Legislator Case Law & Legislation
1238/2021 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision and retains case for substantive trial on civil damages claim.

Case Number 1238/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Chamber of the Patras Court of Appeal's decision regarding a civil damages claim for destroyed olive trees. The appellants argued that the lower court failed to properly assess the procedural documents and legal grounds for the damages. Consequently, the Court ruled that since the appeal was valid, the case must be returned to the Supreme Court itself for a substantive trial rather than remitted to another court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 2 C.Pol.D.; Art. 580 para. 3 C.Pol.D.; Art. 579 para. 1 C.Pol.D.; Art. 570 para. 2 C.Pol.D.: When the Supreme Court annuls a decision for reasons other than jurisdictional errors, it may retain the case and conduct the substantive trial itself if no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
civil damages claim annulment of appeal decision retention of case substantive trial by Supreme Court procedural documents assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 C.Pol.D.
Art. 580 para. 3 C.Pol.D.
Art. 579 para. 1 C.Pol.D.
Art. 570 para. 2 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1238 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1238/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου …, 2) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φερμελή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Β., συζύγου Θ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σκουζέ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 251/2013 μη οριστική και 12/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 10/2/2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1454/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 12/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 137/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-9-2008 (αρ. κατάθεσης 4190/6-10-2008) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες, να της καταβάλουν, ο πρώτος, από αυτούς, συνολικό ποσό 974.740 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής:

α) ποσό 42.000 ευρώ για αξία 84 ελαιοδέντρων σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που της είχε μεταβιβάσει ο πρώτος, τα οποία με υπαιτιότητά του καταστράφηκαν δια υλοτομίας, β) ποσό 76.740 ευρώ για κόστος αποκατάστασης εδάφους του ακινήτου, λόγω εκχέρσωσης του από αυτόν και τους προστηθέντες του, γ) ποσό 756.000 ευρώ (εκ του οποίου 41.686,33 καταψηφιστικώς και το λοιπά αναγνωριστικώς) για απώλεια εισοδημάτων από την παραγωγή ελαιολάδου των καταστραφέντων ελαιοδέντρων και δ) ποσό 100.000 ευρώ (εκ του οποίου 10.000 καταψηφιστικώς και το λοιπό αναγνωριστικώς) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ' αδικοπραξίας, ήτοι από την παράνομη καταστροφή του ακινήτου και των ελαιοδέντρων.

Και, η δεύτερη, συνολικό ποσό 622.480 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: α) ποσό 25.000 ευρώ για αξία 50 ελαιοδέντρων σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που της είχαν μεταβιβάσει οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες, τα οποία με υπαιτιότητα τους καταστράφηκαν δια υλοτομίας, β) ποσό 47.480 ευρώ για κόστος αποκατάστασης εδάφους του ακινήτου, λόγω εκχέρσωσής του από τις ανωτέρω εναγόμενες και τους προστηθέντες αυτών, γ) ποσό 450.000 ευρώ (εκ του οποίου 37.896,66 ευρώ καταψηφιστικώς και το λοιπό αναγνωριστικώς) για απώλεια εισοδημάτων από την παραγωγή ελαιολάδου των καταστραφέντων ελαιοδέντρων και δ) ποσό 100.000 ευρώ (εκ του οποίου 10.000 ευρώ καταψηφιστικώς και το λοιπό αναγνωριστικώς) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ' αδικοπραξίας, ήτοι από την παράνομη καταστροφή του ακινήτου και των ελαιοδέντρων.

Με την υπ. αρ. 194/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας) έγινε δεκτή εν μέρει ως προς τους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της από αδικοπραξία, έκαστος, ποσό 6.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, τις από 14-7-2010 (αρ. κατάθεσης 447/15-7-2010) και 22-7-2010 (αρ. κατάθεσης 493/29-7-2010) εφέσεις τους, αιτούμενοι να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η αγωγή και η ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα την από 20-11-2012 (αρ. κατάθεσης 166/4-12-2012) αντέφεσή της, ζητώντας να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτό το αίτημα της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης.

Το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την 251/2013 μη οριστική απόφαση του, αφού έκανε τυπικά δεκτές την έφεση και την αντέφεση, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριό του, προς παροχή διασαφήσεων σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της αποδεικτέα θέματα. Ακολούθως, με την 12/2015 οριστική απόφασή του, το ίδιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις και την αντέφεση.

Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες, εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 10-2-2015 (αρ. κατάθεσης 11/13-2-2015) αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1454/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1 Πολιτικό Τμήμα), με την οποίαν αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου, ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο προαναφερθέν Δικαστήριο, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος της για το οποίο χώρησε η αναίρεση της απόφασης, ήτοι για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενο, εν προκειμένω, στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκε, από το Εφετείο, η 4108/2013, αμετάκλητη, σύμφωνα με το 1609/4-4-2014 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών, απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποίαν αυτοί (ήδη αναιρεσείοντες) αθωώθηκαν για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε αγροτική υπεξαίρεση σε βάρος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και την οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει αυτοί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Τέλος, με την 137/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, της οποίας ζητείται η αναίρεση, με την υπό κρίση αίτηση, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι ένδικες εφέσεις των αναιρεσειόντων (εναγομένων), και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, επιδικάζοντας, όπως προαναφέρθηκε, στην αντίδικό τους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 6.000 ευρώ, εις βάρους εκάστου εξ αυτών.

ΙΙ. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος, που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Έτσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, στο πλαίσιο της δέσμευσής του από τα όρια που διαγράφονται στην ανωτέρω αναιρετική απόφαση (ΚΠολΔ 579 παρ. 1, 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2), δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "...Με το υπ. αρ. …/…-10-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Παπαδημητρίου, που μεταγράφηκε την 29-10-2007 στο τόμο … και αρ.

… των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, O Κ. Κ. (πρώτος εναγόμενος - πρώτος εκκαλών της υπ. αρ. κατάθεσης 447/15-7-7010 έφεσης - πρώτος καθ' ου η κλήση) μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως στην Γ. Λ. (ενάγουσα - εφεσίβλητη - καλούσα) ένα αγροτεμάχιο έκτασης 7.674,76 τ.μ. κείμενο στη θέση "..." του Δήμου … του Ν.

….. Επίσης, δυνάμει του υπ. αρ. …/…-10-2007 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε την 29-10-2017 στον τόμο … και αρ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως από τις Μ. Κ. (τρίτη εναγόμενη πρώτη εκκαλούσα της υπ. αρ. κατάθεσης 493/29-7-20 10 έφεσης - δεύτερη καθ' ης η κλήση) και Δ.

Κ. (τέταρτη εναγόμενη - δεύτερη εκκαλούσα της υπ. αρ. κατάθεσης 493/29-7-7010 έφεσης) πρώην συγκυρίες κατά ποσοστά 5/8 και 3/8 εξ' αδιαιρέτου ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.748/68 τ.μ. κείμενο στη ίδια παραπάνω θέση. Ταυτόχρονα με την υπογραφή των ανωτέρω συμβολαίων, η ενάγουσα και οι πωλητές - εναγόμενοι συμφώνησαν να της παραδώσουν την χρήση των μεταβιβασθέντων ακινήτων στις 10-11-2007 και μέχρι τότε οι πωλητές να έχουν ολοκληρώσει τη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τα ελαιόδεντρα που υπήρχαν στα ακίνητα (όρος που αναγράφεται στο κείμενο των μεταβιβαστικών συμβολαίων).

Το ανωτέρω έργο της συγκομιδής οι εναγόμενοι πωλητές, αμέσως μετά την υπογραφή των συμβολαίων, ανέθεσαν στον Α. Δ. (πέμπτο εναγόμενο), δίδοντας του όμως ταυτόχρονα και την εντολή, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με την ενάγουσα και μολονότι δεν είχαν το σχετικό δικαίωμα, δηλαδή παράνομα και υπαίτια, να προβεί σε υλοτόμηση των ελαιοδέντρων, προκειμένου να εκμεταλλευτούν την ξυλεία αυτών.

Την παραπάνω εντολή εκτέλεσε πράγματι ο Α. Δ., χρησιμοποιώντας ως εργάτες τον Χ. Α. (έκτο εναγόμενο) και ακόμη τέσσερα τουλάχιστον πρόσωπα με φορτηγά οχήματα. Κατελήφθησαν δε επ' αυτοφώρω από τα αστυνομικά όργανα, ο μεν Α. Δ. να προβαίνει σε κοπή ελαιοδέντρων με βενζινοπρίονο, ο δε Χ. Α. να στοιβάζει τα κομμένα και τεμαχισμένα δέντρα για αποκομιδή τους (βλ.

την από 11-11-2007 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα του αστυνομικού Δ. Σ. και την από 11-11-2007 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης βενζινοκίνητου κόπτη ξύλων, που παρέδωσε ο ανωτέρω αστυνομικός στην Υ.Α. Πατρών). Από τις ως άνω παράνομες ενέργειες των εναγόμενων, που έλαβαν χώρα αμέσως μετά την υπογραφή των συμβολαίων και πριν από το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης της χρήσης των μεταβιβασθέντων ακινήτων στην ενάγουσα, καταστράφηκαν ολοσχερώς 55 από τα 100 ελαιόδεντρα στο πρώτο ακίνητο της ενάγουσας, πρώην ιδιοκτησίας Κ.

Κ. και το σύνολο των 50 ελαιοδέντρων στο δεύτερο ακίνητο της ενάγουσας, πρώην συνιδιοκτησίας Μ. Κ. και Δ. Κ., επρόκειτο δε για δέντρα ηλικίας από 30 έως 100 ετών, κάποια εκ των οποίων εκριζώθηκαν πλήρως (βλ. φωτογραφίες των ακινήτων της ενάγουσας όπου απεικονίζονται τα υλοτομηθέντα ελαιόδεντρα, σε συνδυασμό με την μελέτη του τεχνικού γεωπόνου φυτικής παραγωγής Δ.

Π. και την από 13-11-2007 έκθεση αυτοψίας του μηχανολόγου - μηχανικού Γ. Π.) Το γεγονός ότι, η υλοτομία των ελαιοδέντρων έγινε κατόπιν εντολής των πρώτου και τρίτης των εναγόμενων στα πωληθέντα από τους ίδιους ακίνητα, επιβεβαιώνεται από την ένορκη βεβαίωση της Χ. Κ. - Α. και τις από 11-11-2007 εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα της ενάγουσας και του Θ.

Κ., αλλά και συνάγεται εμμέσως α) από την 11-11-2007 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα του Δ. Σ., ο οποίος διαπίστωσε παραβίαση της περίφραξης και της καγκελόπορτας των ένδικων ακινήτων από τα άτομα που έκοβαν ξύλα, που σημαίνει ότι ενεργούσαν χωρίς άδεια ή γνώση της ενάγουσας, β) από την 12-11-2007 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του Α.

Δ.υ, όπου ισχυρίζεται (προφανώς για να δικαιολογήσει την κοπή ξύλων) ότι προέβη - δήθεν - μόνο σε κλάδεμα των ελαιοδέντρων κατόπιν εντολής του πρώτου εναγόμενου, σε αντίφαση όμως με τον ισχυρισμό τούτου, στην από 12-11-2007 έκθεση εξέτασης του ως κατηγορουμένου, ότι έδωσε εντολή στον Α. Δ. μόνο για συλλογή ελαιοκάρπου, ότι του επέστησε ιδιαίτερα την προσοχή να μη πάρει ούτε τα ξύλα που θα προέρχονταν από το μάζεμα των ελιών και ότι του τόνισε να μην πειράξει καθόλου τα δέντρα και γ) από την 1-9-2009 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου της Ε.

Κ., πωλήτριας έτερου όμορου ελαιοκτήματος στην ενάγουσα, ότι οι υπόλοιποι 3 πωλητές ελαιοκτημάτων, μεταξύ αυτών και η Μ. Κ. (τρίτη εναγόμενη), προέβησαν στην πώληση της ξυλείας "σε διαφόρους ως τους κατηγορεί η ενάγουσα". Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόμενων Κ.

Ο., ο οποίος δηλώνει άγνοια για το αν δόθηκε εντολή κοπής δέντρων από τους πρώτο και τρίτη των εναγόμενων, ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Α., Ν. Π. και Θ. Δ., καθώς ο μεν πρώτος εκφέρει κρίσεις, χωρίς να έχει ιδία γνώση, σχετικά με τη χορήγηση ή μη εντολής από τον πρώτο εναγόμενο στον Α. Δ. για κοπή των δέντρων, ενώ οι λοιποί αναφέρονται αποκλειστικά στο κατά πόσον δόθηκε τέτοια εντολή από τη - μη διάδικο στην παρούσα δίκη - δεύτερη εναγόμενη.

Διαφορετική κρίση δεν δύναται να συναχθεί, για το ανωτέρω ζήτημα, ούτε από την υπ. αρ. 4108/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών (ήδη αμετάκλητη - βλ, το υπ. αρ. 1609/4-4-2014 πιστοποιητικό γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών/Ποινικό Τμήμα), που κήρυξε αθώους τους πρώτο και τρίτη των εναγόμενων (καθ' ων η κλήση) για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε αγροτική υπεξαίρεση (κατά μετατροπή της κατηγορίας περί αγροτικής κλοπής από κοινού και κατ' εξακολούθηση), ήτοι ως υπαίτιους του ότι, το διάστημα 21/10 - 11/11/2007 με πρόθεση προκάλεσαν στον Α.

Δ. την απόφαση να προβεί, μαζί με άλλους άγνωστους δράστες, στην κοπή και τεμαχισμό ελαιοδέντρων στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ενάγουσας και εν συνεχεία στην αφαίρεση της εξαγόμενης ξυλείας, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Και τούτο επειδή, πέραν του ότι η απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο στην αστική δίκη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα λαμβανόμενη υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο..., επιπλέον η ανωτέρω αθωωτική απόφαση διαλαμβάνει για τους πρώτο και τρίτη των εναγόμενων το συνοπτικό σκεπτικό, ότι έδωσαν εντολή στον Α.

Δ. για συλλογή του ελαιοκάρπου και όχι για υλοτόμηση των ελαιοδέντρων, χωρίς ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα ή ανάπτυξη δικανικών συλλογισμών, που να στηρίζουν το παραπάνω συμπέρασμα. Μάλιστα, σε άλλο σημείο του σκεπτικού της αθωωτικής απόφασης, αναφέρεται ότι δημιουργήθηκε διαφωνία ως προς το τίμημα της πώλησης των ακινήτων ανάμεσα στους εναγόμενους πωλητές και την ενάγουσα (δηλαδή ένα ικανό κίνητρο για τους πρώτους, ώστε να προβούν στην πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν), πλην όμως, κατά την ίδια απόφαση, αποδείχθηκε ότι δεν έδωσαν συνέχεια (χωρίς διευκρίνιση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει το τελευταίο).

Τέλος στο σκεπτικό της εν λόγω ποινικής απόφασης ουδόλως διασαφηνίζεται, για ποιο λόγο οι εναγόμενοι πωλητές, εφόσον διαφωνούσαν με την κοπή των ελαιοδέντρων, δεν διέκοψαν άμεσα τη συνεργασία τους με τον Α. Δ., ούτε επιτήρησαν την εκτέλεση από τον τελευταίο της εντολής τους για συλλογή ελαιοκάρπου και μόνον.

Από την ανωτέρω αδικοπραξία, ήτοι παράνομη, υπαίτια και ζημιογόνα για την ενάγουσα, πράξη των πρώτου και τρίτης των εναγόμενων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να καθορισθεί σε ποσό 6.000 ευρώ σε βάρος εκάστου των ανωτέρω εναγόμενων, το οποίο κρίνεται εύλογο, ενόψει του είδους, των περιστάσεων, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της έκτασης της ζημίας της ενάγουσας, του βαθμού υπαιτιότητας (δόλος) των παραπάνω εναγόμενων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, οι δε αντίθετος ισχυρισμός των εκκαλούντων, πρώτου και τρίτης των εναγόμενων..." (εδώ σημειώνεται ότι πρόκειται για τους ήδη αναιρεσείοντες).

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε επιδικάσει υπέρ της αναιρεσίβλητης και εις βάρος εκάστου των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, ποσό 6.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτή από την ένδικη αδικοπραξία.

Ήδη, οι τελευταίοι με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 19, 1 και 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ορθώς εκτιμάται ως μόνο από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι για το ποινικό αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε αγροτική υπεξαίρεση (κατά μετατροπή της κατηγορίας περί αγροτικής κλοπής από κοινού και κατ' εξακολούθηση), ήτοι ως υπαίτιους του ότι, το διάστημα 21/10 - 11/11/2007 με πρόθεση προκάλεσαν στον Α.

Δ. την απόφαση να προβεί, μαζί με άλλους άγνωστους δράστες, στην κοπή και τεμαχισμό ελαιοδέντρων στα ακίνητα ιδιοκτησίας της ενάγουσας και εν συνεχεία στην αφαίρεση της εξαγόμενης ξυλείας, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα, το οποίο (ποινικό αδίκημα) ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ευθύνη τους για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στην αναιρεσίβλητη, κηρύχθηκαν αμετάκλητα αθώοι, δυνάμει της υπ` αριθμ. 4108/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.

Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική τους ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη την αστική τους ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, συνακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτών τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι βάσιμος.

Και τούτο διότι, το Εφετείο, με τη φρασεολογία και τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στο σκεπτικό του, αναφορικά με την αθώωση των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων και, ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι: "...η ανωτέρω αθωωτική απόφαση διαλαμβάνει για τους πρώτο και τρίτη των εναγόμενων (σημειώνεται ότι πρόκειται για τους ήδη αναιρεσείοντες) το συνοπτικό σκεπτικό, ότι έδωσαν εντολή στον Α.

Δ. για συλλογή του ελαιοκάρπου και όχι για υλοτόμηση των ελαιοδέντρων, χωρίς ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα ή ανάπτυξη δικανικών συλλογισμών, που να στηρίζουν το παραπάνω συμπέρασμα. Μάλιστα, σε άλλο σημείο του σκεπτικού της αθωωτικής απόφασης, αναφέρεται ότι δημιουργήθηκε διαφωνία ως προς το τίμημα της πώλησης των ακινήτων ανάμεσα στους εναγόμενους πωλητές και την ενάγουσα (δηλαδή ένα ικανό κίνητρο για τους πρώτους, ώστε να προβούν στην πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν), πλην όμως, κατά την ίδια απόφαση, αποδείχθηκε ότι δεν έδωσαν συνέχεια (χωρίς διευκρίνιση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει το τελευταίο).

Τέλος στο σκεπτικό της εν λόγω ποινικής απόφασης ουδόλως διασαφηνίζεται, για ποιο λόγο οι εναγόμενοι πωλητές, εφόσον διαφωνούσαν με την κοπή των ελαιοδέντρων, δεν διέκοψαν άμεσα τη συνεργασία τους με τον Α. Δ., ούτε επιτήρησαν την εκτέλεση από τον τελευταίο της εντολής τους για συλλογή ελαιοκάρπου και μόνον...", δημιούργησε αμφιβολίες για την αθώωσή τους, αμφισβητώντας την ορθότητα της ανωτέρω, αμετάκλητης, αθωωτικής ποινικής αποφάσεως.

Συνακόλουθα, μετά την παραδοχή της βασιμότητας του ανωτέρω, μοναδικού, αναιρετικού λόγου της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 137/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών εκδόθηκε μετά την 1454/2017 απόφαση του παρόντος (Α1) Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 12/2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.

Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 137/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα ορισθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ