Legislator Case Law & Legislation
1238/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on bank's liability for employee pension fund deficits based on tacit contractual commitment.

Case Number 1238/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially overturned the First Instance Court's decision regarding the National Bank of Greece's liability for pension fund deficits. The bank argued it merely facilitated accounts without assuming legal obligations, but the court found its silence and repeated announcements created a tacit contractual commitment. Consequently, the judgment was remanded for further proceedings while the bank was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A bank's failure to explicitly deny liability for pension fund deficits, combined with repeated announcements of financial facilitation, constitutes a tacit contractual commitment creating a legal obligation to cover such gaps.

Keywords

AI generated
tacit contractual commitment pension fund deficits bank liability employee benefits Code of Civil Procedure remand for further proceedings legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 34, 35 of the Civil Code
Article 62 of the Civil Code
Article 63 of the Civil Code
Article 313, paragraph 1, item d of the Code of Civil Procedure
Articles 286, item a, 287, and 290 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item g of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1238 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1238/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρία" (ΕΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικολάου- Σέργιου Σακαλή και Γεωργίου Θεοδόση, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... έως 37) ... , που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Μαρίας Σκιαδιώτη και Ιωάννη Κυριακόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 1404/8-5-2018.

Εκδόθηκε η 2048/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 13/24-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα άρθρα 34, 35 ΑΚ, 62, 63, 313 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 573 παρ.1), συνάγονται τα εξής: α) O θάνατος κάποιου διαδίκου κατά το χρόνο που η δίκη εκκρεμεί στο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν από την έκδοση της απόφασης αυτού (οπότε υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης), αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.

Προϋπόθεση, όμως, για την επέλευση της διακοπής, αποτελεί η γνωστοποίηση του διακοπτικού της δίκης γεγονότος, με συνέπεια, αν δεν λάβει χώρα ή αν δεν γίνει κατά το διαγραφόμενο από το νόμο τύπο και από τα προς τούτο δικαιούμενα πρόσωπα, δεν επιφέρει διακοπή της δίκης, η οποία έτσι συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο πρόσωπο του αρχικού διαδίκου.

β) Ο θάνατος κάποιου διαδίκου μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αποτελεί επίσης λόγο διακοπής και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου ή, σε περίπτωση έφεσης, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) αυτού, απευθυνόμενο δε κατά του ιδίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Έτσι, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 1544/2014).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους αναιρεσιβλήτους απόσπασμα της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ΔΕ Αγίων Αναργύρων Αττικής, ο εκ των εναγόντων στη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ... Σ... του Σ..., απεβίωσε την 13-8-2018, ήτοι μετά την άσκηση της αγωγής και κατά τη διάρκεια της ενώπιον αυτού εκκρεμούσης δίκης, πλην όμως κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ( ... ), δεν γνωστοποιήθηκε το γεγονός αυτό από τα πρόσωπα που δικαιούνταν, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης και να λάβει γνώση αυτού η αντίδικός του, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο όνομά του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου, παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της η Α... Κ... του Γ... [σύζυγος του αναιρεσιβλήτου Γ... Σ... (33ου)], η οποία δήλωσε, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ότι συνεχίζει τη δίκη στη θέση του ως άνω αρχικού αναιρεσιβλήτου, ως κληρονόμος αυτού, ιδιότητα με την οποία παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα (το ... πρακτικό δημοσίευσης της από ... ιδιόγραφης διαθήκης της Ειρηνοδίκη ..., η ... πράξη της ίδιας Ειρηνοδίκη, με την οποία κηρύχθηκε κυρία η εν λόγω διαθήκη, και το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... ), ο πιο πάνω διάδικος απεβίωσε πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και η προαναφερθείσα σύζυγός του είναι εκ διαθήκης κληρονόμος του, χωρίς να αμφισβητείται η ιδιότητά της ως κληρονόμου από την αναιρεσείουσα.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός της παρισταμένης ήδη, ως κληρονόμου του θανόντος, ως άνω αναιρεσίβλητης περί γνωστοποίησης στην αναιρεσείουσα του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αίτησης αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει κάτι τέτοιο, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αίτησης.

Επομένως, αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με την παρασταθείσα ως άνω κληρονόμο του 33ου των αναιρεσιβλήτων.

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία, δηλαδή, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της έφεσης ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει και με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, επομένως και με το δικόγραφο της αναίρεσης.

Η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει, μάλιστα, στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του δικογράφου έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Υπό τα δεδομένα αυτά, η ένδικη από 23-1-2019 (με αριθμό κατάθεσης 13/24-1-2019) αίτηση αναίρεσης, νομοτύπως ασκηθείσα την 24-1-2019, κατά της 2048/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από συζήτηση της υπόθεσης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να κριθεί παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1), αφού στο δικόγραφό της, το οποίο, όπως προκύπτει από την ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά ... , επιδόθηκε νόμιμα στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των ήδη αναιρεσιβλήτων Μαρία Σκιαδιώτη την .... , περιέχεται δήλωση της ηττημένης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 17-12-2018 (με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 8451/2018) έφεσης, που είχε ασκήσει εμπροθέσμως (όπως αναφέρεται στην αίτηση και δεν αμφισβητείται) κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που της επιδόθηκε την 20-11-2018, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής της δικαστικής επιμελήτριας ... .

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

4. Στο άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012).

Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές (ΑΚ 361, άρθρο 4 παρ.7 του α.ν. 1022/1946).

Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1330/2018).

5. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990, "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ", ενώ με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992, τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Με τον επακολουθήσαντα ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1-1-2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών.

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΟλΑΠ 9/2012).

6. Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μίας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.

Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, χωρίς νομική ή προϋφιστάμενη συμβατική δέσμευση, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση της σύμβασης δέσμευσης (ΑΚ 361) και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.

Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη (που αποτελεί τον πυρήνα της σχετικής πρακτικής) να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, πρέπει δε να είναι και ανεπιφύλακτη. Ειδικότερα, οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο τελευταίος, κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών (ΑΠ 1292/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η επιφύλαξη αυτή του εργοδότη πρέπει να είναι σαφής, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, η βούληση του εργοδότη να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον. Στην περίπτωση αυτή, από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των οικειοθελών παροχών.

Κατά συνέπεια, η από τον εργοδότη διακοπή ή τροποποίηση μίας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε θεμελιώνει αξίωση για τη συνέχιση της καταβολής μίας τέτοιας παροχής. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργηθεί συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μίας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα ανάκλησης, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 48/2015).

Για τη διαμόρφωση της επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο είχε λυθεί, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή πρακτική, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη, που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 673/2014).

7. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 141/2020, ΑΠ 877/2017).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2048/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι κατά την 13/18-11-1949 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου (τότε Γενικού Συμβουλίου) της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) συστήθηκε ο Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), με ταυτόχρονη έγκριση του Κανονισμού λειτουργίας του.

Ότι ο λογαριασμός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Κανονισμού του, ιδρύθηκε "παρά τη Εθνική Τραπέζη" με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της ΕΤΕ, με την πρόβλεψη ότι στο λογαριασμό αυτό θα πιστώνονταν οι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού πόροι.

Ότι ο εγκριθείς από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης ως άνω Κανονισμός, που τέθηκε σε ισχύ την 1-10-1949, μετά τη συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Τράπεζα Αθηνών (προκειμένου να εισέλθει στην επικούρηση και το προερχόμενο από την Τράπεζα Αθηνών προσωπικό), τροποποιήθηκε και αναμορφώθηκε από την 1-1-1996, μετονομαζόμενος έκτοτε σε "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος".

Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του νέου Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, ο τελευταίος συστήθηκε "παρά τη Εθνική Τραπέζη" ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός "επί τω σκοπώ της επικουρήσεως, υπό του Ταμείου Αλληλοβοηθείας των υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος και του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της Τραπέζης ταύτης, συμφώνως προς τα εδάφια ε' των άρθρων 2 των Καταστατικών αμφοτέρων των ειρημένων Ταμείων", ενώ από την παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου συνάγεται ότι προϋπόθεση παροχής της μηνιαίας επικούρησης στο εξερχόμενο προσωπικό είναι η ιδιότητά του, προ της εξόδου του, ως σφαλισμένου στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας (πρώην) Εθνικής ή αυτό της Τράπεζας (πρώην) Αθηνών και η συνταξιοδότησή του παρά των Ταμείων αυτών.

Ότι κατά την παρ.1 του άρθρου 2 του ίδιου Κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με την 1359/2008 απόφαση του ΔΣ της Εθνικής Τράπεζας, το λογαριασμό διαχειρίζεται οκταμελής Διαχειριστική Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΤΕ (ως Πρόεδρο), δύο υπαλλήλους της Τράπεζας, οριζόμενους από εκείνη, τους προέδρους των ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ, του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ, Ταμιακών, Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), ένα μέλος του ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ και τον Πρόεδρο του ΔΣ του Συλλόγου Συνταξιούχων ΕΤΕ, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "Η Διαχειριστική Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του ειδικού λογαριασμού και μεριμνά για την επωφελεστέρα τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων, απαγορευομένης πάσης χορηγήσεως δανείων, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, ως και των υπ' αυτού ενεργουμένων καταβολών, συμφώνως προς τα δια των σχετικών άρθρων καθοριζόμενα.

Ομοίως αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9 εδ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως, αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού, της αποφάσεώς της ισχυούσης καθολικώς δι' άπαντας τους επικουρουμένους, ήτοι τόσον δια τους μέχρι της ισχύος ταύτης επικουρουμένους όσον και τους μετ' αυτήν, ή περί επιστροφής γενομένων κρατήσεων εις μη δικαιωθέντας επικουρήσεως, ή περί διακοπής απονεμηθείσης επικουρήσεως και εγκρίνει τους προϋπολογισμούς, ισολογισμούς και απολογισμούς, βάσει του ημερολογιακού έτους".

Ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου Κανονισμού "Η υπηρεσία του Ειδικού Λογαριασμού εν γένει διεξάγεται υπό υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, οριζομένων υπό του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής, Διευθύνοντος Συμβούλου της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος ή, απόντος ή κωλυομένου αυτού, υπό του αναπληρωτού του.

Μεταξύ των υπαλλήλων τούτων ορίζεται υπό της ΔΕ ο Διευθυντής και ο αναπληρωτής αυτού, ως και ο Προϊστάμενος του Γραφείου", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του εν λόγω Κανονισμού, πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών και της ΕΤΕ, ποσοστού 3,5% και 9%, αντίστοιχα, επί των πάσης φύσεως αποδοχών των μισθωτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της Τράπεζας, η εισφορά γάμου των ασφαλισμένων, η εφάπαξ εισφορά για την απόκτηση τέκνου, εισφορά της ΕΤΕ ίση με την καταβαλλόμενη από τους ασφαλισμένους λόγω γάμου και τέκνων, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κλπ.

Ότι, τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κανονισμού "1. Εκ του συνόλου των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού, καθορίζεται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής το ποσοστό της κρατήσεως, βάσει των εκάστοτε λογιστικών δεδομένων, δια τον σχηματισμό αποθεματικού. Το απομένον υπόλοιπο χρησιμοποιείται προς εξυπηρέτηση των επικουρήσεων. 2.

Η επικούρηση των δικαιούχων του άρθρου 8 του παρόντος καθορίζεται σε ποσοστό επί των συνταξίμων αποδοχών, ανάλογα των συνταξίμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως παρακάτω [....]. 8. Το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου. 9.

Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας. Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό".

Ότι από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά συμβατικής προέλευσης (ΑΚ 361) ειδικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, ο οποίος στερείται νομικής προσωπικότητας και έχει ως βασικό σκοπό τη μετεργασιακή επικούρηση των αποχωρούντων από την ενεργό υπηρεσία υπαλλήλων της εναγομένης (με τη μορφή επικουρικής μηνιαίας σύνταξης).

Ότι πρόκειται, επομένως, για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος ιδρύθηκε και διατηρείται επί περίπου εβδομήντα έτη από την εναγομένη ως εργοδότρια, λειτουργώντας ως εσωτερική υπηρεσία της, στελεχωμένη από υπαλλήλους της, οι οποίοι ορίζονται κάθε φορά από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λογαριασμού.

Ότι, συνακόλουθα, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, ενόψει και του ότι ουδέποτε υπήρξε στον εν λόγω λογαριασμό οιαδήποτε κρατική εποπτεία ή παρέμβαση τόσο κατά την ίδρυσή του όσο και κατά τη λειτουργία του και ιδίως τη χρηματοδότησή του.

Ότι οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την υποχρεωτική υπαγωγή, δυνάμει των διατάξεων του ν. 3371/2005, των προσλαμβανομένων στην εναγομένη από την 1-1-2005 και μετά στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών) αντί αυτής του ΛΕΠΕΤΕ, δοθέντος ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών.

Ότι ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συστήθηκε ούτε λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ουδέποτε η εναγομένη, μέχρι και το έτος 2017, εφάρμοσε στο λογαριασμό τις κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ.2 περί εισφοράς 1 προς 1 ασφαλισμένου και εργοδότη στους πόρους του λογαριασμού, ενώ αντίθετα εξακολούθησε να εφαρμόζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ εισφορά του 3,5% από τους ασφαλισμένους επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους προς 9% επί των ως άνω αποδοχών από την ίδια.

Ότι το γεγονός ότι ο λογαριασμός δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά φορέα ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, επιβεβαίωσε ομόφωνα και η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ κατά την 241/26-10-1995 συνεδρίασή της, κατά την οποία ρητώς αποδέχθηκε τη συμβατική φύση του λογαριασμού και προσδιόρισε τον κύριο σκοπό του, ως αναγόμενο στην οικονομική ενίσχυση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζομένων της ΕΤΕ, εκ των οποίων συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση δεν έχει το χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγομένης.

Ότι υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι από το έτος 1995, με τροποποίηση του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ και κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής, αποσυνδέθηκε ο υπολογισμός των επικουρήσεων του λογαριασμού από τις εκάστοτε καταβαλλόμενες συντάξιμες αποδοχές των δικαιούχων και έκτοτε γίνεται επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων μισθολογικών αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγομένης.

Ότι κατά την ως άνω τροποποίηση καταργήθηκε και η παρ.3 του άρθρου 9 αυτού, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα μείωσης των χορηγούμενων επικουρήσεων, κατόπιν απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής και έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, βάσει της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του λογαριασμού και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται πλέον στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων διαχείρισης του ΛΕΠΕΤΕ η περικοπή του ύψους των καταβαλλόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.

Ότι, λόγω του ότι από τον Ειδικό Κανονισμό δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξη αυτού νομική δέσμευση της εναγομένης να καλύπτει, πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 εισφοράς της, τα όποια προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα του λογαριασμού, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η καταβολή στους ασφαλισμένους του των προβλεπόμενων μηνιαίων επικουρήσεων, συνάγεται κατ' αρχάς ότι προϋπόθεση καταβολής των επικουρήσεων είναι η οικονομική βιωσιμότητα του λογαριασμού, ο οποίος συνακόλουθα δεν λειτουργεί ρητά ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το υπ' αριθμό 19 Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο.

Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, ερευνώντας (αντιγραφή κατά λέξη) "εάν υφίσταται τεκμαιρόμενη δέσμευση της εναγομένης ως εργοδότριας να καλύπτει της οικονομικές αδυναμίες του λογαριασμού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, βάσει πρακτικής, με τη μακρόχρονη εκ μέρους της κάλυψη των σχετικών ταμειακών ελλειμμάτων, ώστε να προκύπτει η κατάρτιση σιωπηρής συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της πρακτικής αυτής στο διηνεκές", δέχθηκε τα εξής:

Ότι, όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή και συνομολογείται από την εναγομένη, η τελευταία προέβαινε, κατά τα τελευταία δέκα τουλάχιστον έτη, σε αδιάλειπτη κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και μάλιστα, παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του εδ. γ' της παρ.2 του άρθρου 52 του ν. 2084/1992, ο οποίος απαγόρευε στους εργοδότες των ασφαλισμένων σε επικουρικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης (όπως ο ΛΕΠΕΤΕ, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης) να καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα των φορέων αυτών με ποσά που υπερέβαιναν τα καταβληθέντα για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Ότι η ανάγκη χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ ανέκυψε επιτακτικά από το 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα, οφειλόμενα αφενός στις αποφασισθείσες αυξήσεις των καταβαλλόμενων επικουρήσεων σε όλους τους εξερχόμενους πριν την 1-11-2004 δικαιούχους του και αφετέρου -ιδίως- στην υποχρεωτική, βάσει του ν. 3371/2005, υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων από την 1-1-2005 εργαζομένων της εναγομένης στο ΕΤΕΑΜ και όχι στον ΛΕΠΕΤΕ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί χρηματοδοτούμενος από κλειστή ομάδα εν ενεργεία εργαζομένων της ΕΤΕ, που έβαιναν συνεχώς μειούμενοι, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μειώνεται βαθμιαία η τροφοδότηση του λογαριασμού από εισφορές των εργαζομένων και της εναγομένης και να αναμένεται μελλοντικά η παύση χρηματοδότησης του λογαριασμού από τις πηγές αυτές.

Ότι για το λόγο αυτό και προκειμένου να διασφαλισθεί η ταμειακή επάρκεια του λογαριασμού, ο οποίος από την ίδρυσή του λειτουργεί ως ομάδα περιουσίας, αποφασίσθηκε ομόφωνα, κατά την 395/26-10-2005 συνεδρίαση της Διαχειριστικής του Επιτροπής, η ανασυγκρότηση της επιτροπής επενδύσεών του, έτσι ώστε να μετέχουν σε αυτή, εκτός από τους προέδρους του ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ, του ΣΥΕΤΕ και του Συλλόγου Συνταξιούχων της ΕΤΕ, που τη συγκροτούσαν μέχρι τότε, και δύο υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής της Διεθνικής ΑΕ και ο Διευθυντής Διαχείρισης και Χρηματαγοράς, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματαγοράς και οι οποίοι, κατόπιν ρητής απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, θα συνεργάζονταν υποχρεωτικά με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο του ΛΕΠΕΤΕ για θέματα επενδύσεων του αποθεματικού του λογαριασμού.

Ότι έκτοτε έγινε προσπάθεια οικονομικής ενδυνάμωσης του ΛΕΠΕΤΕ με επενδυτικές κινήσεις, που οδήγησαν μάλιστα στην κατηγοριοποίηση του ΛΕΠΕΤΕ σε "επαγγελματία πελάτη", κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3606/2007, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε ομόφωνα στην 455/23-2-2010 συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του.

Ότι, αν και μοναδικός σκοπός της επενδυτικής επιτροπής ήταν η επωφελής τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του, η επιτροπή, υπό τη νέα διευρυμένη σύνθεσή της, προέβη συστηματικά σε επένδυση των αποθεματικών του ΛΕΠΕΤΕ αποκλειστικά σε μετοχές της ΕΤΕ, με αποτέλεσμα, όταν με την πάροδο των ετών μειώθηκε ραγδαία η αξία των εν λόγω μετοχών, να μειωθούν αναλόγως τα αποθεματικά του ΛΕΠΕΤΕ και να σημειωθούν τα πρώτα ταμειακά του ελλείμματα.

Ότι στην οικονομική αποδυνάμωση του ΛΕΠΕΤΕ συνέτειναν περαιτέρω οι επιχειρηματικές αποφάσεις της εναγομένης να εξαγγέλλει, κατά καιρούς, προγράμματα εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων της, προκειμένου να πετύχει μείωση των δαπανών της από μισθολογικό κόστος (ενδεικτικά αναφέρονται προγράμματα εθελουσίας εξόδου των ετών 2000, 2001, 2002, 2004, 2006, 2008, 2013 και 2016, κατά τη διάρκεια των οποίων αποχώρησαν από την ΕΤΕ πάνω από 7.000 εργαζόμενοι).

Ότι συγκεκριμένα, από την εφαρμογή των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, ο ΛΕΠΕΤΕ, αφενός απώλεσε σημαντικό ποσοστό των πόρων του και δη των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω της πρόωρης αποχώρησης από την ενεργό υπηρεσία μεγάλου αριθμού εργαζομένων, και αφετέρου υποβλήθηκε πολύ νωρίτερα στο κόστος της καταβολής επικουρήσεων σε αυτούς που αποχώρησαν, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η αναλογιστική ισορροπία του λογαριασμού, αφού αποδυναμώθηκε το κεφάλαιό του.

Ότι από το έτος 2005 και μετά, σε όλους τους προϋπολογισμούς του ΛΕΠΕΤΕ, τα έξοδα του λογαριασμού (από τις παροχές) άρχισαν να υπερβαίνουν βαθμιαία τα έσοδά του (από τις εισφορές), γεγονός που οδήγησε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά του και δημιούργησε οξύ πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, ως προς την καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.

Ότι, σε σχέση με την κάλυψη από την εναγομένη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, από το έτος 2007 έως και το έτος 2017, ακολουθήθηκε η αδιάλειπτη χρηματοδότηση του λογαριασμού εκ μέρους της με την καταβολή, πέραν της προβλεπόμενης εισφοράς της 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία εργαζομένων της, των απαιτούμενων κάθε φορά ταμειακών ελλειμμάτων του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση καταβολής των προβλεπόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Κανονισμού.

Ότι, ειδικότερα, η ΕΤΕ κατέβαλε στο λογαριασμό το έτος 2007 το ποσό των 13.631.000 ευρώ, το έτος 2008 το ποσό των 16.150.000 ευρώ (ήτοι 3.500.000 + 3.000.000 + 6.100.000 + 3.550.000), το έτος 2009 το ποσό των 10.650.000 ευρώ (ήτοι 3.500.000 + 3.550.000 + 3.600.000), το έτος 2010 το ποσό των 2.260.000 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό των 1.565.000 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 5.350.000 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 3.900.000 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 6.600.000 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 7.800.000 ευρώ, το έτος 2016 το ποσό των 6.900.000 ευρώ και το έτος 2017 το ποσό των 12.160.000 ευρώ.

Ότι για όλες τις ανωτέρω καταβολές καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και του ΛΕΠΕΤΕ, εκπροσωπούμενου από τη Διαχειριστική Επιτροπή του, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείων, με τα οποία προβλέφθηκε ότι οι χορηγήσεις των αντιστοίχων ποσών συνιστούσαν απλώς έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή αυτών και ότι, περαιτέρω, ο δανειζόμενος ΛΕΠΕΤΕ αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει στην εναγομένη τις εν λόγω ταμειακές διευκολύνσεις, το συντομότερο δυνατόν, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του.

Ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη ως άνω δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, καθόσον καταρτίσθηκαν με αντισυμβαλλόμενο τον ΛΕΠΕΤΕ, ο οποίος δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ούτε ικανότητα διαδίκου και, ως εκ τούτου, στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας για την ανάληψη συμβατικής ευθύνης από την κατάρτιση δανείου.

Ότι, περαιτέρω, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν μπορούσε να εκπροσωπηθεί δικαιοπρακτικά για την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων από τη Διαχειριστική Επιτροπή, καθόσον από καμία διάταξη του Κανονισμού του δεν χορηγείται αρμοδιότητα ανάληψης υποχρεώσεων για το λογαριασμό εκ μέρους της Επιτροπής. Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν καταρτισθεί νόμιμα, προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενό τους ότι επρόκειτο για συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν προσχηματικά από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ως δανειακές, καθόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία επιστροφής των χρημάτων από τον ΛΕΠΕΤΕ στην εναγομένη στο διηνεκές, ενόψει της προδιαγεγραμμένης αδυναμίας οικονομικής ανάκαμψης του λογαριασμού στο μέλλον.

Ότι επρόκειτο, συνεπώς, για εικονικές και, ως εκ τούτου, άκυρες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης προς τους δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ, με τη μορφή της άνευ νομικής υποχρέωσης διαρκούς χρηματοδότησής του, προς επίτευξη της αδιάλειπτης εκ μέρους του παροχής των επικουρήσεων.

Ότι οι ως άνω οικειοθελείς παροχές της εναγομένης έλαβαν χώρα χωρίς διατύπωση ρητής επιφύλαξης διακοπής τους στο μέλλον, καθόσον προϋπόθεση της "επιφύλαξης ελευθεριότητας" της οικειοθελούς παροχής στο μέλλον συνιστά η προηγούμενη γνωστοποίησή της από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, η οποία ωστόσο ουδέποτε υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον δεν προέκυψε ότι το περιεχόμενο των ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων κατέστη γνωστό στους εργαζομένους της εναγομένης ή ότι ενημερώθηκαν αυτοί καθοιονδήποτε τρόπο από την εναγομένη για το ενδεχόμενο διακοπής της καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον.

Ότι, συνεπώς, ευλόγως δημιουργήθηκε στους δικαιούχους επικουρήσεων (πρώην και νυν εργαζομένους της ΕΤΕ), μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, η πεποίθηση ότι οι επικουρήσεις θα εξακολουθούσαν να καταβάλλονται ανελλιπώς και στο μέλλον, παρά τις όποιες ταμειακές δυσχέρειες του λογαριασμού, δημιουργώντας βάσιμο δικαίωμα προσδοκίας για την παροχή τους.

Ότι ενόψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι από τη γενική, μακρόχρονη και ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίσταται στην κάλυψη, επί έντεκα τουλάχιστον συναπτά έτη, των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι του τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό του μηνιαίες επικουρήσεις, καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης και αφετέρου των εργαζομένων της -δικαιούχων του ΛΕΠΕΤΕ- σιωπηρή συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγομένη δεσμεύθηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον τον ανωτέρω λογαριασμό, ώστε να είναι εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων, τόσο στο σύνολο των δικαιούχων του λογαριασμού όσο και για το σύνολο των οφειλομένων παροχών του.

Ότι, επομένως, όταν το Δεκέμβριο του 2017 η εναγομένη διέκοψε την καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους ενάγοντες καθώς και στους λοιπούς δικαιούχους, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε αιφνίδια διακοπή της χρηματοδότησής του, παραβίασε συμβατική της υποχρέωση. Ότι η απόφαση της εναγομένης να παύσει μονομερώς τη χορήγηση των επικουρήσεων αποτελεί μη νόμιμη ανάκληση συμβατικής παροχής και, ως εκ τούτου, συνιστά αυθαίρετη αθέτηση της προαναφερόμενης σιωπηρής συμφωνίας.

Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή, κατά το μέρος που αφορά τη βάση της από τη σιωπηρώς δημιουργηθείσα συμβατική δέσμευση της εναγομένης από επιχειρησιακή συνήθεια και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλλει σε κάθε ενάγοντα μηνιαίως, από τον Ιανουάριο του έτους 2018 και εφεξής, το εκεί αναφερόμενο για τον καθένα χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στην καθοριζόμενη από τον κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση, πλέον των επικουρήσεων που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών και άδειας, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, ενώ κατά τα λοιπά (νομικές βάσεις και αιτήματα) απέρριψε την αγωγή.

9. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, που λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής σύνταξης και ως ομόλογος αυτού, αλλά ότι πρόκειται για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, η δε μηνιαία επικούρηση δεν έχει το χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που έχει καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων του προσωπικού της αναιρεσείουσας και ότι υπόχρεη καταβολής των μηνιαίων αυτών επικουρήσεων είναι η τελευταία, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990, 10 παρ.1 εδ.

β' του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ.1 του ν. 1976/1991, 2 παρ.4 εδ. β' του ν. 2084/1992 και 12 του ν. 1405/1983, τις οποίες παραβίασε και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του αν ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά ή όχι φορέα κοινωνικής ασφάλισης για παροχή επικουρικής σύνταξης.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού η αγωγή των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή ως προς τη βάση της από τη σιωπηρώς δημιουργηθείσα συμβατική δέσμευση της εναγομένης από επιχειρησιακή συνήθεια, δυνάμει της οποίας η τελευταία δεσμεύθηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον το λογαριασμό, ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι στο διηνεκές τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό μηνιαίες επικουρήσεις τους, τις οποίες και επιδίκασε αναγνωριστικά και, κατά συνέπεια, δεν επιδρά στο διατακτικό, το οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην πιο πάνω κρίση, ο χαρακτηρισμός από το δικαστήριο της ουσίας της νομικής φύσης του ΛΕΠΕΤΕ, "ως λογαριασμού ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης".

10. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ήτοι σιωπηρού όρου στη σύμβαση εργασίας ενός εκάστου των εναγόντων να καλύπτει αυτή τα ταμειακά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ από το έτος 2007 (και όχι μέχρι το 1992, οπότε θα μπορούσε να προκύπτει δέσμευση καταβολής ελλείμματος μέχρι του ποσού που καταβλήθηκε το έτος αυτό), αφενός παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ.

γ' του ν. 2084/1992, η οποία απαγορεύει την κάλυψη των ελλειμμάτων των επικουρικών φορέων κοινωνικής ασφάλισης εκ μέρους του εργοδότη, σε περίπτωση που δεν κάλυπταν ελλείμματα το έτος 1992, και αφετέρου παραβίασε αυτή και εκ πλαγίου, διότι δεν διαλαμβάνει παραδοχή, εάν και σε πιο ποσό κάλυπτε ελλείμματα το έτος 1992, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, εάν επιτρεπτά κάλυπτε ελλείμματα κατά τα έτη 2007 έως και 2017 και έτσι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ. γ' του ν. 2084/1992, η οποία θέτει ποσοτικό περιορισμό της συμμετοχής του εργοδότη για την κάλυψη ελλειμμάτων επικουρικών φορέων ασφάλισης, προϋποθέτει να έχει αναλάβει ο εργοδότης, είτε με καταστατικές είτε με άλλες διατάξεις, την υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων αυτών, περίσταση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η εναγομένη δεν ανέλαβε με καταστατικές ή άλλες διατάξεις την ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και, ως εκ τούτου, δεν τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη.

Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο της αίτησης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να θεμελιώσει την κρίση του στη δημιουργηθείσα πρακτική της εκμετάλλευσης, συνιστάμενη στην επί μία δεκαετία (2007-2017) ανεπιφύλακτη εκ μέρους της αναιρεσείουσας κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ με τη χορήγηση στον τελευταίο, υπό τη μορφή ταμειακών διευκολύνσεων, των απαιτούμενων χρηματικών ποσών για την απρόσκοπτη συνέχιση της καταβολής στους δικαιούχους των μηνιαίων επικουρήσεων, και ανεξαρτήτως της εσφαλμένης κρίσης ως προς την ακυρότητα των ιδιωτικών συμφωνητικών, έλαβε υπόψη με την έννοια του "πράγματος" τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν προτάθηκαν, η δε σχετική αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής δεν έχει την έννοια της πρακτικής της εκμετάλλευσης, αλλά της "πρακτικής" της Τράπεζας να καλύπτει διαχρονικά (όχι μόνο επί 10 έτη) τα ελλείμματα, ως επιβεβαίωσης της θεμελιωμένης στον ειδικό κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ σχετικής υποχρέωσής της, είναι απαράδεκτος.

Τούτο διότι δεν ιδρύεται ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης (του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ) στην περίπτωση που το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα επικαλούμενα με την αγωγή περιστατικά, προσδίδει στην επικαλούμενη έννομη σχέση τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, καταλήγοντας σε διαφορετικό νομικό συμπέρασμα από εκείνο του διαδίκου, τα δε ως άνω αναφερόμενα συνιστούν ισχυρισμό που αναφέρεται στην, κατά την εναγομένη, νομική εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής.

11. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο της ουσίας, με το να καταλήξει στην κρίση ότι με την επί μεγάλο χρονικό διάστημα (από 2007 έως και 2017) πρακτική κάλυψης των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό επικουρήσεις, δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία αποτέλεσε βάση σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ αυτής και των εργαζομένων της- δικαιούχων του ΛΕΠΕΤΕ, που στηρίζει τις αξιώσεις τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τις ανωτέρω παραδοχές, κατ' ακολουθία των οποίων έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά το προαναφερθέν μέρος, αφενός ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις και αφετέρου διέλαβε ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία κατά τη θεμελίωση της απόφασής του, που δημιουργεί έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συμβατικής υποχρέωσης ή μη της ΕΤΕ να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού στο διηνεκές, καθώς και ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί του αν υπήρχαν ενεργείς συμβάσεις εργασίας μεταξύ των διαδίκων κατά τη χορήγηση των πιο πάνω "οικειοθελών παροχών", που αποτέλεσαν τη βάση δημιουργίας της επιχειρησιακής συνήθειας.

Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνει παραδοχές σχετικά με το χρόνο λύσης των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, λόγω συνταξιοδότησης, ούτε αποσαφηνίζει αν οι τελευταίοι (όλοι ή ορισμένοι εξ αυτών), κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως και 2017, κατά το οποίο (σύμφωνα με τις παραδοχές) δημιουργήθηκε η επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία αποτέλεσε βάση σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, είχαν ή όχι ενεργείς συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, αφού προϋπόθεση δημιουργίας επιχειρησιακής συνήθειας είναι η ενεργής εργασιακή σύμβαση του μισθωτού ή, έστω, αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη, που ανάγεται στο χρόνο που οι συμβάσεις ήταν ενεργείς.

Ακόμη, μολονότι δέχεται ότι για όλες τις καταβολές καταρτίσθηκαν, μεταξύ της διαχειριστικής επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ και της εναγομένης, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείου, στα οποία αναφέρεται ότι οι χορηγήσεις των αντιστοίχων ποσών συνιστούσαν απλώς έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή τους στο μέλλον και παρόλο που οι επαναλαμβανόμενες αυτές δηλώσεις, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από τη διαχειριστική επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ, καθιστούν σαφές για τον τελευταίο (ΛΕΠΕΤΕ) ότι η εργοδότρια θέλησε να αποκλείσει κάθε δέσμευση για το μέλλον, κατέληξε ότι οι ως άνω "οικειοθελείς παροχές" έγιναν χωρίς επιφύλαξη ελευθεριότητας, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε ότι οι εργαζόμενοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου των ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων ή ότι ενημερώθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την εναγομένη για το ενδεχόμενο διακοπής της καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον.

Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατική και δημιουργεί ασάφεια, καθόσον συνήγαγε έλλειψη διατύπωσης ρητής επιφύλαξης διακοπής των παροχών στο μέλλον, δεχόμενη ότι δεν έλαβαν γνώση της επιφύλαξης οι εργαζόμενοι, παρόλο που δέχθηκε ότι τα ιδιωτικά συμφωνητικά δανείων (και ανεξαρτήτως του ότι ως δανειακές συμβάσεις κρίθηκαν άκυρες, κατά τα ανωτέρω) καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και της διαχειριστικής επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, μέλη της οποίας είναι, κατά τις παραδοχές, μεταξύ των άλλων, και εκπρόσωποι των συλλόγων εργαζομένων και συνταξιούχων της ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ.1 του κανονισμού).

Προσέτι δε, παρόλο που δέχεται ότι διαλαμβάνεται δήλωση επιφύλαξης στα ιδιωτικά συμφωνητικά, δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο οι εργαζόμενοι (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) δεν έλαβαν γνώση αυτών. Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αίτησης, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα απόφαση ως προς την εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων (ΚΠολΔ 562 παρ.4, όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015), είναι βάσιμος.

Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι παραβιάσθηκε ευθέως (και) η διάταξη του άρθρου 52 παρ.2 εδ. γ' του ν. 2084/1992, με τη μη εφαρμογή της, είναι αβάσιμη, με την ίδια αιτιολογία που παρατίθεται ανωτέρω (με αριθμό 10) και αφορά το δεύτερο λόγο αναίρεσης.

12. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 141/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατ' ακολουθία των οποίων κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση, δημιούργησε αμφιβολία ως προς το αν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία με επίκληση είχε προσκομίσει η εναγομένη ενώπιόν του και από τα οποία προκύπτουν περιστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι ταμειακές διευκολύνσεις ήταν εξ αρχής οικειοθελείς με την επιφύλαξη ελευθεριότητας, ήτοι με το σαφή αποκλεισμό αντίστοιχης συμβατικής δέσμευσης για το μέλλον.

Ειδικότερα, δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη α) την από 1-8-2008 ανακοίνωση της εναγομένης προς το προσωπικό της, με την οποία κατέστησε σαφές, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύπτει τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, ούτε είχε εγγυηθεί το ύψος του ποσού των καταβαλλόμενων επικουρήσεων, ότι πάντοτε οικειοθελώς συνέβαλε και διευκόλυνε οικονομικά το λογαριασμό για την επίτευξη των σκοπών του και ότι η κάλυψη των ελλειμμάτων δεν αποτελεί υποχρέωση της Τράπεζας, και β) την από 3-4-2009 ανακοίνωση της εναγομένης προς το προσωπικό της, με την οποία επανέλαβε τη θέση της ότι προέβη στην ταμειακή διευκόλυνση του λογαριασμού, χωρίς να έχει αναλάβει οποιαδήποτε υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων και χωρίς να έχει εγγυηθεί τις συντάξεις ή να έχει σχετική υποχρέωση από το νόμο και ότι η μόνη υποχρέωση που έχει συνίσταται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών της, καθώς και ότι ο ΛΕΠΕΤΕ ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει τα καταβληθέντα ποσά στην Τράπεζα, τα οποία εδόθησαν προς ταμειακή και μόνο διευκόλυνση του λογαριασμού (με εξασφαλίσεις αλλά και χωρίς ασφάλεια).

Η παράλληλη, ορθή αξιολόγηση των εγγράφων αυτών, τα οποία φαίνεται ότι αγνοήθηκαν, θα είχε οδηγήσει στην αποσαφήνιση των ως άνω παραδοχών και θα μπορούσε να έχει επηρεάσει την κρίση του πρωτοδικείου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ρητής επιφύλαξης της εργοδότριας περί αποκλεισμού κάθε δέσμευσης για το μέλλον ως προς τη χρηματοδότηση του λογαριασμού.

Επομένως, ο πέμπτος (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα, είναι βάσιμος. Τα λοιπά έγγραφα, ήτοι η από 14-7-2008 αγωγή του ΛΕΠΕΤΕ και λοιπών και η από 14-7-2008 αγωγή του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και λοιπών, που αναφέρονται σε αυτόν ως μη ληφθέντα υπόψη, με βάση το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος.

13. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των τρίτου και πέμπτου λόγων της αίτησης, στην έκταση που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως προς τη βάση της από τη σιωπηρώς δημιουργηθείσα συμβατική δέσμευση της εναγομένης από επιχειρησιακή συνήθεια και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2048/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2020. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ