης, ως αόριστη την ένδικη αγωγή αρνητική κυριότητας ακινήτου λόγω ότι αν και αυτός αμφισβήτησε την κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Κ.
Χ. Τ. ισχυριζόμενος ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος και ότι απέκτησε τον χαρακτήρα αυτό με την αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, οι εναγόντες δεν συμπλήρωσαν με τις προτάσεις τους την αγωγή του καθορίζοντας τον τρόπο κτήσεως του αμέσου και απωτέρων δικαιοπαρόχων τους αναγόμενοι σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι με τον ισχυριζόμενο ως άνω τρόπο ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων διότι ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος τον οποίο έχει ως εκ τούτου δικαίωμα να χρησιμοποιεί αποτελεί ένσταση ότι του άρθρου 1108 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β'ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Επομένως πράγματα με την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσης του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ότι ο αναιρεσείων αμφισβήτησε την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των ίδιων επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας ισχυριζόμενος ότι αυτή είναι κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος, ότι απέκτησε τον χαρακτήρα αυτό με την αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή και ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου ανήκει στο Δήμο ή την Κοινότητα ....
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως διότι ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστος δρόμος δεν αμφισβητούσε την κυριότητα των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά προέτεινε ένσταση εκ του άρθρου 1108 παρ.2 ΑΚ της οποίας ο ίδιος έφερε το βάρος αποδείξεως.
Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η ένσταση του αυτή λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εάν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ'αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται, σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 559 αρ.19 και 566 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες και συντελέστηκε η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως. (Ολ.ΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-5-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αγρινίου Σπυριδούλας Μπέκιου - Σκορδοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα τους Κ.
Τ. του Χ., ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 202.882,49 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου ... ... εκτός των ορίων οικισμού ... και εμφαίνεται στο από Μαΐου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ. Κ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Ι1-Κ1-Λ1-Μ1-Ν1-Ξ1-Ο1-Π1-Ρ1-Σ1-Τ1-Υ1-Φ1-Χ1-Ψ1-Ω1-Α2-Β2-Γ2-Δ2-Ε2-Ζ2-Η2-Θ2-Ι2-Κ2-Λ2-Μ2-Ν2-Ξ2-Ο2-Π2-Ρ2-Σ2-Τ2-Υ2-Φ2-Χ2-Ψ2-Ω2-Α3-Β3-Γ3-Δ3-Ε3-Ζ3-Η3-Θ3-Ι3-Κ3-Λ3-Μ3-Ν3-Ξ3-03-Π3-Ρ3-Σ3-Τ3-Υ3-Φ3-Χ3-Ψ3-Ω3-Α4-Β4-Γ4-Δ4-Ε4-Ζ4-Η4-Θ4-Ι4-Κ4-Λ4-Μ4-Ν4-Ξ4-Ο4-Π4-Ρ4-Σ4-Τ4-Υ4-Φ4-Χ4-Ψ4-Ω4-Α5-Β5-Γ5-Δ5-Ε5-Ζ5-Η5-Θ5-Ι5-Κ5-Λ5-Μ5-Ν5-Ξ5-Ό5-Π5-Ρ5-Σ5-Τ5-Υ5-Φ5-Χ5-Ψ5-Ω5-Α6-Β6-Γ6-Δ6-Ε6-Ζ6-Η6-Θ6-Ι6-Κ6-Λ6-Μ6-Ν6-Ξ6-Ο6-Π6-Ρ6-Σ6-Τ6-Υ6-Φ6-Χ6-Ψ6-Ω6-Α και συνορεύει βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένου, Ι.
Τ., κληρονόμων Ι. Γ., κληρονόμων Ε. Τ. και με θάλασσα, (ανατολικά με θάλασσα, νότια με θάλασσα και δυτικά εν μέρει με θάλασσα, με ιδιοκτησία Α. και αγροτικό δρόμο, πλάτους 1,50 μ. Επίσης δυνάμει των υπ' αριθμ. .../31-12-1992 και .../31-3-1993 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πατρών Κων/νου Σακελλαρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος κατέστη κύριος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 248 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ιδία ως άνω θέση της νήσου ...
Ν. ... βορειοδυτικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων και εμφαίνεται στο από Νοεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου μηχανικού Χ. Β. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α και συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησίες Φ. Τ., Ι. Γ., Ι. Τ. και εν μέρει με μονοπάτι 60 μέτρων και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Κ.
Τ., δυτικά με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησίες Φ. Τ., Γ. Γ. και Ι. Γ. και νότια σε πλευρές 64 και 43 μέτρων με αγροτικό μονοπάτι και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Κ. Τ. και θάλασσα. Τα ως άνω ακίνητα αποτελούσαν ένα ενιαίο μεγαλύτερο ακίνητο, το οποίο ανήκε στο Χ. Τ., παππού εκ πατρός των εναγόντων και το οποίο μετά το θάνατο του, το έτος 1965, διανεμήθηκε ατύπως μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ήτοι της συζύγου του Σ.
και των τέκνων του Κ., Μ., Α., Κ., Ε., Β., Γ., Β. και Χ., εκ της διανομής δε αυτής έλαβαν το βόρειο τμήμα του ακινήτου οι Β. και Χ. Τ., οι οποίοι στη συνέχεια το επώλησαν στον εναγόμενο και το νότιο τμήμα του ακινήτου ο Κ. Τ., ο οποίος ακολούθως το μεταβίβασε με γονική παροχή στους ενάγοντες, τέκνα του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω μεγαλύτερο ακίνητο αποτελούσε κατά ένα μέρος βοσκότοπο και κατά το υπόλοιπο μέρος ελαιοστασιο και αμπελώνα, προς εξυπηρέτηση δε των ιδιοκτητών του είχε αρκετά χωμάτινα μονοπάτια, τα οποία οδηγούσαν σε διάφορες τοποθεσίες του, όπως ...
κ.α. Η επικοινωνία του ιδίου ως άνω ακινήτου εγένετο από τη θάλασσα και τον όρμο ... με μονοπάτι, το οποίο διήρχετο προς τη βορειανατολική πλευρά του ακινήτου, νότια των ιδιοκτησιών Ι. Γ. και Φ. Τ. και τη στεριά με μονοπάτι που διήρχετο νοτιοδυτικά του ακινήτου, κατευθύνεται βόρεια δια μέσω άλλων ιδιοκτησιών και κατέληγε στον οικισμό ...
Τα μονοπάτια αυτά, το πλάτος των οποίων δεν ξεπερνούσε το ένα (1) μέτρο, χρησιμοποιούσαν μέχρι το έτος 1965 όλοι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων για τη μετάβαση τους στο χωριό και στη θάλασσα και προς διευκόλυνση των μετακινήσεων τους εντός του ακινήτου. Μετά την ως άνω, όμως, άτυπη διανομή του μείζονος ακινήτου, το έτος 1965, το πρώτο από τα προαναφερόμενα μονοπάτια περιελήφθη στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η οποία έχει πρόσβαση στον όρμο ...
και το δεύτερο στην ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των εναγομένων. Η ιδιοκτησία αυτή έχει πρόσβαση στον όρμο .... Έκτοτε το μονοπάτι που οδηγούσε στον όρμο ... χρησιμοποιούσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ. Τ., ουδέποτε δε χρησιμοποίησαν αυτό οι Χ. και Β. Τ. (δικαιοπάροχοι του εναγομένου). Το έτος 1993 ο εναγόμενος περιέφραξε το αγορασθέν από τους τελευταίους ακίνητο του, αφήνοντας εκτός περιφράξεως το προαναφερόμενο μονοπάτι.
Το έτος 2001, προκειμένου να αποκτήσει το ακίνητο του πρόσβαση προς τη θάλασσα, επέφερε μεταβολή του αιγιαλού στον όρμο ..., που βρίσκεται νοτιοδυτικά και σε επαφή με την ιδιοκτησία του, κατασκευάζοντας επ' αυτού κλίμακα από σκυρόδεμα και διάφορα κτίσματα με διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, παράλληλα δε προς τα ανατολικά της ιδιοκτησίας του και εκτός αυτής, στον όρμο ..., κατασκεύασε τσιμέντινη προβλήτα.
Με την υπ' αριθμ. 9/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολλίου, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος του εναγομένου, ο τελευταίος αποβλήθηκε από τη νοτιοδυτική πλευρά του ακρωτηρίου ... και το νότιο όρμο "...". Το ίδιο έτος (2001) ο εναγόμενος και ενώ ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ευρίσκετο, λόγω ασθενείας στην Αμερική, κατασκεύασε, άνευ συναινέσεως του τελευταίου, τσιμέντινο δρόμο, πλάτους 2,50 μ.
και μήκους 151,54 τ.μ., συνολικού εμβαδού 378,85 τ.μ., περίπου, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, που διέρχεται ανατολικά της ιδιοκτησίας του και εντός της βορειοδυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας των εναγόντων, στο χώρο του παλαιού μονοπατιού, σε συνέχεια της τσιμέντινης προβλήτας στον όρμο .... Ειδικότερα η κατασκευασθείσα τσιμεντοστρωμένη δίοδος, η οποία ξεκινά από τον ανατολικό μώλο, συνεχίζει νότια των ιδιοκτησιών Φ.
Τ. και Ι. Γ. και ανατολικά της ιδιοκτησίας του εναγομένου και καταλήγει στη νότια πλευρά σε είσοδο - πόρτα του τελευταίου, τεμαχίζει την ιδιοκτησία των εναγόντων και αποκόπτει από τη βορειοδυτική πλευρά της δύο (2) τμήματα, εμβαδού 1494,95 τ.μ. και 42,05 τ.μ., συνεχόμενα μεταξύ τους από βορρά προς νότο, τα οποία εκτείνονται πέραν του δρόμου και σε επαφή με τη νοτιοανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας του Ι.
Γ. και του εναγομένου. Επίσης ο εναγόμενος κατά μήκος του δρόμου και εντός των ως άνω αποκομμένων τμημάτων της ιδιοκτησίας των εναγόντων τοποθέτησε εντελώς αυθαίρετα κολώνες ηλεκτροφωτισμού. Συνεπεία των ως άνω ενεργειών του εναγομένου οι ενάγοντες παρεμποδίζοντα στην άσκηση του δικαιώματος της συγκυριότητας επί του ακινήτου τους.
Ο εναγόμενος υπέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου εφέσεως, ότι ο επίδικος δρόμος είναι κοινόχρηστος, προσέλαβε δε τέτοιο χαρακτήρα με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι το παλαιό ως άνω χωμάτινο μονοπάτι που οδηγούσε στον όρμο ...
είχε δοθεί σε κοινή χρήση από αμνημόνευτα χρόνων, κατά τρόπο ώστε η ζώσα γενεά ανθρώπων κατά την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) και αυτή που αμέσως προηγήθηκε και επί συνολικό διάστημα 80 ετών να μην εγνώρισαν διαφορετική κατάσταση από την κοινοχρησΐα (Α.Π. 34/2008 Ελλ. Δνη 49.1076, Α.Π. 1080/2007 Ελλ. Δνη 49.1076). Οι περιστασιακές διελεύσεις εκ της ως άνω διόδου κυρίων γειτονικών ακινήτων, όπως του Ι.
Π. και του Δ. Τ., για τις οποίες καταθέτει ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρας ανταποδείξεως, δεν μπορούν να προσδώσουν σ' αυτή χαρακτήρα κοινοχρήστου πράγματος. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι μετά την ως άνω άτυπη διανομή και μέχρι το έτος 1972 οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου Β. και Χ.
Τ. απουσίαζαν στην Αμερική και το αγρόκτημα τους επέβλεπε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ. Τ. Το χωμάτινο μονοπάτι, όμως, που οδηγούσε στον όρμο ..., από το έτος 1965 και εντεύθεν χρησιμοποιούσε μόνο ο τελευταίος για τις μετακινήσεις του από και προς τη θάλασσα και την εν γένει εξυπηρέτηση του κτήματος του, ουδέποτε δε χρησιμοποίησε αυτό και ως αντιπρόσωπος των δικαιοπαρόχων του εναγομένου.
Από το έτος 1992 και εφεξής χρησιμοποίησε, περιστασιακά, το ως άνω μονοπάτι και ο εναγόμενος, ο οποίος μετέφερε διάφορα οικοδομικά υλικά και αγροτικά προϊόντα δια θαλάσσης, προς το σκοπό κατασκευής επί του ακινήτου του παραθεριστικής κατοικίας και γενικά αξιοποιήσεως και εκμεταλλεύσεως του κτήματος του.
Η διέλευση του, όμως, αυτή εγένετο πάντοτε κατ' ανοχήν και με τη συναίνεση του πραγματικού κυρίου της διόδου Κ. Τ.. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδίως από τα προαναφερόμενα συμβόλαια (τίτλοι κυριότητας των διαδίκων), σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 9/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολλίου και την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως Π.
Γ., ο οποίος έχει ιδία αντίληψη των γεγονότων και η κατάθεση του κρίνεται πειστική, διότι είναι κάτοικος και Πρόεδρος της Κοινότητας ... και από το έτος 1992 έως το έτος 1996 μετέφερε, κατά διαστήματα, με το καΐκι του οικοδομικά υλικά του εναγομένου, ενισχύονται δε και από την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως Χ.
Τ., ο οποίος καταθέτει ότι ο εναγόμενος ζήτησε από το δικαιοπάροχοτων εναγόντων δίοδο έξι (6) μέτρων. Κατά τα λοιπά οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου που υπέβαλε επικουρικά στην πρωτόδικη δίκη και επαναφέρει με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου εφέσεως ότι στον επίδικο δρόμο έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου, το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον διήρχετο από αυτόν με διάνοια δικαιούχου από το έτος 1992 μέχρι την άσκηση της αγωγής και πριν από αυτόν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του Β.
και Χ. Τ. αναδρομικά από το έτος 1965 με διάνοια δικαιούχου συνεχώς και αδιαλείπτως, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Τέλος ο επικουρικότερα προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει με τον τρίτο λόγο εφέσεως, ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική, διότι η τσιμεντόστρωση του επιδίκου δρόμου και ο ηλεκτροφωτισμός αυτού εγένετο, με δικές του δαπάνες, ποσού 3.000.000 δρχ., κατόπιν προτροπής και με την συναίνεση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων για την ευχερέστερη και ασφαλέστερη επικοινωνία των ακινήτων τους, ουδεμία δε βλάβη προκάλεσε στο ακίνητο των εναγόντων, αφού οι στύλοι ηλεκτροφωτισμού βρίσκονται στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου και ο ηλεκτροφωτισμός ωφελεί και τους ενάγοντες, είναι με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Επομένως και αφού στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα κατέληξε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας λόγω γονικής παροχής με συμβόλαιο νομίμως μεταγραφέν από τον πατέρα τους Κ.
Τ., ότι ο εναγόμενος είναι κύριος αγροτεμαχίου εκτάσεως 248 στρεμμάτων βορειοδυτικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων, ότι τα ως άνω ακίνητα αποτελούσαν ένα ενιαίο μεγαλύτερο ακίνητο το οποίο ανήκει στον Χ. Τ. και το οποίο μετά το θάνατο του το έτος 1965 διανεμήθηκε ατύπως μεταξύ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του συζύγου του και τέκνων του εκ της διανομής αυτής έλαβαν το βόρειο τμήμα του ακινήτου οι Β.
και Χ. Τ. οι οποίοι στη συνέχεια το επώλησαν στον εναγόμενο και το νότιο τμήμα ο Κ. Τ. ο οποίος ακολούθως το μεταβίβασε λόγω της ως άνω γονικής παροχής στα τέκνα του, ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) το έτος 2001 κατασκεύασε τσιμεντένιο δρόμο εντός της βορειοδυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) κατά μήκος δε του δρόμου αυτού τοποθέτησε κολώνες ηλεκτροφωτισμού παρανόμως και αυθαιρέτως παρεμποδίζοντας τους ενάγοντες στην άσκηση του δικαιώματος συγκυριότητάς τους επί του ως άνω ακινήτου.
Στη συνέχεια αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις που προέβαλε ο εναγόμενος ότι λόγω του ότι ο δρόμος είναι κοινόχρηστος ενήργησε δυνάμει δικαιώματος, ότι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου από τον ως άνω δρόμο και ότι το δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά, έκανε δεκτή την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 798 ΑΚ δεχόμενο ότι τα ακίνητα των διαδίκων προέρχονται από άτυπη διανομή μεγαλύτερου ακινήτου τμήμα του οποίου πωλήθηκε στον εναγόμενο και άλλο τμήμα αυτού μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες δυνάμει συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ των αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους με παράγωγο τρόπο λόγω παροχής δυνάμει συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος και της απορρίψεως των ως άνω ενστάσεων του εναγομένου - αναιρεσείοντος.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν διευκρινίζει με σαφήνεια αν τα αγροτικά μονοπάτια που δέχεται ότι υπάρχουν ως όρια των ιδιοκτησιών των διαδίκων, αποτελούν μέρη της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αν των παραπάνω μονοπατιών έκαναν χρήση σύμφωνα με τον προορισμό τους ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων της περιοχής για να επικοινωνούν με τις ιδιοκτησίες τους, αν μεταξύ αυτών που έκαναν χρήση των μονοπατιών ήταν και οι δικαιοπάροχοί του ως και ο ίδιος, δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε αιτιολογία για τα κρίσιμα χαρακτηριστικά του μονοπατιού για την επικοινωνία του από τη στεριά, δεν προκύπτει με σαφήνεια πως οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος Χ.
και Β. Τ. επικοινωνούσαν από και προς τη θάλασσα και τη στεριά για εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου τους και πως εξηγείται να χρησιμοποιείται ο επίδικος δρόμος από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και όχι από τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου, δεν διευκρινίζει πως διεξαγόταν η επικοινωνία του ακινήτου του εναγομένου από και προς αυτό, δεν συνιστούν "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση αλλά αποτελούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου ότι το έτος 2001 προκειμένου να αποκτήσει το ακίνητο του αναιρεσείοντος πρόσβαση προς τη θάλασσα ο αναιρεσείων επέφερε μεταβολή του αιγιαλού στον όρμο ... που βρίσκεται νοτιοδυτικά και σε επαφή με την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ότι με την υπ'αριθμ.9/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολλίου που εκδόθηκε επί ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος του αναιρεσείοντος αποβλήθηκε ο τελευταίος από τη νοτιοδυτική πλευρά του ακρωτηρίου "Ποδάρι" και τον νότιο όρμο ..., δεδομένου ότι η αρση παρανόμων μεταβολών του αιγιαλού δεν στερεί τον αναιρεσείοντα της νόμιμης χρήσης οδών επικοινωνίας προς τον αιγιαλό αυτό, ακρωτήρι και όρμο.
Η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του αιτιολογίες για την απόρριψη της ενστάσεως του άρθρου 1108 παρ.2 ΑΚ που προέβαλε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέα, γιατί το Εφετείο διαλαμβάνει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων κατά το πρώτο μέρος του υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος.
Με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό αυτού ότι ο μάρτυρας των εναγόντων Π. Γ. κατέθεσε ψευδή πράγματα εν γνώσει της αναληθείας τους εκ του λόγου ότι εκτρέφει απέναντί του έχθρα και μνησικακία και ζήτησε λήψη διοικητικών μέτρων σε βάρος του επειδή του προξένησε εκτεταμένες ζημιές στο ακίνητό του.
Κατά το μέρος αυτό ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αποτελεί "πράγμα" η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, αλλ'αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση από τα οποία προέκυπτε το αβάσιμο της αγωγής και το βάσιμο των ως άνω ενστάσεων του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1)την από 9-10-2001 έκθεση εκτίμησης αγροφυλακής Ν.Λευκάδος 2)την υπ'αριθ.8/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολλίου 3)το υπ'αριθ.πρωτ…/29-3-2003 έγγραφο του αγρονομείου Μύτικα και συλλογή δώδεκα (12) φωτογραφιών 4)υπ'αριθμ..../2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέως Πλημ/κων Λευκάδος 5)υπ'αριθμ..../13-12-1992 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Κων.Σακελλαρόπουλου 6)το από Νοέμβριο 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.
Β. 7)το απόσπασμα με χρονολογία 18-2-2002 από τον χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και 8)τις ομολογίες των εναγόντων με τις οποίες συνομολογούν "δεν μπορούμε βέβαια να ισχυριστούμε ότι ποτέ οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου δεν εισέρχονταν στο ακίνητο του δικού μας δικαιοπαρόχου και αδελφού τους ή ότι δεν χρησιμοποιούσαν τα μονοπάτια που υπήρχαν για να μεταβούν στη στέρνα ή στα ελαιόδεντρα ή στον όρμο".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχομένη σ'αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ'αυτού, δεν αρκεί κατ'αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πρότεινε παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με λόγο έφεσης νομότυπα ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική διότι η τσιμεντόστρωση του επιδίκου δρόμου και ο ηλεκτροφωτισμός αυτού εγένετο με δικές του δαπάνες ποσού 3.000.000 δραχμών, κατόπιν προτροπής και με τη συναίνεση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων για την ευχερέστερη και ασφαλέστερη επικοινωνία των ακινήτων τους, ουδεμία δε βλάβη προκάλεσε στο ακίνητο των εναγόντων, αφού οι στύλοι ηλεκτροφωτισμού βρίσκονται στο χωμάτινο έρεισμα του δρόμου και ο ηλεκτροφωτισμός ωφελεί και τους ενάγοντες και ότι ο ισχυρισμός αυτός με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τον ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ καθόσον υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Επειδή, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β'ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει δηλαδή το πραγματικό της διάταξης αυτής του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (Ολ.ΑΠ 2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.β'ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι αν και επικαλέστηκε παραδεκτώς προς θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων και "α)ο δρόμος από την επίδικη εδαφική λωρίδα για την επικοινωνία του ακινήτου του με τον όρμο βορειοανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων υφίστατο ανέκαθεν προ αμνημονεύτων χρόνων, εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες του έτους αυτού, διέρχεται μπροστά από την είσοδο του κτήματος μου και έχει καταλήξη στην προβλήτα η οποία είχε διαστρωθεί με παλαιό τσιμέντο και επειδή αυτό είχε φθαρεί έριξε νέο τσιμέντο το έτος 1993 οπότε διέστρωσα το τμήμα του από την προαναφερόμενη προβλήτα και σε απόσταση πλέον των 50 μέτρων απ'αυτήν προς τα δυτικά γ)ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Κ.
Τ. είχε αναγνωρίσει την ύπαρξη του δρόμου κατά τη σύνταξη του υπ'αριθμ..../13-12-1992 συμβολαίου του συμ/φου Πατρών Κων/νου Σακελλαρόπουλου στην κατάρτιση του οποίου συνέπραξε ως πωλητής του ακινήτου έκτασης 248 στρεμμάτων, είχε δε αποτυπωθεί και στο προσαρτημένο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Χ.
Β. και ουδέποτε την αμφισβήτησε δ)δημιουργήθηκε σε μένα η εύλογη πεποίθηση ότι ενεργούσα σύμφωνα με το νόμο και τα δικαιώματά μου ε)δεν εμπόδισα ή δεν εμποδίζω τους ενάγοντες να επικοινωνούν με το παλιό μονοπάτι προς τον οικισμό της ... και ουδεμία επέμβαση άσκησα σ'αυτό. Αντίθετα, τον Μάρτιο 2001 δημιούργησα κατά μήκος του ανατολικού ορίου της ιδιοκτησίας μου και μέσα σ'αυτή δρόμο πλάτους 2,50 μ.
και μήκους 265 μ. για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των ιδιοκτητών ακινήτων στην περιοχή ... ... ο οποίος δεν απεδόθη για λόγους που αφορούν το πρόσωπο των εναγόντων και ζ)οι ενάγοντες, έχοντας τη μόνιμη κατοικία τους μακράν του επιδίκου ακινήτου, στις ΗΠΑ και στο Ρέθυμνο Κρήτης, αγνοούν τα πραγματικά προβλήματα της περιοχής και το μέγεθος των εξυπηρετήσεων που παρέχει η τσιμεντόστρωση και η τοποθέτηση των στύλων για ηλεκτροφωτισμό του δρόμου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο πάνω περιστατικά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς το από στοιχείο α'περιστατικό διότι τούτο ελήφθη υπόψη από το Εφετείο το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο και ως προς τα λοιπά περιστατικά καθόσον ενόψει των πιο πάνω παραδοχών της απόφασης και με την προσθήκη των ως άνω επιπλέον περιστατικών που δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, ο σχετικός ισχυρισμός δεν καθίσταται βάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 1012 ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται εκτός άλλων και τα εξής: α)ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του β)η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στην οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικώς με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής ήτοι τις ενεστώσες ανάγκες του ακινήτου, τον προορισμό του, τη θέση ή περιοχή του γ)δίοδο μπορεί να ζητήσει και ο κύριος δύο χωριστών ακινήτων μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται ακίνητο τρίτου αν το ακίνητο υπέρ του οποίου ζητεί τη δίοδο στερείται την αναγκαία έξοδο προς οδό, ενώ το άλλο ακίνητο έχει τέτοια έξοδο και δ)η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ, ως ρυθμίζουσα όλως ειδικό θέμα ήτοι την περίπτωση ακινήτου που στερείται την αναγκαία δίοδο προς την οδό και καθιερούσα περιορισμό της κυριότητας, δεν μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία ακίνητο στερείται ή έχει ανεπαρκή σε σχέση με τις ανάγκες του δίοδο προς άλλο κοινόχρηστο πράγμα, όπως ο αιγιαλός, ή παραλία κ.λ.π. (άρθρο 967 ΑΚ) για έλλειψη ταυτότητας νομικού λόγου (ΑΠ 1052/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1113 ΑΚ με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή αυτών, απέρριψε την ανταγωγή που άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης με την οποία ζητούσε την παροχή διόδου σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων υπέρ του δικού του ακινήτου κατ'άρθρο 1012 επ.
ΑΚ για το λόγο ότι το τελευταίο είναι περίκλειστο και στερείται της αναγκαίας διόδου προς αιγιαλό και συγκεκριμένα προς τον όρμο ... ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ στην προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το παραπάνω ζήτημα της απόρριψης της ανταγωγής του ως μη νόμιμης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο λόγος αυτός προσήκει μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και όχι όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2011 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ.426/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013..
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ