Supreme Court dismisses appeal as claim is legally vague regarding unfair terms and abuse of dependence under consumer protection laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible due to legal vagueness. The appellant failed to substantiate claims of unfair trading practices under specific consumer protection statutes or abuse of economic dependence against the newspaper publishers. Consequently, the court found no violation of substantive law and rejected all grounds for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of Law 3959/2011 and Article 18a of Law 146/1914; A claim is legally vague if the plaintiff fails to specify how unfair terms were applied or how dependence was abused, preventing the court from assessing the alleged violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1238 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1238/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντωνία Αθανασοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΕΥΡΩΠΗ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΡΓΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3α) Θ. Α. του Α., κατοίκου ..., 3β) Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 3γ) Ν. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 3δ) Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3ε) Κ. - Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 3στ) Δ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 4α) Σ. Ψ. του Π., κατοίκου ..., 4β) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4γ) Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., 4δ) Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 4ε) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 4στ) Θ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 4ζ) Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 4η) Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4θ) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 2, 4β, 4στ, 4ζ, 4η, 4θ αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Συκιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Οι υπό στοιχεία 1, 3α, 3β, 3γ, 3δ, 3ε, 3στ, 4α, 4γ, 4δ, 4ε αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1063/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5176/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017].
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022, .../2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Ν. Α., προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε., Θ. Α., Φ. Μ., Ν. Μ., Ν. Κ., Κ. - Ε. Κ., Δ. Ρ., Σ. Ψ., Α. Λ., Μ. Τ. και Π. Κ. κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση από τον επισπεύδοντα αυτήν αναιρεσείοντα. Όμως οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009).
Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 2102/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 771/2023, ΑΠ 965/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην των εφεσίβλητων Κ. - Ε. Κ., Δ. Ρ., Μ. Τ. και Π. Κ., και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της απόφασης αυτής στους ως άνω ερημοδικασθέντες και προσκομίζει τις υπ' αριθμ. ....2022, ....2022, ....2022 και ....2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι. Α. προς τους Κ. - Ε. Κ., Δ. Ρ., Μ. Τ. και Π. Κ. αντίστοιχα. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναιρέσεως, αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 1η Ιουλίου 2022, ήτοι, προτού αρχίσει να τρέχει γι' αυτούς, κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, δοθέντος του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έλαβε χώρα μεταγενέστερα.
Συνεπώς, η κρινόμενη από 30.6.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5184/573/1.7.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5176/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους Κ. - Ε. Κ., Δ. Ρ., Μ. Τ. και Π. Κ., ασκήθηκε κατά μη τελεσίδικης απόφασης, που υπόκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, απλούς ομοδίκους τους, ως προς τους οποίους έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), και αφού είναι επομένως παραδεκτή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το περιεχόμενο του οποίου είναι προσαρμοσμένη η ρύθμιση του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 "Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού", "Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών".
Οι διατάξεις των άρθρων 102 Σ.Λ.Ε.Ε. και 2 Ν. 3959/2011 απαγορεύουν την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά. Η έννοια της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως είναι αντικειμενική και αφορά στη συμπεριφορά μίας επιχειρήσεως με δεσπόζουσα θέση, η οποία της επιτρέπει να επηρεάζει τη διάρθρωση της αγοράς, όπου, λόγω της παρουσίας της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, ο βαθμός ανταγωνισμού έχει ήδη περιορισθεί, η δε συμπεριφορά αυτή, μέσω της χρησιμοποιήσεως διαφορετικών μεθόδων από εκείνες, οι οποίες εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες στο πλαίσιο των συναλλαγών, έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της διατηρήσεως του επιπέδου του εναπομένοντος ανταγωνισμού ή της περαιτέρω αναπτύξεώς του.
Εξάλλου, δεσπόζουσα θέση, συνιστά θέση οικονομικής δύναμης την οποία έχει μία επιχείρηση, που προϋποθέτει κατ' αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς και η οποία της δίνει τη δυνατότητα να παρεμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό που διατηρείται στη σχετική αγορά δίνοντας της τη δύναμη να συμπεριφέρεται σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές της, τους πελάτες και τέλος τους καταναλωτές.
Για να κριθεί αν μία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά, συνεκτιμώνται το μερίδιο αυτής στη σχετική αγορά, το ύψος των διαθεσίμων οικονομικών μέσων και δυνατοτήτων της, το προβάδισμα από άποψη τεχνολογικής εξέλιξης και εμποροβιομηχανικών εμπειριών, η εξασφάλιση πρώτων υλών και η ανυπαρξία εναλλακτικού ανταγωνισμού, δηλαδή η υποκατάσταση των προϊόντων με όμοια προϊόντα άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά.
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με μια ορισμένη αγορά, η οποία οριοθετείται: α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) και β) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά), που ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού (ΟλΑΠ 2/1989, Τ.Ν.Π.
ΝΟΜΟΣ). Καταχρηστική δε είναι η εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης όταν θίγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, με την έννοια ότι οι μέθοδοι και πρακτικές (διαμόρφωση τιμών αγοράς ή πώλησης και διαφοροποιημένη μεταχείριση) της δεσπόζουσας επιχείρησης επηρεάζουν τη δομή μιας αγοράς, τόσο σε επίπεδο ομοειδών επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο καταναλωτών.
Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 18α του ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", που καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2837/2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3784/2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ.1 του ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1.
Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Ο οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, 3.
Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή...". Από τη διάταξη αυτή, αλλά και τις προϊσχύουσες νομοτυπικές μορφές της καθώς και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης της ΕΟΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή, η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του άνω άρθρου 18α Ν. 146/1914, με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, θα πρέπει: 1) να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή τις οποίες προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων, η εξάρτηση δε αυτή μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε, έχει προσαρμόσει την επιχείρησή του στις ανάγκες διαθέσεως και προωθήσεως των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες. 2) η επιχείρηση αυτή να μην διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή, έναντι των ανταγωνιστών της, θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και 3) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.
Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί μόνο η συμπεριφορά αυτή - με τις ως άνω μεθόδους και πρακτικές - να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή να ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. Η παράβαση δε του ανωτέρω άρθρου 18α Ν. 146/1914, όπως και του προηγηθέντος του Ν. 703/1977, συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 1387/2018, ΑΠ 1286/2011).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 158/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του αδικοπραξία η οποία συνίσταται στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης τους στην αγορά, με βάση το ακόλουθο ιστορικό: <<Ο ενάγων είμαι επαγγελματίας εφημεριδοπώλης, κάτοχος της υπ' αρ. 783 αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη, τακτικό μέλος από 1-7-1977 έως σήμερα του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Ενωση Εφημεριδοπωλών Αθηνών", και ασφαλισμένος ως εφημεριδοπώλης από 1-7-1978 στο πρώην "Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων" (ΤΣΕΥΠ) και ήδη, "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης" (ΕΤΑΠ ΜΜΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και με αριθμό μητρώου ...
Από της ενάρξεως ασκήσεως του επαγγέλματός μου, δηλαδή από την 1-7-1978, έως και την 2/7/2011, ήτοι επί 33 συναπτά έτη, ασκούσα το επάγγελμά μου και διένειμα τον τύπο, ημερήσιο και περιοδικό, στην περιοχή ..., και συγκεκριμένα στην έκταση που οριοθετείται από τις οδούς: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., συμπεριλαμβανομένων και των εγκαταστάσεων του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης (Πενταγώνου) και του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
Η εργασία μου συνίστατο στην καθημερινή παραλαβή του αθηναϊκού τύπου, που κυκλοφορούσε αποκλειστικά από τα πρακτορεία τύπου [που αρχικά ήταν το "Κεντρικό Πρακτορείο Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου" και το "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε." (ΠΕΑΤ Α.Ε.), η λειτουργία των οποίων έπαυσε και στη θέση των ιδρύθηκαν οι δυο πρώτες εναγόμενες εταιρείες ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.
και ΑΡΓΟΣ Α.Ε., που ανέλαβαν, αντίστοιχα, την πρακτόρευση και διανομή των ίδιων εφημερίδων και περιοδικών, που πρακτόρευαν προηγουμένως το Κεντρικό Πρακτορείο και το ΠΕΑΤ, από τις εγκαταστάσεις τους και η περαιτέρω διανομή του στα περίπτερα και λοιπά τελικά σημεία πώλησης στον καταναλωτή της περιοχής μου καθώς και η διανομή του τύπου στα διάφορα γραφεία του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ) και του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
Για τη διανομή του τύπου στις άνω δημόσιες υπηρεσίες (ΓΕΕΘΑ και στο Υπ. Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων) υπέγραφα, μάλιστα, σχετικές συμβάσεις προμήθειας κατ' έτος, οι τελευταίες δε συμβάσεις που υπέγραψα με τις άνω υπηρεσίες είχαν ισχύ από 1/1/2011 έως 31/12/2011. Οι δυο πρώτες εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες είναι τα μοναδικά πρακτορεία διανομής εφημερίδων και περιοδικών αθηναϊκού τύπου στην Ελλάδα, στη μετοχική σύνθεση των οποίων περιλαμβάνονται οι περισσότερες και μεγαλύτερες εκδοτικές δημοσιογραφικές επιχειρήσεις της χώρας, έχουν δε, κατά τα καταστατικά τους, ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων και την αντιπροσώπευση και πρακτορεία κάθε μορφής αλλοδαπών και ημεδαπών επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στο χώρο των εντύπων (των μετόχων τους αλλά και άλλων), κατέχουν δε αθροιστικώς και αποκλειστικώς το σύνολο της σχετικής αγοράς διανομής έντυπου τύπου (εφημερίδων και περιοδικών) στην Ελληνική επικράτεια.
Ειδικότερα, η μεν πρώτη εναγόμενη ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε. διανέμει, μεταξύ άλλων, τις εφημερίδες Έθνος (ιδιοκτησία Μ., Καθημερινή (ιδιοκτησία Α.), Ελεύθερος Τύπος, Αδέσμευτος Τύπος (ιδιοκτησία Ρ.), κ.λ.π. και τα περιοδικά Διωα, Μαχ, Ρορ Ροψκ κ.λ.π., η δε δεύτερη εναγόμενη ΑΡΓΟΣ Α.Ε. διακινεί, μεταξύ άλλων, τις εφημερίδες Το Βήμα, Τα Νέα (ιδιοκτησία Ψ.), Ελευθεροτυπία (ιδιοκτησία Τ.), Απογευματινή κ.λ.π.
και τα περιοδικά Γυναίκα, Ρ1αy-Βoy κ.λ.π. Επομένως, όλα τα διακινούμενα στην Αττική ελληνικά έντυπα διακινούνται αποκλειστικά μέσω των αντιδίκων πρακτορείων (το καθένα διανέμει ξεχωριστά έντυπα). Με το από 3/6/2010 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγόμενης ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε., που καταχωρήθηκε την 12/7/2010 στο Μητρώο ΑΕ και δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ (ΦΕΚ 8309/22-7-2010), το ΔΣ αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα απαρτιζόμενο από τους εναγόμενους 3α - 3στ με θητεία μέχρι 14/6/2012.
Με το από 28/6/2011 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της δεύτερης εναγόμενης ΑΡΓΟΣ Α.Ε., που καταχωρήθηκε την 19/8/2011 στο Μητρώο ΑΕ και δημοσιεύτηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ (ΦΕΚ 9172/31-8-2011) το ΔΣ αυτής συγκροτήθηκε σε σώμα, απαρτιζόμενο από τους εναγόμενους 4α - 4Θ με θητεία μέχρι 28/6/2012.
Συνεπώς, οι εκ των εναγομένων υπό τα στοιχεία 3α - 3στ και 4α - 4Θ ήταν μέλη των ΔΣ των δύο πρώτων εναγόμενων εταιρειών τις κρίσιμες ημερομηνίες που θα αναφερθούν κατωτέρω. Το άρθρο μόνο του α.ν. της 28/28-5-1935 "περί κυκλοφορίας των εφημερίδων", ορίζει ότι "η εις το εσωτερικό και το εξωτερικό κυκλοφορία και μεταφορά εφημερίδων και περιοδικών σε ποσότητα άνω των πέντε αντιτύπων επιτρέπεται μόνο δια των εκδοτών αυτών και των εχόντων δικαίωμα της αποκλειστικής κυκλοφορίας πρακτορείων εφημερίδων.".
Το άρθρο δε 1 παρ. Ια του ν.δ. 2943/1954 "περί τρόπου πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών", ορίζει ότι δικαίωμα πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών προς το κοινό, πλην των κατά τον προαναφερθέντα α.ν., έχουν και οι εφημεριδοπώλες, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη. Η δεύτερη των διατάξεων αυτών, θεσπίζουσα δικαίωμα πωλήσεως εφημερίδων και περιοδικών στους εφημεριδοπώλες εν όψει του καθιερωμένου, με τον αναφερόμενο σε αυτή παραπάνω αναγκ.
νόμο, δικαιώματος των πρακτορείων για αποκλειστική κυκλοφορία των εφημερίδων, εισάγει συγχρόνως υποχρέωση των τελευταίων αυτών για εφοδιασμό των εφημεριδοπωλών με τον αναγκαίο αριθμό εφημερίδων και περιοδικών. Και τούτο διότι, εφόσον κατά το νόμο δεν είναι δυνατή η κυκλοφορία αυτών από άλλον πλην των πρακτορείων, το θεσπιζόμενο δικαίωμα των εφημεριδοπωλών για πώληση θα ήταν απαρχής ανεφάρμοστο χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση, των αποκλειστικώς δικαιουμένων σε κυκλοφορία των εφημερίδων πρακτορείων τύπου, για παράδοση προς διανομή σε αυτούς (ad hoc ΑΠ 1574/2000 δημ ΝΟΜΟΣ).
Την 2/3/2011 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 32 ο ν. 3919/2011 για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων (μεταξύ των οποίων και αυτό του εφημεριδοπώλη). Με το νόμο αυτό, που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και επομένως και την ελευθερία ασκήσεως κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας, καταργούνται όλοι οι περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση, και την άσκηση του επαγγελμάτων, μεταξύ των οποίων και του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη, μετά πάροδο τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση, του ως άνω νόμου, ήτοι από 3/7/2011.
Μεταξύ των περιορισμών που έθετε το ν.δ. 2943/1954 και ο α.ν. 1093/1938 και αίρονται κατά το νόμο και αφορούν άμεσα το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη, είναι η αυτοπρόσωπη απασχόληση των εφημεριδοπωλών στην πώληση, παραλαβή, παράδοση των εντύπων και στη συναλλαγή με τα πρακτορεία τύπου, η άσκηση του επαγγέλματος από περιορισμένο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να ασκήσουν το επάγγελμα σε συγκεκριμένο γεωγραφικό διαμέρισμα, η απαγόρευση για ένα πρόσωπο της άσκησης επαγγέλματος έξω από ένα γεωγραφικό διαμέρισμα, εντός του οποίου είναι επιτρεπτή η άσκηση αυτή, η επιβολή υποχρεωτικών αμοιβών για την παροχή υπηρεσιών είτε αυτές ορίζονται ευθέως είτε προσδιορίζονται εμμέσως με την εφαρμογή συντελεστή κέρδους ή άλλο ποσοστιαίο υπολογισμό, η κατοχή προηγούμενης διοικητικής άδειας για την άσκηση του επαγγέλματος [περιορισμοί που θέτονταν από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 περ.
α', β', άρθρ. 2 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 2943/1954 και άρθρ. 54 παρ. 2 και 5 εδ. β' | α.ν. 1093/1938 - βλ. και την με αρ. πρωτ. 20736/2012 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Μέσων Ενημέρωσης], Από τα ανωτέρω λοιπόν σαφώς συνάγεται ότι και μετά το νόμο 3919/2011 δεν καταργήθηκε η υποχρέωση των πρακτορείων διανομής τύπου για εφοδιασμό των εφημεριδοπωλών με τον αναγκαίο αριθμό εφημερίδων και περιοδικών.
Και τούτο διότι, αφενός μεν αυτή η υποχρέωση δεν παρακωλύει ούτε περιορίζει την άσκηση του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη (το αντίθετο μάλιστα), αφετέρου δε, εφόσον κατά το νόμο δεν είναι δυνατή η κυκλοφορία αυτών των εντύπων από άλλον πλην των πρακτορείων, το θεσπιζόμενο δικαίωμα των εφημεριδοπωλών για πώληση θα ήταν απαρχής ανεφάρμοστο χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση των αποκλειστικώς δικαιουμένων σε κυκλοφορία των εφημερίδων πρακτορείων τύπου, για παράδοση προς διανομή σε αυτούς.
Στις 3-7-2011, τα αντίδικα πρακτορεία διέκοψαν τη χορήγηση τύπου προς όλους τους επαγγελματίες εφημεριδοπώλες - μέλη των επαγγελματικών ενώσεων της Αθήνας, του Πειραιά και της ..., και δεν εφοδίασαν κανένα μας (ούτε εμένα τον ενάγοντα) με τα φύλλα του προς διανομή τύπου, επιχειρώντας να μοιράσουν τον τύπο τα ίδια τα πρακτορεία, χρησιμοποιώντας δικά τους φορτηγά και εταιρίες μεταφορών και κούριερ, χωρίς όμως επιτυχία.
Την Παρασκευή 8-7-2011 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά από τα εναγόμενα πρακτορεία σε όλα τα υποκαταστήματά τους στην Αττική ("υπο-πρακτορεία"), [τα οποία είναι κοινά και για τις δύο εταιρίες και βρίσκονταν στο Γέρακα, στην Ιερά Οδό και στον Αγ. Ιωάννη Ρέντη, Άλιμο και από τα οποία οι εφημεριδοπώλες, αναλόγως της περιοχής δραστηριοποίησης του καθενός, παραλαμβάναμε τον τύπο προς διανομή στα περαιτέρω σημεία πώλησης και επιστρέφαμε, αντιστοίχως, τα αδιάθετα έντυπα], προεκτυπωμένο κείμενο "σύμβασης διανομής τύπου" προς υπογραφή από εμάς τους εφημεριδοπώλες.
Παρά το γεγονός όμως ότι την επομένη κιόλας ημέρα, Σάββατο 9 Ιουλίου 2011, και ώρα 7.45 π.μ. υπέγραψα το όμοιο και για τα 2 πρακτορεία προεκτυπωμένο κείμενο "σύμβασης διανομής τύπου", ακριβώς για να αποκατασταθώ στην εργασία μου, αφού, ως προανέφερα, μου είχαν διακόψει τη χορήγηση εφημερίδων και περιοδικών, (υπέγραψα ενώπιον του κ.
Σ., προστηθέντος υπαλλήλου της πρώτης εναγόμενης Ευρώπη ΑΕ και ενώπιον του κ. Δ., προστηθέντος υπαλλήλου της δεύτερης εναγόμενης Άργος ΑΕ, τα σχετικά έντυπα των συμβάσεων), τα αντίδικα πρακτορεία, δια των εναγομένων που τότε απάρτιζαν τα διοικητικά τους συμβούλια, αρνήθηκαν να συνυπογράψουν τις συμβάσεις και να με αποκαταστήσουν στην εργασία μου, προμηθεύοντάς με με εφημερίδες και περιοδικά, αποκλείοντάς με παράνομα και αυθαίρετα από τη διανομή του τύπου.
Την αμέσως επόμενη Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011 το μεσημέρι πήγα ο ίδιος στα πρακτορεία και συναντήθηκα προσωπικά με τον τότε υποδιευθυντή της δεύτερης εναγόμενης ΑΡΓΟΣ Α.Ε., κύριο Χ. στο γραφείο του, στον οποίον α) ανέφερα τους προσωπικούς και ιατρικούς λόγους που δεν υπέγραψα το απόγευμα της προηγούμενης Παρασκευής και β) ότι δέχομαι να συνεργαστώ με τα πρακτορεία για την διανομή του τύπου με τους όρους των ως άνω συμβάσεων που τα πρακτορεία είχαν καθορίσει και είχα υπογράψει, επισημαίνοντάς του ότι διένειμα τον τύπο στην περιοχή του Χολαργού επί 33 χρόνια χωρίς το παραμικρό πρόβλημα στην κυκλοφορία του τύπου και χωρίς οφειλές προς τα πρακτορεία.
Επιπλέον δε, του επισήμανα, ότι λόγω της μη χορήγησης εφημερίδων και περιοδικών εκ μέρους τους δεν θα μπορούσα α) να συνεχίσω να ασκώ το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη και κατ' επέκταση να παραμείνω ασφαλισμένος στο οικείο ασφαλιστικό ταμείο (ΕΤΑΠ - ΜΜΕ), όπου ήμουν ασφαλισμένος 33 συνεχή έτη, με αποτέλεσμα να μη δύναμαι να συνταξιοδοτηθώ και να στερούμαι ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και β) να τηρήσω τις σχετικές συμβάσεις που είχα υπογράψει με τις Δημόσιες Υπηρεσίες, τις οποίες προμήθευα με εφημερίδες και περιοδικά.
Η απάντηση του κ. Χ. ήταν: "θα εξετάσουμε την αίτηση και θα απαντήσουμε". Ωστόσο όχι μόνο δεν απάντησαν αλλά υπέγραψαν σχετική σύμβαση με άλλο πρόσωπο (το Ν. Β.) στον οποίον ανέθεσαν τη διανομή του τύπου στην περιοχή που διένειμα εγώ μέχρι την 2/7/2011 και με αυτήν τους την ενέργεια με απέκλεισαν αυθαίρετα και παράνομα από το σύστημα διανομής τύπου.
Και τούτο, γιατί από την ισχύ του Ν. 3919/2011, περί της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων (και του εφημεριδοπώλη), ήρθη ο αριθμητικός περιορισμός των προσώπων που δικαιούνται να ασκήσουν το επάγγελμα σε συγκεκριμένο γεωγραφικό διαμέρισμα και τούτο ήταν γνωστό στα πρακτορεία, αφού ενόψει του ανωτέρω νόμου κατήγγειλαν τις συμβάσεις (και τη δική μου) με την οποία με προμήθευαν έως τις 2/7/2011 με τον τύπο.
Ωστόσο, ευελπιστώντας ότι η ως άνω άστοχη ενέργειά τους οφειλόταν σε αβελτηρία κάποιου προστηθέντος υπαλλήλου τους, την 29/10/2011 έστειλα με κούριερ δύο, όμοιες κατά το περιεχόμενό τους επιστολές, προς τα εναγόμενα πρακτορεία, (και μάλιστα στο Γ. Β. γενικό διευθυντή του Άργους - παρελήφθη από την αρμόδια γι' αυτό ορισθείσα υπάλληλο Τ.
και Ν. Π. γενικό διευθυντή της Ευρώπης - παρελήφθη, από την αρμόδια γι' αυτό ορισθείσα υπάλληλο Τ.), με τις οποίες επανέλαβα, ότι δέχομαι να συνεργαστώ με τα πρακτορεία για τη, διανομή του τύπου με τους όρους των ιδίων. Ωστόσο τα πρακτορεία δια των εναγομένων που τότε απάρτιζαν τα διοικητικά τους συμβούλια, κώφευσαν, αποκρούοντας σιωπηρώς όλες τις προσεγγίσεις μου, με αποτέλεσμα να εξακολουθώ έως και σήμερα να εμποδίζομαι να ασκήσω το επάγγελμά μου του εφημεριδοπώλη, αφού τα αντίδικα πρακτορεία συνεχίζουν έως και σήμερα να αρνούνται να μου χορηγήσουν τα έντυπα που έκαστο εξ αυτών διακινεί για να τα διανείμω περαιτέρω στα τελικά σημεία πώλησης, αν και έχω νόμιμο δικαίωμα προς τούτο σύμφωνα με τα παρακάτω.
Η άνω μονομερής ενέργεια των Πρακτορείων να διακόψουν την χορήγηση, των φύλλων σε εμένα, ήταν παντελώς αυθαίρετη, παράνομη, και καταχρηστική, αλλά και ευθέως αντισυνταγματική, διότι με στέρησαν άμεσα από την άσκηση, τού επαγγέλματος μου, ως βιοποριστικής μου δραστηριότητας (δεδομένου ότι μου είναι αδύνατον να ασκήσω το επάγγελμά μου οπουδήποτε, εάν δεν μου χορηγούνται τα φύλλα από τα εναγόμενα Πρακτορεία).
Επίσης, η παραπάνω συμπεριφορά των αντιδίκων αντίκειται ευθέως στον ίδιο το νόμο 3919/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, ο οποίος κατοχυρώνει την απελευθέρωση της ασκήσεως του επαγγέλματος και όχι βεβαίως την παρεμπόδιση ασκήσεως αυτού. Ο νέος νόμος δηλαδή δεν προβλέπει ούτε επιβάλλει τη στέρηση του επαγγέλματος σε όσους το ασκούσαν μέχρι τώρα, αλλά απλώς τη δυνατότητα και σε άλλους να ασκήσουν, χωρίς να αφαιρεθεί η δυνατότητα της ασκήσεώς του από τους ήδη ασκούντες αυτό.
Όμως, όποιος επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη, στην Ελλάδα δεν μπορεί να προμηθευτεί τον τύπο από πουθενά αλλού παρά μόνο από τα δύο πρακτορεία διανομής τύπου ΑΡΓΟΣ και ΕΥΡΩΠΗ (μονοπώλιο) για να τον διανείμει περαιτέρω στο κοινό και στα περίπτερα. Ούτε από τους ίδιους τους εκδότες, γιατί αυτοί δεν διαθέτουν έντυπα απευθείας στους εφημεριδοπώλες, καθόσον όλο το τιράζ των εντύπων τους το διαθέτουν στα πρακτορεία (τα οποία ως προαναφέρθηκε ουσιαστικά ανήκουν στους εκδότες) και αυτά το διαθέτουν περαιτέρω.
Έτσι τα ίδια τα πρακτορεία θεώρησαν, ότι έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν εν λευκώ, όποιους και όσους θέλουν, για να διανέμουν πλέον τον τύπο στην Ελλάδα και σε συγκεκριμένη γεωγραφική θέση, την οποίαν αυτά ορίζουν, αρνούμενα τη χορήγηση του τύπου σε άλλους που θα ήθελαν να διανέμουν τον τύπο, δημιουργώντας έτσι στεγανά στην είσοδο νέων επαγγελματιών στην αγορά της πώλησης τύπου, σε αντίθεση με την επιδίωξη του ν. 3919/2011 για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων και την διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά εργασίας νέων ελευθέρων επαγγελματιών.
Συγχρόνως, η παραπάνω συμπεριφορά των αντιδίκων αντίκειται και στο νόμο 3959/2011 και στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρα 81 και 82 ΣΕΚ) και στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφού τα πρακτορεία, όντας τα μοναδικά μέσω των οποίων γίνεται η κυκλοφορία ολόκληρου του ελληνικού τύπου στην Ελλάδα, είναι αδιαμφισβήτητο ότι κατέχουν δεσπόζουσα και μάλιστα, από κοινού, μονοπωλιακή θέση στην αγορά διανομής και κυκλοφορίας του τύπου.
Εξάλλου, τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3919/201 όσο και στο ίδιο το κείμενο του ν. 3919/2011 τονίζεται ότι η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχή προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. Προφανώς γι' αυτό, λίγες μόνο ημέρες μετά τη δημοσίευση στις 2/4/2011 του ν. 3919/2011 για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων, δημοσιεύθηκε (στις 20/4/2011) ο ν. 3959/2011 για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, ο οποίος αντικατέστησε το μέχρι τότε ισχύοντα ν. 703/1977, επεκτείνοντας την προστασία που παρείχε ο προγενέστερος νόμος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 §1 του άνω ν. 3959/2011 "1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α)...., β)...., γ)..., δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, κατά τρόπο που δυσχεραίνει τη λειτουργία του ανταγωνισμού, ε)....". Ακολούθως, με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας, η οποία καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως:
α)...., β)...., γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό (όπως εν προκειμένω εγώ), δ).... Κατά το άρθρο 3 § 3 η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης απαγορεύεται, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη έκδοση σχετικής απόφασης.
Εν προκειμένω, τα αντίδικα προέβησαν σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της δεσπόζουσας θέσης τους σε βάρος μου, επιλέγοντας αυθαιρέτως και μονομερώς ορισμένους μόνο εκ των επαγγελματιών - εφημεριδοπωλών που μέχρι την 2/7/2011 συνεργάζονταν μαζί τους, αρνούμενα την πώληση των εντύπων μέσω εμού, χωρίς η άρνηση αυτή να θεμελιώνεται σε οποιαδήποτε εύλογα κριτήρια ή στην τυχόν άρνηση συνεργασίας μου μαζί τους (αφού τις συμβάσεις που αξίωσαν από τους άλλους εφημεριδοπώλες, στους οποίους χορήγησαν εφημερίδες και περιοδικά, να υπογράψουν, όμοιες υπέγραψα, ως προανέφερα και, στις 29/10/2011, τους δήλωσα με έγγραφες επιστολές μου ρητώς, ότι αποδέχομαι τους όρους τους, προκειμένου να μου επαναχορηγήσουν τύπο), καθορίζοντας κατ' αυθαίρετη και απόλυτη κρίση, α) τα σημεία πώλησης του τύπου (περίπτερα, κλπ), β) τις συγκεκριμένες περιοχές εργασίας του κάθε εφημεριδοπώλη, απαγορεύοντας την είσοδο του ενός στην "περιοχή του άλλου", διατηρώντας τους καταργημένους πλέον γεωγραφικούς περιορισμούς, όπως αναφέρεται παραπάνω, και γ) τις αμοιβές τόσο των εφημεριδοπωλών όσο και των περιπτερούχων (!!!) (τελικών σημείων πώλησης, με τους οποίους τα πρακτορεία δεν συνεργάζονται άμεσα, η αμοιβή των οποίων θα έπρεπε να προκύπτει μετά από ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ εφημεριδοπώλη και καθενός περιπτερούχου) [βλ.
όρο 3 των από 8/7/2011 συμβάσεων διανομής τύπου, οι οποίες είναι όμοιες και για τα δύο πρακτορεία]. Με αυτό τον τρόπο, τα εναγόμενα πρακτορεία επιχείρησαν και πέτυχαν κάθετη συγκέντρωση και έλεγχο της αγοράς διανομές του τύπου, όχι βεβαίως προς βελτίωση των υπηρεσιών διανομής του τύπου, αλλά με σκοπό να αποκτήσουν πλήρη έλεγχο στην οικεία αγορά και μεγαλύτερο μερίδιο κέρδους από την πώληση των εντύπων, να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους και να οδηγηθεί η όλη κατάσταση σε πλήρη μονοπωλιακή κυριαρχία των πρακτορείων και στην ουσία των μεγαλοεκδοτών, στους οποίους αυτά ανήκουν.
Όμως, κατά το ά. 2 ν. 3959/2011 "περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού" επί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης στην αγορά (κλασική περίπτωση της οποίας είναι το μονοπώλιο) απαγορεύεται ρητά η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, δηλ. ο προμηθευτής δεν μπορεί να επιλέξει σε ποιους θα πωλεί και που θα διανέμεται το προϊόν.
Επειδή, σύμφωνα με τα παραπάνω, η άρνηση των εναγομένων πρακτορείων δια των απαρτιζόντων τα διοικητικά τους συμβούλια εναγομένων φυσικών προσώπων να με προμηθέψουν τον τύπο, αποκλείοντάς με από την περαιτέρω διανομή του τύπου, είναι α) παράνομη ως αντικείμενη στις ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενες διατάξεις και β) υπαίτια, αφού, παρά το γεγονός ότι δέχθηκα να συνεργαστώ με τα αντίδικα υπό το καθεστώς μεταξύ μας σύμβασης και υπό τους όρους τους, αυτά, εν γνώσει των αποτελούντων τα διοικητικά τους συμβούλια προσώπων, με απέκλεισαν από τη διανομή του τύπου.
Επειδή η άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων μού προκάλεσε ζημία, που συνίσταται στο εισόδημα που απώλεσα από την παράνομη και υπαίτια αποστέρηση της εργασίας μου ως εφημεριδοπώλη από τις 3/7/2011, οπότε έπαψαν να με προμηθεύουν με φύλλα εφημερίδων και περιοδικών, και εφεξής μέχρι και σήμερα που κατέθεσα την αγωγή και, επειδή πιθανολογώ ότι οι αντίδικοι θα συνεχίσουν την ίδια συμπεριφορά και μετά την κατάθεση της αγωγής, έως τις 30-6-2013, θα απωλέσω εισόδημα, το οποίο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζα, αν συνέχιζαν να με προμηθεύουν με τον τύπο, όπως έκαναν για 33 συναπτά έτη.
Ειδικότερα, το καθαρό εισόδημα που απώλεσα και που θα απωλέσω από τη διανομή, των εντύπων που διακινεί η πρώτη εναγόμενη εταιρία ΕΥΡΩΠΗ ΑΕ από τις 3/7/2011 μέχρι τις 30/06/2013. δηλαδή επί 24 μήνες, προκύπτει από το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων (τζίρο - αξία πωληθέντων) που θα εισέπραττα από την πώληση των εντύπων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, όπως πώλησα και κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από 3/7/2010 έως 31/12/2010 και από 1/1/2011 έως 30/6/2011, αν το ανωτέρω πρακτορείο μου χορηγούσε κανονικά τον τύπο, πολλαπλασιαζόμενο επί της προμήθειας 17,5%, που θα ελάμβανα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, με την οποία το εν λόγω πρακτορείο προμήθευε άλλους εφημεριδοπώλες για το επίδικο διάστημα (3-7-2011 έως 30-6-2013), μειωμένης κατά το ποσοστό 6% που θα παρακρατούταν, ως προμήθεια των περιπτέρων - σημείων πώλησης, που περαιτέρω θα προμήθευα [Τζίρος - Αξία πωληθέντων X 17,5% - 6% = καθαρό κέρδος).
Το σύνολο δε των πωληθέντων κατά μήνα εντύπων, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή αναλύεται στο Παράρτημα 1 (σελίδες 1-96) που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αγωγής. 'Ετσι από 3/7/2011 έως 31/7/2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 33.641,47 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Αύγουστο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 25.228,66 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Σεπτέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 35.284,02 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Οκτώβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 39.436,70 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Το Νοέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 44.272,41 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Δεκέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 39.526,14 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.Τον Ιανουάριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 40.043,72 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Φεβρουάριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 40.170,56 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Το Μάρτιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 44.269.54 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Απρίλιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 32.626,31 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 38.393,82 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Τον Ιούνιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 34.595,54 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Ιούλιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 33.641,47 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Αύγουστο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 25.228,66 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Σεπτέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 35.284,02 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Οκτώβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 39.436,70 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Το Νοέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 44.272,41 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.Το Δεκέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 39.526,14 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Τον Ιανουάριο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 40.043,72 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Φεβρουάριο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 40.170,56 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάρτιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 44.269.54 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Τον Απρίλιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 32.626,31 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 38.393,82 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Ιούνιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 34.595,54 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι απώλεσα ακαθάριστα έσοδα (τζίρος - αξία πωληθέντων) από πωλήσεις εφημερίδων και περιοδικών του ανωτέρω πρακτορείου συνολικού ύψους 894.977,78 ευρώ, επί του οποίου απώλεσα προμήθεια (17,5%-6%=11,5%) 102.922,44 ευρώ (894.977,78 X 11,5%), ζημία που μου προκάλεσαν από κοινού οι 1η, 3α - 3στ εναγόμενοι, ήτοι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και τα απαρτίζοντα το διοικητικό συμβούλιο αυτού υπαίτια φυσικά πρόσωπα, που εν γνώσει τους με απέκλεισαν από τη διανομή του τύπου αρνούμενα να με προμηθεύσουν με έντυπα, κατά τα προδιαληφθέντα, την οποία (ζημία) και υποχρεούνται να ανορθώσουν εις ολόκληρον έκαστος, κατά τις περί αδικοπρακτικής ευθύνης διατάζεις (ΑΚ 914, 71, 63 παρ. 1 και 67 βλ.
ενδεικτικώς ΑΠ 627 και 628/2009, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το καθαρό εισόδημα που απώλεσα και που θα απωλέσω από τη διανομή των εντύπων που διακινεί η δεύτερη εναγόμενη εταιρία ΑΡΓΟΣ ΑΕ από τις 3/7/2011 μέχρι τις 30/06/2013, δηλαδή επί 24 μήνες, προκύπτει από το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων (τζίρο - αξία πωληθέντων) που θα εισέπραττα από την πώληση των εντύπων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, όπως πώλησα και κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από 3/7/2010 έως 31/12/2010 και από 1/1/2011 έως 30/6/2011, αν το ανωτέρω πρακτορείο μου χορηγούσε κανονικά τον τύπο, πολλαπλασιαζόμενο επί της προμήθειας 17,5%, που θα ελάμβανα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, με την οποία το εν λόγω πρακτορείο προμήθευε άλλους εφημεριδοπώλες για το επίδικο διάστημα (3-7-2011 έως 30-6-2013), μειωμένης κατά το ποσοστό 6% που θα παρακρατούταν, ως προμήθεια των περιπτέρων - σημείων πώλησης, που περαιτέρω θα προμήθευα [Τζίρος - Αξία πωληθέντων X 17,5% - 6% = καθαρό κέρδος).
Το σύνολο δε των πωληθέντων κατά μήνα εντύπων, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή αναλύεται στο Παράρτημα 2 (σελίδες 1-109) που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αγωγής. Έτσι από 3/7/2011 έως 31/7/2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 46.612,88 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Αύγουστο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 35.919,54 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Σεπτέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 50.351,66 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Οκτώβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 51.475,23 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Το Νοέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 55.716,72 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Δεκέμβριο του 2011 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 52.491,07 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Ιανουάριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 47.530,44 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Φεβρουάριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 47.818,15 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Το Μάρτιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 55.194,01 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Απρίλιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 42.483,61 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 50.921,05 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Τον Ιούνιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 46.269,15 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Ιούλιο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 46.612,88 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Αύγουστο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 35.919,54 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Το Σεπτέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 50.351,66 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Τον Οκτώβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 51.475,23 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010. Το Νοέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 55.716,72 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.Το Δεκέμβριο του 2012 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 52.491,07 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2010.
Τον Ιανουάριο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 47.530,44 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Φεβρουάριο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 47.818,15 ευρώ, όσα δηλαδή, πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάρτιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 55.194,01 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Τον Απρίλιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 42.483,61 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Το Μάιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 50.921,05 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011. Τον Ιούνιο του 2013 απώλεσα συνολικά ακαθάριστα έσοδα ύψους 46.269,15 ευρώ, όσα δηλαδή πώλησα και τον αντίστοιχο μήνα του 2011.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι απώλεσα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις εφημερίδων και περιοδικών του ανωτέρω πρακτορείου συνολικού ύψους 1.165.567,02 ευρώ, επί του οποίου απώλεσα προμήθεια (17,5% - 6%=11,5%) 134.040,21 (1.165.567,02 X 11,5%) ευρώ, ζημία που μου προκάλεσαν από κοινού οι 2η, 4α - 4Θ εναγόμενοι, ήτοι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και τα απαρτίζοντα το διοικητικό συμβούλιο αυτού υπαίτια φυσικά πρόσωπα, που εν γνώσει τους με απέκλεισαν από τη διανομή του τύπου αρνούμενα να με προμηθεύσουν με έντυπα, κατά τα προδιαληφθέντα, την οποία (ζημία) και υποχρεούνται να ανορθώσουν εις ολόκληρον έκαστος, κατά τις περί αδικοπρακτικής ευθύνης διατάζεις (ΑΚ 914, 71, 63 παρ. 1 και 67 βλ.
ενδεικτικώς ΑΠ 627 και 628/2009, Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, αποκλείστηκα από τη διανομή του τύπου και από την άσκηση του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη και κατ' ακολουθία από την ασφάλισή μου στο Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΤΑΠ - ΜΜΕ), με αποτέλεσμα να χάσω τα επιδόματα Πάσχα 2012, Αδείας 2012, Χριστουγέννων 2012 και μέρος του επιδόματος Αδείας 2011 (για το διάστημα Ιούλιο - Αύγουστο 2011) και μέρος του επιδόματος των Χριστουγέννων 2011 (για το διάστημα Ιούλιο - Δεκέμβριο 2011), που θα ελάμβανα κανονικά, αν με προμήθευαν με τον αναγκαίο αριθμό εντύπων και συνέχιζα να είμαι ασφαλισμένος στο ανωτέρω Ταμείο.
Συγκεκριμένα απώλεσα το ποσό των 2.024,33 ευρώ (επίδομα Πάσχα 2012), 2.024,33 ευρώ (επίδομα Αδειας 2012), 4.048,66 ευρώ (επίδομα Χριστουγέννων 2012), 506 ευρώ (μέρος επιδόματος Αδείας 2011 - 1/4 X 2.024,33 ευρώ) και 2.530,42 ευρώ (μέρος επιδόματος Χριστουγέννων 2011 - 5/8 X 4.048,66 ευρώ) και συνολικά απώλεσα το ποσό των 11.133,74 ευρώ, το οποίο υπόχρεοι να μου καταβάλλουν είναι οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον.
Επειδή ενόψει της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, του ύψους της ζημίας που υπέστην, της καθυστέρησης της συνταξιοδότησής μου, της στέρησής μου από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, του βαθμού του δόλου των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγομένων (ανωνύμων εταιρειών και φυσικών προσώπων μεγαλοεκδοτών - επιχειρηματιών - διευθυντών με αναγνωρισμένη κοινωνική θέση και οικονομική επιφάνεια) και εμού (μέσου επιτηδευματία), πρέπει το δικαστήριο να μου επιδικάσει κατ' εύλογη κρίση του χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστην, το ύψος της οποίας πρέπει να ανέλθει για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων 1η, 3α - 3στ στο ποσό των 150.000 ευρώ, τούτων υπόχρεων στην καταβολή της εις ολόκληρον εκάστου, και για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων 2η, 4α - 4Θ στο ποσό των 150.000 ευρώ, τούτων υπόχρεων στην καταβολή της εις ολόκληρον εκάστου.
Περαιτέρω οι εναγόμενοι θα πρέπει να πάψουν στο μέλλον να συνεχίζουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και να υποχρεωθούν να με προμηθεύουν με εφημερίδες και περιοδικά με ικανό αριθμό αντιτύπων, όπως με προμήθευαν μέχρι τις 2/7/2011 και με τους ίδιους όρους που προμηθεύουν και τους άλλους εφημεριδοπώλες και, επειδή η εν λόγω πράξη (προμήθεια τύπου) δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση των εναγομένων, στην περίπτωση που δεν με προμηθεύσουν με τον απαραίτητο αριθμό εντύπων, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι 1α, 3α - 3στ καθένας σε ολόκληρο, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 150 ευρώ ημερησίως και οι εναγόμενοι 2η, 4α - 4θ καθένας σε ολόκληρο, στην καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 180 ευρώ ημερησίως (ΚΠολΔ 946 παρ. 1).>>.
Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι αόριστη, διότι: 1) για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν εκθέτει ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς τους, εφάρμοσαν στο εμπόριο άνισους όρους για ισοδύναμες παροχές, αρνούμενες αδικαιολόγητα την πώληση προς αυτόν εφημερίδων και περιοδικών, ούτε αναφέρει τα κριτήρια με τα οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητες επέλεξαν τους άλλους εφημεριδοπώλες, ώστε να κριθεί αν αυτά ήταν αντικειμενικά και ομοιόμορφα, μη αντικείμενα στις ως άνω διατάξεις και ότι ο ίδιος, ενώ πληροί τα εν λόγω κριτήρια, οι ως άνω αναιρεσίβλητες αρνούνται αδικαιολόγητα να τον εντάξουν στο δίκτυό τους και 2) για την θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 18α Ν. 146/1914 ο αναιρεσείων δεν εκθέτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητες, προς τις οποίες βρίσκεται σε σχέση οικονομικής εξαρτήσεως, ως εφημεριδοπώλης, προβαίνουν σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της εξαρτήσεως με την επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής ή την εφαρμογή διακριτικής μεταχειρίσεως ή την αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιας εμπορικής σχέσεως.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως ότι η ένδικη αγωγή είναι νομικά αόριστη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 Ν. 3959/2011, 18α Ν. 146/1914, τις διατάξεις του Ν. 3919/2011, 361 ΑΚ, 101 και 102 της ΣΛΕΕ και ως εκ τούτου όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, της εταιρείας "ΑΡΓΟΣ Α.Ε", και των Ν. Μ., Θ. Φ., Γ. Α., Π. Κ. και Α. Κ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών λόγω της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5176/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, της εταιρείας "ΑΡΓΟΣ Α.Ε", και των Ν. Μ., Θ. Φ., Γ. Α., Π. Κ. και Α. Κ., τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ