Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence and facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding paternity. The heirs argued the lower court ignored specific medical reports and made an error in evaluating evidence, but the court found these claims baseless. The court ruled that the appellate court had explicitly considered all submitted evidence, including the disputed expert opinions, and thus the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 11; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appealed decision explicitly states that all evidence was taken into account, and such a general reference suffices without requiring a specific evaluation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1239 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1239/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καθ' ων η κλήση- αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ... και 5. Χ5, κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Χ. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευαγγελία Ποδηματά και Βασίλειο Παπαδήμα,
Της καλούσας-αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, Ω, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κιοσσέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9122/1996, 32084/1996, 19621/2002 και 20591/2003 προδικαστικές, 20359/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2312/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικός- αναιρεσείων με την από 10-9-2005 αίτησή του. Κατόπιν βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 18-8-2006 κλήση της καλούσας-αναιρεσιβλήτου και τους από 11-9-2006 πρόσθετους λόγους- αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση των καθών η κλήση.
Εκδόθηκε η 78/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 25/9/2008 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-4-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο, Δημητρίου Λοβέρδου, και την από 13-9-2007 έκθεσή της επί των προσθέτων λόγων, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Οι πληρεξούσιοι των καθών η κλήση ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-καλούσας την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 25-9-2008 κλήση της αναιρεσίβλητης μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 78/2008 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως. 'Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας μετά τη διακοπή της δίκης, που επήλθε μετά το θάνατο του αναιρεσείοντος Χ η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 18-8-2006 κλήση της αναιρεσίβλητης, που στρεφόταν κατά των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) ΑΑ, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου κατά την δικάσιμο της 24-9-2007 γνωστοποιήθηκε ο θάνατος της πέμπτης των καθ'ών η κλήση ΑΑ, που προκύπτει και από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της της Ληξιάρχου του Δήμου ... . Επακολούθησε η έκδοση της προαναφερθείσας (78/2008) απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, προκειμένου στη θέση της θανούσας (αναγκαίας ομοδίκου των λοιπών) να υπεισέλθουν και συνεχίσουν τη δίκη οι κληρονόμοι της κλητευόμενοι νομίμως. 'Ηδη, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα επικυρωμένα αντίγραφα των υπ'αριθμ. 1075/6-6-2008, 1077/6-6-2008 και 1078/6-6-2008 πρακτικών δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της υπ'αριθμ. 18897/6-6-2008 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, η θανούσα ΑΑ, με τις από 10-9-1999, 21-3-2006 και 10-3-2007 ιδιόγραφες διαθήκες της, που δημιοσιεύθηκαν και κηρύχθηκαν κύριες, εγκατέστησε κληρονόμους της τους Χ2, Χ3, Χ1 (τρεις πρώτοι των καθ'ών η κλήση) και την Χ5 (πέμπτη των καθ'ών), οι οποίοι, όπως δηλώνουν αποδέχθησαν την κληρονομία της θανούσης και παρέστησαν και με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων αυτής κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εκ του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία και συνεζητήθη η υπόθεση.
Κατά το άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, "οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.3 και 571 του ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζήτησης και τη σύνταξη της έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, νοείται αυτή που ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ και όχι η μεταγενέστερη, που θα ορισθεί μετ'αναβολή ή ματαίωση της αρχικώς ορισθείσης (Ολ.ΑΠ 123/1972).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 152 παρ.1 ΚΠολΔ "αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση". Κατά το επόμενο δε άρθρο 153 ιδίου Κώδικα "Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου".
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 286 περ.α', 287 και 289 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θάνατος του διαδίκου επιφέρει τη διακοπή της δίκης, αφότου γνωστοποιηθεί στον αντίδικο, έκτοτε δε απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε διαδικαστική πράξη που επιχειρείται από τον αντίδικο εκείνου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ενώ αντίθετα δεν πάσχουν καμία ακυρότητα οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται από τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή και ο οποίος ωφελείται από αυτές.
Συνάγεται εντεύθεν ότι, αναφορικά με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ο θάνατος του αναιρεσείοντος συνιστά ανωτέρα βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, μόνο για εκείνες τις διαδικαστικές πράξεις, οι οποίες, εκ λόγων νομικών ή πραγματικών, είναι αδύνατο να διενεργηθούν. 'Ετσι, στην περίπτωση που η επαγωγή της κληρονομίας του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος έγινε με διαθήκη και η δημοσίευση αυτής έγινε σε χρόνο που δεν επιτρέπει στους κληρονόμους την εμπρόθεσμη άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, μπορούν οι τελευταίοι, επικαλούμενοι πραγματική αδυναμία, να ζητήσουν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Η σχετική δε αίτηση και οι περιεχόμενοι σ'αυτή πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να ασκηθούν μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομίας, αφού έκτοτε εκλείπει η αδυναμία των κληρονόμων να ασκήσουν πρόσθετους λόγους. Δεν είναι δε δυνατή η άσκηση των πρόσθετων λόγων πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας ακόμη και με επιφύλαξη της μελλοντικής αποποίησης της κληρονομίας, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με εξάρτηση της διαδικαστικής αυτής πράξης (άσκησης πρόσθετων λόγων) από εξωδιαδικαστική αίρεση, πράγμα ασυμβίβαστο προς την δικαιϊκή ασφάλεια, την οποία απαιτεί η διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ άσκησε την από 10-9-2005 αίτηση για αναίρεση της 2312/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ως ημέρα συζητήσεως ορίσθηκε η 10-5-2006, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού (αναιρεσείοντος) με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο γνωστοποίησε τον θάνατο του τελευταίου με συνέπεια τη διακοπή της δίκης. 'Ηδη, οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του αναιρεσείοντος με την από 11-9-2006 αίτηση, επικαλούμενοι ανωτέρα βία, συνιστάμενη στον θάνατο του αναιρεσείοντος την 12-12-2005 και την δημοσίευση της διαθήκης του την 14-4-2006, ήτοι σε χρόνο που δεν τους επέτρεπε την εμπρόθεσμη άσκηση προσθέτων λόγων μέχρι την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 10-5-2005, ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ώστε να θεωρηθούν οι περιεχόμενοι στην αίτηση αυτή πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν μετά την αρχική δικάσιμο της 10-5-2006, (και πριν από την ορισθείσα για την 29-9-2007 νέα δικάσιμο) ως εμπροθέσμως ασκηθέντες.
Η αίτηση αυτή, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου γραμματέως, κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 25-9-2006, και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., την 27-9-2006. Από τα επικαλούμενα δε και προσκομιζόμενα έγγραφα και δη την υπ'αριθμ. ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..., την από 10-10-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος και την υπ'αριθ. 13770/14-4-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία η διαθήκη αυτή, αποδεικνύονται, αλλά και δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη, ο θάνατος του αναιρεσείοντος την 12-12-2005, η δημοσίευση της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης του την 14-4-2006 και η ιδιότητα των αιτούντων την επαναφορά ως εκ διαθήκης κληρονόμων αυτού.
Επομένως, εφ'όσον η τετράμηνη προθεσμία για αποποίηση της κληρονομίας του αποβιώσαντος (αναιρεσείοντος) συμπληρώθηκε την 14-8-2006, η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε εμπροθέσμως, δηλαδή μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών από την εκπνοή της τετράμηνης προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομίας, αφού η προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών, μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος από 14 έως 31-8-2006, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ.7 ΚΠολΔ, κατά την οποία το διάστημα αυτό "δεν υπολογίζεται" μεταξύ άλλων και για την προθεσμία του άρθρου 155 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκε την 30-9-2006.
Συνακόλουθα, αφού η κρινομένη αίτηση επαναφοράς είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα στοιχεία η επικαλούμενη από τους αιτούντες (κληρονόμους του αναιρεσείοντος) ανώτερη βία, δηλαδή ο θάνατος του αναιρεσείοντος, που για λόγους νομικούς και πραγματικούς εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη η αίτηση αυτή και θεωρηθεί ότι οι περιεχόμενοι σ'αυτήν πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.2, 566 παρ.1, 557 αριθ.3 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των άλλων στοιχείων, να αναφέρονται με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτού, με βάση τις οποίες κατέληξε στην παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, ένστασης, κλπ, ως κατ'ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης.
Δεν αρκεί δε για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, που φέρεται ως αποτέλεσμα ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, διότι μόνο ενόψει των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ.27/1998, ΑΠ Ολομ. 57/1990).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ απορρέοντα μοναδικό λόγο του κύριου αναιρετηρίου αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά την εκδίκαση της από 4-5-1995 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο την αναγνώριση της πατρότητας της ανήλικης κόρης της, παραβίασε με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1482 ΑΚ, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος, περί υπάρξεως σοβαρών αμφιβολιών για την πατρότητά του, ως εκ της απόλυτης ανικανότητάς του προς τεκνοποιΐα και των σαρκικών σχέσεων της αντιδίκου του και με άλλους άνδρες.
Δεν αναφέρονται όμως στο αναιρετήριο με πληρότητα οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του εφετείου, παρά μόνο αποσπασματικά και με την παράθεση του αποδεικτικού συμπεράσματος που φέρεται ως αποτέλεσμα υπαγωγικού σφάλματος. Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανωτέρω αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της, που γεννήθηκε χωρίς γάμο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Την 5-11-1991, η ενάγουσα, (και ήδη αναιρεσίβλητη) που ήταν άγαμη, έτεκε ένα θήλυ τέκνο, στο οποίο έδωσε, νομίμως το όνομα Ω. Η σύλληψη του τέκνου αυτού τοποθετείται μέσα στο χρονικό διάστημα από 5-1-1991 μέχρι 5-5-1991 (δηλαδή, κατά προσέγγιση, ανάμεσα στην τριακοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη ΑΚ 1468).
Η ενάγουσα, που αποδίδει την πατρότητα του τέκνου της στον εναγόμενο, είχε συνάψει με αυτόν ερωτικό δεσμό κατά το έτος 1982, όταν είχε ηλικία περίπου 23 ετών. Ο εναγόμενος, που τότε είχε ηλικία περίπου 44 ετών και ήταν έγγαμος σε δεύτερο γάμο με την Χ1, αποδέχεται την σύναψη του δεσμού αυτού και τη διατήρηση ολοκληρωμένων σαρκικών σχέσεων με την ενάγουσα.
Ισχυρίζεται, όμως, ότι προϊόντος του χρόνου η σχέση τους είχε ατονήσει, με αποτέλεσμα από το τέλος του έτους 1990 να μην έχουν καμία επαφή μεταξύ τους. Οι μάρτυρες της ενάγουσας, όμως, από τις οποίες η ΒΒ διατηρούσε γαλακτοπωλείο στην οικοδομή, όπου βρίσκεται η κατοικία της ενάγουσας και η ΓΓ είναι πολλών ετών στενή, προσωπική της φίλη, βεβαίωσαν ότι ο ερωτικός δεσμός των διαδίκων συνεχιζόταν κατά το πρώτο πεντάμηνο του έτους 1991 και, μάλιστα ότι διατηρήθηκε μετά τη γέννηση του τέκνου, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Η διαβεβαίωση αυτή δεν στηρίζεται μόνο στις διηγήσεις της ενάγουσας (όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο εναγόμενος), αλλά και σε συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία υπέπεσαν στην προσωπική αντίληψη των μαρτύρων ή τρίτων προσώπων που πληροφόρησαν τις μάρτυρες, όπως α) το ότι ο εναγόμενος επισκεπτόταν το σπίτι της ενάγουσας πολλές φορές την εβδομάδα και έμενε σ'αυτό για αρκετές ώρες κάθε φορά, β) το ότι, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της ενάγουσας, ο εναγόμενος φρόντιζε για την περίθαλψή της, γ) το ότι, αμέσως μετά τον τοκετό, που ήταν πρόωρος, με καισαρική τομή, λόγω πιθανής εκλαμψίας, ο εναγόμενος έστειλε στο νοσοκομείο λουλούδια και κόσμημα για την ενάγουσα, με χειρόγραφη επιστολή, στην οποία επικαλείται "ευνόητους λόγους" για τη μη αυτοπρόσωπη παρουσία του (διότι είναι έγγαμος και ευυπόληπτος επιχειρηματίας) και εύχεται να πάνε όλα καλά, δ) το ότι, κατά το έτος 1992, οι διάδικοι πήγαν μαζί με το παιδί ταξίδι στην ... (όπου συναντήθηκαν, στο ίδιο ξενοδοχείο, με το σύζυγο της μάρτυρα) και ε) το ότι, όταν το παιδί άρχισε να μεγαλώνει, αποκαλούσε τον εναγόμενο μπαμπά και αυτός συμπεριφερόταν με πατρική στοργή προς αυτό.
Και πέραν αυτών, η μάρτυρας ΔΔ, που ως φίλη και δικηγόρος της ενάγουσας πριν από την άσκηση της αγωγής είχε τηλεφωνικές επαφές με τον εναγόμενο για οικονομικά ζητήματα, βεβαίωσε ότι αυτός είχε αποδεχθεί την πατρότητά του, ότι πλήρωνε ποσό 300.000 δραχμών μηνιαίως για τη διατροφή της ενάγουσας και του παιδιού και ότι είχε χρηματοδοτήσει την αγορά ενός καταστήματος, του οποίου η ψιλή κυριότητα περιήλθε στο παιδί και η επικαρπία στην ενάγουσα, προς εξασφάλισή τους.
Τα περιστατικά αυτά, που δεν διαψεύδονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του εναγομένου περί διακοπής των σχέσεων με την ενάγουσα πριν από το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του παιδιού. Κατά συνέπεια, αφού είναι αληθές το ότι κατά το εν λόγω διάστημα οι διάδικοι διατηρούσαν τον ερωτικό δεσμό τους, πληρούται το πραγματικό τεκμήριο που καταστρώνεται στην ΑΚ 1481 εδ.α'.
Περαιτέρω το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος για την ανατροπή του ως άνω τεκμηρίου α) ότι η ενάγουσα, παράλληλα προς αυτόν και μετά από αυτόν, διατηρούσε σαρκικές σχέσεις με διάφορους άνδρες (από τους οποίους δεν υπέδειξε κανένα με συγκεκριμένο τρόπο) και β) ότι αυτός (εναγόμενος) είχε πρόβλημα υπογονιμότητας εξ αιτίας του οποίου δεν ήταν δυνατό να τεκνοποιήσει, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι μάρτυρες του εναγομένου δεν γνώριζαν καθόλου την ενάγουσα και δεν είχαν τίποτε να πούν για τις (δήθεν) παράλληλες ή διαδοχικές ερωτικές της σχέσεις. Αντιθέτως, οι μάρτυρες της ενάγουσας βεβαίωσαν ότι αυτή ήταν ερωτευμένη με τον εναγόμενο και αφοσιωμένη αποκλειστικά σ'αυτόν. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού του εναγομένου, με τον οποίο αυτός προσπάθησε να θεμελιώσει την ένσταση των αμφιβολιών (ΑΚ 1482) ελέγχεται ως ουσιαστικώς αβάσιμο.
Επίσης, (συνεχίζει το Εφετείο)αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, πριν γνωρίσει την ενάγουσα, είχε τελέσει δύο γάμους, ο δεύτερος από τους οποίους εξακολουθεί να υφίσταται και κατά τη διάρκεια των οποίων δεν απέκτησε τέκνο. Κατά την ιατρική διευρεύνηση του ζητήματος αυτού, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος έχει, πράγματι, κάποια αδυναμία στο σπέρμα του (ολιγοσπερμία και ασθενοσπερμία, συνδυασμένη με αντισπερμικά αντισώματα) εξ αιτίας της οποίας οι πιθανότητες τεκνοποιΐας με φυσιολογικό τρόπο υπολογίζονται γι'αυτόν, σύμφωνα με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα, σε ποσοστό 23% (βλ.
την από 19-3-2002 γνωμάτευση, που επικαλείται ο ίδιος). Το ποσοστό αυτό θεωρείται από τους επιστήμονες πολύ μικρό και καθιστά στατιστικώς απίθανη την τεκνοποίηση με φυσιολογικό τρόπο. Από το όλο ιστορικό της υπόθεσης, όμως, επιβεβαιώνεται το ότι η ανθρώπινη αναπαραγωγή είναι μία πολύπλοκη και θαυμαστή λειτουργία, στην οποία δεν είναι δυνατό να ρυθμίζονται τα πάντα με ακρίβεια, που στηρίζεται σε μαθηματικούς υπολογισμούς και ποσοστά.
Και αυτό που η πάθηση του εναγομένου στέρησε από τον ίδιο και τις δύο συζύγους του, κατά τη διάρκεια των γάμων που είχε τελέσει νομίμως, το "θαύμα της φύσεως" το χάρισε, παραδόξως, (με αξιοποίηση του ποσοστού γονιμότητας 23%) στο πλαίσιο του εκτός γάμου δεσμού του με την ενάγουσα. Η δικανική κρίση, βέβαια δεν στηρίζεται στα "θαύματα της φύσεως", αλλά στα αποδεικτικά δεδομένα.
Τα προαναφερθέντα ενισχύονται από το πόρισμα του διενεργηθέντος ελέγχου ιστοσυμβατότητας επί των διαδίκων και του εκτός γάμου τέκνου της ενάγουσας (στο πλαίσιο της αρχικώς διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης), σύμφωνα με το οποίο "δεν αποκλείεται" η πατρότητα του εναγομένου επί του εν λόγω τέκνου. Κατά τη σχετική εξέταση, που διενεργήθηκε σε κρατικό εργαστήριο για τον προσδιορισμό των HLA-A, B, C, DR KAI DQ αντιγόνων, διαπιστώθηκε ότι τα αντιγόνα A2, B44, CW2 DRB1*0101-2, DQB1*0501-4 και DQA1*0101, που υπάρχουν στο παιδί, υπάρχουν και στον υποτιθέμενο πατέρα (βλ.
την από 28-8-1997 γνωμοδότηση του ...). Και επειδή η γνωμοδότηση αυτή, μετά τις επιφυλάξεις του εναγομένου και των τεχνικών του συμβούλων, δεν έπεισε, κατ'αρχήν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητήθηκε η ενίσχυση της αξιοπιστίας της, με νέα πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με νεότερη επιστημονική μέθοδο. 'Ετσι, λοιπόν, η πατρότητα του εναγομένου επιβεβαιώθηκε σε ποσοστό 99,9% μετά την εξέταση του γενετικού υλικού των διαδίκων και του εκτός γάμου τέκνου της ενάγουσας, που επακολούθησε.
Κατά τη σχετική ανάλυση της σύστασης δεκατριών πολυμορφικών γενετικών δεικτών DNA, που διενεργήθηκε σε πανεπιστημιακό εργαστήριο με την τεχνική της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης, διαπιστώθηκε ότι το παιδί έχει σε όλους τους εν λόγω δείκτες ένα τουλάχιστον κοινό αλληλόμορφο με τον υποτιθέμενο πατέρα και τη μητέρα του (βλ.
την από 24-10-2003 γνωμοδότηση του ...). Τα πορίσματα αυτά δεν ανατρέπονται από τις παρατηρήσεις των σχετικών συμβούλων του εναγομένου, οι οποίοι διατυπώνουν μόνο θεωρητικές παρατηρήσεις, χωρίς να διατυπώνουν ένα διαφορετικό, πρακτικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, και το δεύτερο σκέλος της ενστάσεως αμφιβολιών ελέγχεται ως αβάσιμο.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4-5-1995 αγωγή της αναιρεσίβλητης, περί αναγνωρίσεως του πρώτου ως φυσικού πατέρα του ως άνω τέκνου της τελευταίας. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις διατάξεις των άρθρων 1481 και 1482 του ΑΚ.
Ειδικότερα, η παραδοχή του, ότι οι πιθανότητες του αναιρεσείοντος να τεκνοποιήσει με φυσιολογικό τρόπο υπολογίζονται σύμφωνα με τα διεθνή βιβιολογραφικά δεδομένα σε ποσοστό 23%, δεν είναι αντιφατική, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία προς την εν συνεχεία σκέψη του, ότι το ποσοστό αυτό θεωρείται από τους επιστήμονες πολύ μικρό και καθιστά στατιστικώς απίθανη την τεκνοποίηση με φυσιολογικό τρόπο, αφού περαιτέρω δέχεται κατά λέξη ότι "αυτό που η πάθηση του εναγομένου στέρησε από τον ίδιο και τις δύο συζύγους του, κατά τη διάρκεια των γάμων που είχε τελέσει νομίμως, το "θαύμα της φύσεως" το χάρισε, παραδόξως, με αξιοποίηση του ποσοστού της γονιμότητας 23%, στο πλαίσιο του εκτός γάμου δεσμού του με την ενάγουσα.
Η δικανική κρίση βέβαια, δεν στηρίζεται στα "θαύματα της φύσεως", αλλά στα αποδεικτικά δεδομένα". Επίσης η αναφορά στο πόρισμα του διενεργηθέντος ελέγχου ιστοσυμβατότητας επί των διαδίκων και του εκτός γάμου τέκνου της ενάγουσας, σύμφωνα με το οποίο "δεν αποκλείεται" η πατρότητα του εναγομένου επί του τέκνου αυτού, δεν αποτελεί "ενδοιαστική" παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά έγινε (όπως σημειώνεται και στην εν λόγω απόφαση) προς ενίσχυση του αποδεικτικού της πορίσματος, ότι η σύλληψη του εκτός γάμου τέκνου έγινε με την αξιοποίηση του ποσοστού 23% της γονιμότητας του εναγόμενου.
Ούτε άλλωστε στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλειστικά και μόνο στη διαταχθείσα από το δικαστήριο ουσίας νέα πραγματογνωμοσύνη, με την οποία επιβεβαιώθηκε, μετά από εξέταση του γενετικού υλικού των διαδίκων και του τέκνου της ενάγουσας, η πατρότητα του εναγομένου κατά ποσοστό 99,97%, αλλ' ούτε και ήταν αναγκαίο να γίνει αναφορά σε πληθυσμιακά στοιχεία σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισης των γενετικών αποτυπωμάτων στους διάφορους πληθυσμούς που βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος του προσθέτου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως της άνω αιτιάσεως, πλήττει τη μη δεκτικού αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το αποδεικτικό έγγραφο σε σφάλμα αναγνώσεώς του. όταν δηλαδή σ'αυτό αποδίδει περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει ή όταν παραλείπει κρίσιμο τμήμα του περιεχομένου του εγγράφου και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο κατ'αυτόν τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακόλουθων δύο αποδεικτικών εγγράφων: Α) Της από 19-3-2002 γνωμάτευσης του Ιατρού ..., που συνετάγη μετά από εξέταση γενετικού υλικού του εναγομένου.
Διότι, ενώ στη γνωμάτευση αυτή αναγράφεται ότι "οι παράμετροι του σπερματοδιαγράμματος είναι σαφώς σε παθολογικά επίπεδα. Ειδικότερα η ποσότητα του σπέρματος είναι πολύ χαμηλή, η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, ιδιαίτερα η προωθητική ζωηρή κινητικότητα, είναι πολύ μειωμένη στους 3 χρόνους που εκτιμήθηκε και η μορφολογία των σπερματοζωαρίων είναι εμφανώς σε παθολογικά επίπεδα.
Τέλος ο ολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων στην εκσπερμάτωση είναι προφανώς παθολογικός, όπως και ο ολικός αριθμός κινητών σπερματοζωαρίων που είναι πολύ χαμηλός. Η συνεκτίμηση αυτών των παθολογικών παραμέτρων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι πιθανότητες γονιμότητας του συγκεκριμένου δείγματος είναι σχεδόν μηδαμινές (θεωρείται αδύνατη η σύλληψη δια της φυσικής επαφής).
Σημειώνεται ότι τέτοιας ποιότητας σπερματοδιαγράμματα οδηγούν στην επιλογή μεθόδων της εξωσωματικής γονιμοποίησης, ιδιαίτερα δε της ενδοωαριακής μικρογονιμοποίησης. Η πιθανότητα σύλληψης 23-25% με βάση βιβλιογραφικά δεδομένα διεθνή και ελληνικά", το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσοστό 23-25% που αναγράφεται στην γνωμάτευση αυτή αναφέρεται στις πιθανότητες τεκνοποιΐας του εναγομένου με φυσιολογικό τρόπο, και ότι κατ'αξιοποίηση του ποσοστού (23%) αυτού γεννήθηκε το τέκνο της ενάγουσας και Β) Της από 16-2-2004 γνωμάτευσης του ιατρού και τεχνικού συμβούλου του εναγομένου ..., διότι το Εφετείο αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα στοιχεία αυτής και ειδικότερα 1) το σημείο εκείνο που αναφέρεται στη συχνότητα των χρησιμοποιηθέντων δεικτών και του γενετικού αποτυπώματος όχι μόνο στους 'Ελληνες, αλλά στη λευκή φυλή εν γένει και 2) το πόρισμα αυτής ότι το μόνο επιστημονικώς αληθές πόρισμα, της συγκεκριμένης εξέτασης μπορεί να είναι αποκλειστικώς αρνητικό, ότι δηλαδή δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο πατρότητας και όχι θετικό.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι στο Εφετείο δεν προσάπτεται συναφώς διαγνωστικό λάθος, αλλά απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων, και, σε κάθε περίπτωση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων, των από 28-8-1997 και 24-10-2003 γνωμοδοτήσεων των διορισθέντων από το Δικαστήριο ουσίας πραγματογνωμόνων ..., ιατρού ανοσολόγου και ..., βιολόγου γενετιστή και των λοιπών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και εκείνα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, και τα οποία δεν εξαίρονται ιδιαιτέρως, ενώ εξάλλου δεν στηρίχθηκε σ'αυτά αποκλειστικώς ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του Εφετείου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Κατά το άρθρο 11 εδ.γ' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθ11 γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του ο εναγόμενος, ήτοι την προαναφερθείσα από 16-2-2004 γνωμάτευση του Ιατρού ..., τεχνικού συμβούλου του εναγομένου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως και με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη από 16-2-2004 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου ..., καθώς και από όλο το περιεχόμενο της ίδιας απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω έκθεση (γνωμάτευση).
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος, που, υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2005 αίτηση του Χ και τους από 11-9-2006 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθ. 2312/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ