Legislator Case Law & Legislation
1239/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds regarding civil code statute of limitations and procedural review scope.

Case Number 1239/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting a civil claim. The appellant argued the lower court failed to examine the statute of limitations and misapplied the law regarding debt recognition. The court ruled that the Court of Appeals correctly exercised its duty to examine the claim's legal basis and that the appellant's arguments regarding the statute of limitations were inadmissible under the rules of appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 559, 260 of the Code of Civil Procedure; Article 937 of the Civil Code: The Court of Appeals must examine the legal basis of a claim when the appellant appeals on grounds of erroneous application of law; arguments regarding the statute of limitations are inadmissible if they rely on facts not established by the lower court's findings.

Keywords

AI generated
statute of limitations appealable grounds Court of Appeals duty civil code provisions legal basis examination

Cited Legislation

AI generated
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 8 and 9 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 260 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1239/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μονοχάρτζη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 898/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3586/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-7-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Eφετείο, δυνάμει του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, καθίσταται κύριο της διαφοράς μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους λόγους. Επομένως, εφόσον με την έφεση του εναγομένου ζητείται η απόρριψη της αγωγής, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει το νόμω βάσιμο της αγωγής και, αν το αγωγικό αίτημα δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, να την απορρίψει, έστω και χωρίς ειδικό και συγκεκριμένο λόγο εφέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιλήφθηκε της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως του εναγομένου ( αναιρεσιβλήτου ), με την οποία αυτός έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Το Εφετείο, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, έκρινε νόμω αβάσιμη και απέρριψε, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την αγωγή κατά το κύριο αίτημά της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, το ποσό των 51.313,85 ευρώ.

Η αυτεπάγγελτη αυτή εξέταση από το Εφετείο της νομικής βασιμότητας της αγωγής έγινε επιτρεπτώς κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού ο εναγόμενος εκκαλών διατύπωνε με την έφεσή του παράπονο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την κύρια βάση και το αίτημα της αγωγής χωρίς την υποβολή σχετικού λόγου εφέσεως, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγχρόνως επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι αβάσιμος.

Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 8-3-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), συνισταμένη στο ότι, ενώ στις 22-9-1998 συμφώνησαν να του εκμισθώσει ο εναγόμενος μία κατοικία 443 τ.μ. για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και με μηνιαίο μίσθωμα 400.000 δρχ.

και ο αναιρεσείων προκατέβαλε όλα τα μισθώματα, ο εναγόμενος τον έπεισε να υπογράψουν συμφωνητικό μισθώσεως μόνο για το πρώτο έτος της μίσθωσης με την απατηλή υπόσχεση ότι με την λήξη του πρώτου έτους θα υπέγραφαν συμφωνητικό και για τα υπόλοιπα τρία χρόνια της μίσθωσης. Παρά ταύτα με τη λήξη του πρώτου έτους της μίσθωσης ο εναγόμενος αρνήθηκε την υπογραφή νέου μισθωτηρίου και αξίωσε αύξηση του μισθώματος κατά 200.000 δρχ., δηλώνοντας στον αναιρεσείοντα ότι αν δεν συναινέσει στην αύξηση του μισθώματος θα αρνηθεί ότι έχει λάβει άλλα μισθώματα και θα επιδιώξει την έξωσή του από το μίσθιο, λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν είχε λάβει απόδειξη για την προκαταβολή των μισθωμάτων που αντιστοιχούσαν στα τρία τελευταία έτη της μίσθωσης, τα οποία προκατέβαλε δια τραπεζικής επιταγής.

Ότι με τον τρόπο αυτόν ο αναιρεσείων αναγκάστηκε προκειμένου να παραμείνει στο μίσθιο καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης να καταβάλει για δεύτερη φορά τα μισθώματα των 400.000 δρχ. δια του ΤΠΔ, τα οποία εισέπραξε ο εναγόμενoς αχρεωστήτως και εναντίον των χρηστών ηθών. Ότι η άνω συμπεριφορά του εναγομένου είναι παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι αυτός αφενός του υποσχέθηκε απατηλά ότι θα υπογράψει νέο συμφωνητικό μισθώσεως και αφετέρου απέκρυψε ότι εισέπραξε την τραπεζική επιταγή που έλαβε για τα μισθώματα των τριών τελευταίων ετών της μίσθωσης και εισέπραξε έτσι για δεύτερη φορά τα μισθώματα με πρόθεση να τον ζημιώσει.

Ότι με την από 11-5-2001 αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε την κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού απόδοση των μισθωμάτων που κατέβαλε αχρεωστήτως, πλην η αγωγή του αυτή απορρίφθηκε αμετάκλητα και το ποσό που αυτός είχε εισπράξει με την τελεσίδικη απόφαση αναγκάστηκε να το αποδώσει σε εκτέλεση της 1304/2005 διαταγής πληρωμής, η οποία επιδίκασε σε βάρος του το ποσό των 31.313,85 ευρώ, ήτοι 22.303, 74 ευρώ που αντιστοιχούσε στα μισθώματα και 11.313, 85 ευρώ για τόκους και δικαστικά έξοδα.

Ζήτησε δε ο ενάγων-αναιρεσείων να υποχρεωθεί ο εναγόμενος κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών να του καταβάλει το ποσό των 51.313,85 ευρώ, ήτοι το ποσό των 31.313,85 ευρώ που κατέβαλε σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής και 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, άλλως και επικουρικά το ποσό των 42.303,74 ευρώ, ήτοι ποσό 22.303,74 ευρώ που αντιστοιχεί στα μισθώματα και 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη, με τον νόμιμο τόκο το μεν ποσό των 22.303,74 ευρώ από της εξώδικης όχλησης στις 7-11-2000, άλλως από της ασκήσεως στις 14-5-2001 της προγενέστερης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγής του, το δε ποσό της ηθικής βλάβης από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής.

Από το άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων την βάση της αγωγής του για αποζημίωση λόγω συμπεριφοράς του εναγομένου αντίθετης προς τα χρηστά ήθη (919 Α.Κ.) θεμελιώνει στην αθέμιτη απόκρυψη από τον εναγόμενο της είσπραξης του ποσού της επιταγής και στην εν γνώσει του είσπραξη για δεύτερη φορά των μισθωμάτων, για τον οποίο λόγο και ζητεί νόμιμους τόκους από της οχλήσεως στις 7-11-2000 και όχι και στην είσπραξη στις 4-3-2005 του ποσού που επιδικάσθηκε με τη διαταγή πληρωμής, περιστατικό το οποίο, άλλωστε, δεν υποδηλώνει συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αφού η αμετάκλητη εξαφάνιση της αποφάσεως, σε εκτέλεση της οποίας ο εναγόμενος απέδωσε τα εισπραχθέντα μισθώματα, παρείχε σ' αυτόν νόμιμη αξίωση για αναζήτησή του κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό δε των τόκων, δικαστικών εξόδων κ.λ.π., που επιδικάσθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος με τη διαταγή πληρωμής δεν συνδέεται αιτιωδώς με εκτιθέμενη στην αγωγή παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά του εναγομένου, ούτε με την απατηλή υπόσχεσή του ότι θα καταρτισθεί νέο μισθωτήριο, αλλά με τη θεμιτή επιδίωξη του εναγομένου να αναζητήσει τα χρήματα που κατέβαλε για αιτία που έληξε.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, παρότι εκτίμησε ότι η κατά την αγωγή αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου στηρίζεται και στην επιδίωξη είσπραξης του επιδικασθέντος σε βάρος του εναγομένου με τη διαταγή πληρωμής ποσού των 51.313,85 ευρώ, έκρινε κατά τούτο την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και την απέρριψε, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 919 Α.Κ.

και ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 277 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του την παραγραφή που δεν έχει προταθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 938 Α.Κ. όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί. Από τις ανωτέρω δύο πρώτες διατάξεις προκύπτει ότι ο περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου, η οποία για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ.

πρέπει να αναφέρει τον χρόνο κατά τον οποίο ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση και τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ο χρόνος έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής. Το δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μετά από εκτίμηση των αποδείξεων μεταγενέστερο χρόνο έναρξης της παραγραφής, όχι και το αντίστροφο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου προκύπτει ότι ο τελευταίος προέβαλε στον πρώτο βαθμό την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ισχυριζόμενος ότι από τότε που κατά την αγωγή έγινε από τον ενάγοντα η πρώτη κατάθεση μισθώματος στο ΤΠΔΑ και επήλθε η πρώτη ζημία του, την 5-11-1999, και ο ενάγων γνώριζε έκτοτε τη ζημία του και τον υπόχρεο προς αποζημίωση και μέχρι την άσκηση της αγωγής την 17-3-2005 είχε παρέλθει πενταετία, την ένσταση δε αυτή επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Η ένσταση αυτή, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό της, ήταν κατά πάντα ορισμένη και το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 19) ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416 και 251 Α.Κ.

δέχθηκε ότι η ένδικη εξ αδικοπραξίας απαίτηση του αναιρεσείοντος υπέκυψε σε παραγραφή, ενώ με βάση τις παραδοχές του ότι ο εναγόμενος στις 13-3-2003 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 29.868 ευρώ σε εκτέλεση της 3845/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της προγενέστερης εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγής του αναιρεσείοντος και ότι στη συνέχεια ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο στις 4-3-2005 το ποσό των 31.313,85 ευρώ σε εκτέλεση της 1304/2005 διαταγής πληρωμής, έπρεπε να δεχθεί ότι δια της καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού αποσβέστηκε η εξ αδικοπραξίας αξίωσή του και γεννήθηκε νέα από της καταβολής εκ μέρους του στον εναγόμενο στις 4-3-2005 του ποσού των 31.313,85 ευρώ, η οποία δεν έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., ισχυρισμό που αν και νομίμως προέβαλε δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, άλλως τον απέρριψε σιωπηρά με ανεπαρκή αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής από το Εφετείο των περί παραγραφής της αξίωσης διατάξεων του Α.Κ. κρίνεται με βάση τις ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του ως προς τα περιστατικά που συνθέτουν την αδικοπραξία κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και όχι με βάση επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά που δεν κρίθηκε ως τέτοια (νόμιμη) από το Εφετείο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το εφετείο έκρινε ότι η επιδίωξη από τον εναγόμενο να εισπράξει από τον ενάγοντα το χρηματικό ποσό που υποχρεώθηκε να του καταβάλει σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης που εξαφανίστηκε αμετάκλητα δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη , για την οποία κρίση προσήκει και ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος, ο οποίος κρίθηκε αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 260 του Α.Κ. η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Αναγνώριση της αξίωσης αποτελεί κάθε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο οφειλέτης, έχοντας πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η άσκηση της σχετικής αγωγής.

Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί και η μερική καταβολή με σκοπό εξόφλησης της ένδικης αξίωσης του αξιουμένου με την αγωγή χρηματικού ποσού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταβολή από τον εναγόμενο του ποσού των 29.868 ευρώ που έγινε σε εκτέλεση της τελεσίδικης 3845/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν αποτελεί αναγνώριση της ένδικης αξίωσης από αδικοπραξία και δεν επέφερε διακοπή της παραγραφής της, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την από το άρθρο 260 Α.Κ.

αντένσταση του ενάγοντος. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 260 Α.Κ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3586/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ