Legislator Case Law & Legislation
1239/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of procedural error regarding evidence evaluation and scope of claim.

Case Number 1239/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a shared courtyard dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and exceeded the scope of the original claim, but the court found the appellate court had properly evaluated all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(9), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged failure to consider evidence or exceeding the claim's scope is inadmissible if the appellate court demonstrates a comprehensive evaluation of all submitted documents and a reasoned rejection of the contested arguments.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure scope of claim evaluation of evidence procedural error legal costs appellate review shared property

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1239 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1239/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαμψών.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Οκτωβρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5536/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Απριλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας επεδίκασε στον διάδικο κάτι που δεν ζήτησε ή που υπερβαίνει τα όρια του αιτήματός του. Επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος υπάρχει και όταν, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ έμμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως, το δικαστήριο απείλησε κατά του οφειλέτη χρηματική ποινή μεγαλύτερου ποσού από εκείνο που ζήτησε ο δανειστής.

Επιδίκαση χωρίς αίτημα συνιστά και η εξαφάνιση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς τα κεφάλαια εκείνα που δεν έχουν προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση. Από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, τα εξής: Με την από 31-10-2000 αγωγή της η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη τη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος ύπαρξη σχέσεως οροφοκτησίας επί της αναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής και ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος κατέλαβε τον κοινόκτητο χώρο της αυλής εμποδίζοντας τη χρήση του από την ίδια, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της στη χρήση της κοινόκτητης αυλής, να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων (εναγόμενος) να αφαιρέσει το τοποθετηθέν από αυτόν κλειδί στη θύρα που οδηγεί στην αυλή, να επιτραπεί στην ίδια η αφαίρεσή του με δαπάνη του αναιρεσείοντος σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεώς του και να υποχρεωθεί αυτός να παραλείπει κάθε παρεμπόδισή της από τη χρήση της αυλής, με την απειλή χρηματικής ποινής 100.000 δραχμών για κάθε παράβαση της υποχρεώσεώς του.

Με την 5536/2001 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε τον κοινόκτητο χαρακτήρα της αυλής και κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα "να αποδώσει την ως άνω αυλή στην κοινή χρήση" και να παραλείπει να εμποδίζει τη χρήση της από την αναιρεσίβλητη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση ο αναιρεσείων και αντέφεση με τις προτάσεις η αναιρεσίβλητη, η οποία ζήτησε την εξαφάνιση της αποφάσεως κατά το μέρος που απέρριψε σιωπηρώς τα αιτήματα της αγωγής να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων σε αφαίρεση του κλειδιού, να επιτραπεί στην αναιρεσίβλητη η αφαίρεσή του με δαπάνη εκείνου σε περίπτωση αρνήσεώς του και να απειληθεί χρηματική ποινή 100.000 δραχμών (ήδη 293,47 ευρώ) κατά του αναιρεσείοντος για κάθε παράβαση της υποχρεώσεώς του προς παράλειψη της παρεμποδίσεως της αναιρεσίβλητης από τη χρήση της κοινόκτητης αυλής.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου αφού θεωρήθηκαν ως σιωπηρώς απορριφθέντα τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα, απορρίφθηκε η έφεση και έγινε δεκτή η αντέφεση, ακολούθως δε "για την ενότητα της εκτελέσεως" εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η αγωγή, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και, αφού επαναλήφθηκαν οι διατάξεις της εκκληθείσας αποφάσεως, έγιναν δεκτά και τα ως άνω αγωγικά αιτήματα, ενώ η απειληθείσα κατά του αναιρεσείοντος χρηματική ποινή ορίσθηκε σε 300 ευρώ.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η επιδίκαση των ειρημένων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης ευρίσκεται μέσα στα όρια των αντίστοιχων αιτημάτων αυτής, με εξαίρεση τη χρηματική ποινή, η οποία υπερβαίνει κατά 6,53 ευρώ το σχετικό αίτημα. Η μικρή όμως αυτή υπέρβαση, οφειλόμενη σε προφανή παραδρομή που εμφιλοχώρησε κατά τη σύνταξη της αποφάσεως σχετικώς με τη μετατροπή του ποσού των 100.00 δραχμών σε ευρώ, αποτελεί πλημμέλεια, η οποία είναι δεκτική διορθώσεως κατά τα άρθρα 315 επ.

ΚΠολΔ και δεν ιδρύει λογο αναιρέσεως (ΑΠ 1336/1991). Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια της υπερβάσεως του σχετικού αγωγικού αιτήματος κατά 6,53 ευρώ, είναι απαράδεκτος. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, για επιδίκαση αξιώσεων χωρίς αντίστοιχα αιτήματα της αναιρεσίβλητης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙ.Με τον δεύτερο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι, αν και στην ως άνω αγωγή έχουν σωρευθεί και αιτήματα περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας και της συννομής της αναιρεσίβλητης επί της κοινόκτητης αυλής και ως εκ τούτου αυτή υπαγόταν στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου και ήταν εγγραπτέα στα βιβλία διεκδικήσεων, εντούτοις το εφετείο, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς που ο αναιρεσείων προέβαλε με τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του, παρέλειψε να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο ή να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη.

Όμως, από όλο το περιεχόμενο της αγωγής και ιδίως από τα προαναφερθέντα αιτήματά της γίνεται φανερό ότι πρόκειται για διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων ιδιοκτητών ορόφων από τη σχέση της οροφοκτησίας και η οποία κατά το άρθρο 17 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να απαιτείται, για το παραδεκτό της αγωγής αυτής, η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, αφού δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 220 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά την αιτίαση περί μη εγγραφής της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων, είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση για υλική αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός, προβαλλόμενος κατ' εκτίμηση με βάση το άρθρο 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι σε αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η υλική αναρμοδιότητα μόνο του δευτεροβάθμιου και όχι του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 5/2003, 3/1991).

ΙΙΙ. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η άνω απόφαση του εφετείου για την παράλειψή της να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και για αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό και επανέφερε στην έκκλητη δίκη, με σχετικό λόγο της εφέσεώς του, τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, στην οποία, όπως ο ίδιος διατείνεται, δεν προσδιορίζονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που έχουν περιέλθει σ' αυτόν και την αναιρεσίβλητη, ούτε ο τόμος και ο αριθμός των βιβλίων στα οποία είναι μεταγεγραμμένη η συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιοπραξία, ούτε το συμβολαιογραφικό έγγραφο με το οποίο η επίδικη αυλή έχει ορισθεί ως κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος.

Υποστηρίζει ακόμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι για να είναι ορισμένη η σχετική με διαφορά οροφοκτητών αγωγή πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρεται, πλην άλλων, η μεταγραφή της συστατικής πράξεως της οροφοκτησίας, στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι δεν απαιτείται να μνημονεύεται στο δικόγραφο αυτό η μεταγραφή της άνω πράξεως.

Ωστόσο, στην αγωγή αναφέρεται ότι η εν λόγω οροφοκτησία συνεστήθη με το συνταχθέν από τον συμβολαιογράφο Νίκαιας Βασίλειο Πέππα ... συμβόλαιο που έχει μεταγραφεί στον τόμο 633 και με αριθμό 31 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου ..., καθώς και ότι η μεν αναιρεσίβλητη είναι κυρία των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ορόφων της οικοδομής, με ποσοστό 80% αναγκαίας συγκυριότητας επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών, ο δε αναιρεσείων είναι κύριος του ισογείου ορόφου, με ποσοστό 20% αναγκαίας συγκυριότητας επί των ίδιων μερών.

Μόνη η συστατική αυτή πράξη της οροφοκτησίας αρκούσε για να καταστήσει την επίδικη αυλή κοινόκτητη και κοινόχρηστη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ, χωρίς να ήταν αναγκαίο να ορισθεί ειδικώς τούτο στο σχετικό με την εν λόγω πράξη συνταχθέν ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Ως προς την αποδιδόμενη αντίφαση, αυτή εντοπίζεται στην πρώτη (μείζονα) και όχι στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και έτσι δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του απαράδεκτος.

IV.Με τον τέταρτο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 9 και 14 Κ.Πολ.Δ, λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια της επιδικάσεως μη αιτηθέντος και της παραλείψεως να κηρύξει απαράδεκτο το περί αφαιρέσεως του κλειδιού από τη θύρα της κοινόκτητης αυτής αίτημα, το οποίο έχει διατυπωθεί με χειρόγραφη προσθήκη μεταξύ δύο μηχανογραφημένων στίχων του αγωγικού δικογράφου. Η διατύπωση όμως του εν λόγω αιτήματος με τον άνω τρόπο δεν επηρεάζει κατά το νόμο τη νομική υπόσταση και το κύρος του, αλλ' ούτε και την αποδεικτική ως προς αυτό ισχύ του αγωγικού δικογράφου, δεδομένου άλλωστε ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί ότι η προσθήκη έχει τεθεί από τον συντάκτη του δικογράφου τούτου. Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, ενώ, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, είναι προεχόντως αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται πρόταση του εν λόγω απαραδέκτου στο εφετείο (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

V.Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, αν και με τις προτάσεις του στην πρωτοβάθμια δίκη και με την έφεσή του είχε αρνηθεί την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, εντούτοις το εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό περί μεταγραφής του προαναφερθέντος συμβολαίου ως πράξεως συστάσεως οροφοκτησίας χωρίς να διαλαμβάνει στην απόφασή του από ποιο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει η παραδοχή αυτή και ότι έτσι, για το ουσιώδες αυτό ζήτημα, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και επιπλέον η απόφασή του στερείται αιτιολογίας, άλλως έχει ανεπαρκή αιτιολογία.

Όμως, η παραδοχή του εφετείου, ότι το άνω συμβόλαιο έχει μεταγραφεί, συνιστά πραγματική διαπίστωση, δηλαδή οντολογική κρίση, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ως προς το ότι στο ειρημένο συμβόλαιο εμπεριέχεται και δικαιοπραξία ιδρυτική οροφοκτησίας, η κρίση του εφετείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διαμορφώθηκε από την εκτίμηση του περιεχομένου του ίδιου αυτού συμβολαίου, το οποίο ρητώς μνημονεύεται στην εν λόγω απόφαση.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι περιγράφονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της κρίσιμης οροφοκτησίας κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 117 ΑΚ. Ειδικότερα αναφέρεται ότι, αφενός μεν με τα ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Πέππα η μητέρα της αναιρεσίβλητης ...

μεταβίβασε λόγω προίκας στην αναιρεσίβλητη και τον σύζυγό της ..., κατά ψιλή κυριότητα και κατ' επικαρπία αντιστοίχως, τον πρώτο τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο όροφο της αναφερόμενης στα συμβόλαια αυτά πολυώροφης οικοδομής, αφετέρου δε με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Νικολάου Παραρά η ίδια μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον αναιρεσείοντα υιό της την ψιλή κυριότητα του ισογείου ορόφου της οικοδομής αυτής παρακρατώντας εφόρου ζωής την επικαρπία, η οποία, μετά τον επισυμβάντα στις 26-11-1995 θάνατο της επικαρπώτριας, ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, καθώς και ότι με τα προμνημονευθέντα ...και ...

συμβόλαια ορίσθηκαν οι μερίδες αναγκαίας συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε ποσοστά 20% για τον ισόγειο όροφο και 80% για τους λοιπούς ορόφους. Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς μεν την αιτίαση για την παραδοχή της μεταγραφής, είναι απαράδεκτος, ως προς δε τις λοιπές αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

VI. Mε την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε ότι "από τα ως άνω συμβόλαια δεν προέκυψε ιδιαίτερη συμφωνία των συνιδιοκτητών.... για την αυλή" και στη συνέχεια ότι "συνεπώς, αυτή είναι κοινόκτητη και κοινόχρηστη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα συμβόλαια". Οι παραδοχές αυτές δεν ενέχουν αντίφαση, δηλαδή λογική ανακολουθία, που να καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως των νομικών εννοιών "κοινόκτητη" και "κοινόχρηστη", αλλά αντιθέτως ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ.παρ. 1 και 4, 13 του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ, από τον συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι με μόνη την ιδρυτική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, εφόσον σ' αυτή δεν περιέχεται διαφορετική (ιδιαίτερη) συμφωνία των οροφοκτητών, η αυλή καθίσταται αυτοδικαίως κοινόκτητη και κοινόχρηστη.

Επομένως, τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα έκτο λόγο της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμα.

VII.Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι, χωρίς αιτιολογία άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε τον πέμπτο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση για τη, χωρίς αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, καταδίκη του σε απόδοση της επίδικης αυλής στην κοινή χρήση. Με την προσβαλλόμενη όμως απόφαση του εφετείου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και ιδίως από το διατακτικό της, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε χωρίς η άνω διάταξη να περιληφθεί στην εφετειακή απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

VIII.Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι, ενώ έλαβε υπόψη του μη προταθέντα ισχυρισμό αυτού, για περιέλευση στον ίδιο της αποκλειστικής νομής και κατοχής της επίδικης αυλής αφότου αυτή περικλείσθηκε κατά τη σταδιακή ανέγερση της πολυκατοικίας και τη διαμόρφωση των χώρων του ισογείου, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό του, περί του ότι, όχι σταδιακά, αλλά από την έναρξη κατασκευής της οικοδομής κατά το έτος 1946 ήταν περίκλειστη η αυλή, η οποία έκτοτε ανήκει στον ισόγειο όροφο ως αναπόσπαστο και αδιάκριτο νομικώς τμήμα του και η οποία έτσι μεταβιβάσθηκε και ανήκει στον ίδιο με βάση το ανωτέρω ...

δωρητήριο συμβόλαιο, περιλαμβανόμενη τα όρια του ισογείου διαμερίσματός του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ποιο θα ήταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αν είχε ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός, αφετέρου δε διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

ΙΧ. Με τον ένατο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το εφετείο υπέπεσε στις αναφερόμενες στο άρθρο 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες και ειδικότερα αφενός μεν ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και στην έκκλητη δίκη επαναφερθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του ότι ο ίδιος και η δικαιοπάροχός του επέτρεψαν από το έτος 1976 στην αναιρεσίβλητη να χρησιμοποιεί προσωρινώς μόνο τον χώρο εκείνο του ισογείου που ήταν αναγκαίος για την πρόσβασή της στη θέση του ανελκυστήρα και όχι την επίδικη αυλή, στην οποία η πρόσβαση από το έτος 1946 είναι δυνατή μόνο διαμέσου του ισογείου ορόφου, αφετέρου δε ότι στερείται αιτιολογίας, άλλως έχει ανεπαρκή αιτιολογία, σχετικώς με τη δυνατότητα και τον τρόπο προσβάσεως της αναιρεσίβλητης στη θύρα της επίδικης αυλής χωρίς να διέλθει από τον ισόγειο όροφο.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι διαλαμβάνοντα σ' αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για τον χαρακτήρα της αυλής ως κοινόκτητης και κοινόχρηστης, για το είδος και τον τρόπο της χρησιμοποιήσεώς της από τους διαδίκους και για τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί αποκλειστικής νομής αυτού στην επίδικη αυλή, ο οποίος (ισχυρισμός) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Χ. Με τον δέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζεται, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, ότι το εφετείο απέρριψε τον ως λόγο εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του ότι η επίδικη αυλή δεν ήταν κοινόκτητη και κοινόχρηστη αλλά είχε περιέλθει στην αποκλειστική χρήση του ιδιοκτήτη του ισόγειου ορόφου, χωρίς να λάβει υπόψη του τα κατωτέρω χρήσιμα για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε στην έκκλητη δίκη, ήτοι τις ...και ...

οικοδομικές άδειες με τα σχετικά σχεδιαγράμματα του μηχανικού ..., την από 19-10-1999 τεχνική έκθεση του μηχανικού ..., την από 24-2-2000 με αριθμό 23 έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Πειραιώς, την από 18-10-1999 βεβαίωση της Δ.Ε.Η και τις σχετικές με αυτή από ...υπεύθυνες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης, την από 14-10-1999 βεβαίωση της Δ.Ε.Η., την από 18-10-1999 βεβαίωση της ΕΥΔΑΠ και την από 24-10-1999 υπεύθυνη δήλωση του υδραυλικού ....

Από τη βεβαίωση όμως του εφετείου ότι σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από την εκτίμηση "όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν....ορισμένα των οποίων αποδεικτικώς και μόνο μνημονεύονται, δεδομένου ότι ουδενός παρελείφθη η συνεκτίμηση", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα κατά την κατάστρώση του αποδεικτικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Επομένως ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-4-2004 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της 91/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ