Legislator Case Law & Legislation
1238/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over death compensation, rejecting procedural and substantive grounds.

Case Number 1238/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a single-instance court ruling awarding death compensation to the deceased's family. The court rejected arguments regarding the admissibility of the appeal, the lower court's consideration of unproven facts, and alleged contradictions in reasoning concerning joint liability. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a labor court judgment is admissible only if specific grounds are met, and vague allegations of procedural errors or violations of common sense without precise identification of facts fail to establish a basis for overturning the decision.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal death compensation award joint liability reasoning procedural admissibility common sense standards legal costs allocation single instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1, and 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1238 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1238/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Δάρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π., χήρας Α. Π., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Α., κατοίκου ... και 3)Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Ανδριοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 4/10/2012 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4289/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιιρεσείουσα εταιρεία με την από 29/7/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 29-7-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 115/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) μετά από συνεκδίκαση της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και της εφέσεως της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 4289/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564, 566 παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-7-2012 και με αριθμό κατάθεσης 6520/2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και αναγνωρίστηκε ότι αυτή (πρώτη εναγομένη) οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 60.000 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ηλικίας 57 ετών Α. Π., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, που έλαβε χώρα στις 24-11-2007 στο λιμάνι του … σε δεξαμενή καυσίμων του υπό ... σημαία φορτηγού πλοίου "...", κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως εργαζόμενος με την ειδικότητα του αμμοβολιστή-καθαριστή στην πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είχε αναλάβει με υπεργολαβία τον καθαρισμό των δεξαμενών του ως άνω πλοίου.

Η προσβαλλόμενη 115/1.3.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου, όσον αφορά αποκλειστικώς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και αφού κράτησε την υπόθεση το Εφετείο Πειραιά και δίκασε την ως άνω αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει με το να αναγνωρίσει ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην πρώτη των εναγόντων (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 50.000 ευρώ και στο δεύτερο και τον τρίτο των εναγόντων (ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα.

3. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες α) από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αγνόησε το δεδικασμένο που προκύπτει από τη μη προσβληθείσα με τις εφέσεις κρίση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σχετικά με το νομότυπο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης των εναγόντων κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων (με αριθμούς 370 και 371/27.2.2013) μαρτύρων του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και ότι προέβη απαραδέκτως και πάλιν σε έλεγχο του νομότυπου και εμπρόθεσμου της κλήτευσης αυτών (εναγόντων) κατά τη συζήτηση των εφέσεων με συνέπεια να μην τις λάβει υπόψη του επειδή δεν προσκομίστηκαν οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης (οι οποίες μνημονεύονται στην πρωτότυπη απόφαση), προς απόδειξη της κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ νομότυπης κλήτευσης των εναγόντων κατά τη λήψη τους, β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις με αριθμούς 370 και 371/27-2-2013 ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες δόθηκαν με πρωτοβουλία αυτής (αναιρεσείουσας) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, και γ) από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο ανακάλεσε οριστική μη προσβληθείσα απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ορ. ΑΠ 743/2017). Προϋποθέσεις για την ύπαρξη του δεδικασμένου είναι η ύπαρξη απόφασης πολιτικού δικαστηρίου υπαρκτής και τελεσίδικης (που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση), η ταυτότητα της διαφοράς και η ταυτότητα των προσώπων.

Το δεδικασμένο καλύπτει καταρχήν το κριθέν ζήτημα-δικαίωμα, δηλ. τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση που διαγνώσθηκε από την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει με το αντικείμενο της, υλικό ή όχι, καθώς επίσης την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση και τη νομική αιτία (δηλ.

το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου). Το δεδικασμένο επεκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως μόνο αν αυτά αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, εφ' όσον το Δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά, όχι όμως και για όσα χωρίς ανάγκη, αλλά πλεοναστικώς κρίθηκαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο υφίσταται όταν στη νέα δίκη πρόκειται για την ίδια δικαιολογική σχέση και για το ίδιο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (βλ. ΑΠ 712/2013 ΝοΒ 2013.2204, ΑΠ 365/2013,ΑΠ1940/1988 ΝοΒ 1989 σ.1039). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι η προσβληθείσα με έφεση απόφαση, ως μη τελεσίδικη δεν παράγει δεδικασμένο.

Συνακόλουθα με τα αμέσως παραπάνω εκτεθέντα ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον με το να μη λάβει υπόψη του το Εφετείο τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα δεν παραβίασε κανένα δεδικασμένο της πρωτοβάθμιας απόφασης, διότι προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας είναι η νομότυπη επίκλησή του και η προσκόμισή του (άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ), έλλειψη η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί από τις σχετικές αιτιολογίες και παραδοχές της πρωτοβάθμιας απόφασης που δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 432 ΚΠολΔ κατά τον αναιρετικό έλεγχο με βάση το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού, που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν.4335/2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή ενώπιον συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο εάν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ~ αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο (ΑΠ 1316/2005). Η κλήτευση όμως του αντιδίκου και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση διάδικο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚπολΔικ λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επιδόσεως, από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλητεύσεως.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ότι δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 370 και 371/27-2-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιά είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προσκομίσθηκαν στο Εφετείο οι εκθέσει επιδόσεως, από τις οποίες να αποδεικνύεται η κλήτευση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων.

Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο και τελευταίο σκέλος του από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αόριστος, καθόσον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται όλως αορίστως ότι η προσβαλλόμενη ανακάλεσε οριστική μη προσβληθείσα απόφαση χωρίς να αναφέρεται αυτή, το περιεχόμενο και η θέση της οριστικής διάταξης καθώς και αν ανακλήθηκε ρητά η σιωπηρά.

4.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.(ΑΠ 253/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Στις 25-10-2007, κατέπλευσε στο λιμένα του Πειραιώς (Δραπετσώνα) το φορτηγό πλοίο "..." νηολογίου ….,πλοιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "....", προκειμένου να διενεργηθούν οι εργασίες επισκευής, οι οποίες αφορούσαν τις ζημίες, που αυτό είχε υποστεί σε δυο (τις No 12 και 13) δεξαμενές καυσίμων από τη σύγκρουσή του με άλλο πλοίο στη θαλάσσια περιοχή πλησίον του λιμένος της …..

Ειδικότερα, οι σχετικές εργασίες της συγκόλλησης των ρωγμών του κύτους του εν λόγω πλοίου ανατέθηκαν στην εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία ανέθεσε, με σύμβαση υπεργολαβίας, την εκτέλεση των εργασιών του καθαρισμού των δεξαμενών από τα κατάλοιπα των πετρελαιοειδών στην πρώτη εναγομένη εταιρία ("..."), η οποία διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο την εκτέλεση διαφόρων εργασιών καθαρισμού σε πλοία (αμμοβολές, υδροβολές, χρωματισμούς κλπ), προκειμένου να καταστεί ο χώρος ασφαλής για την εκτέλεση, στη συνέχεια, των θερμών εργασιών της συγκόλλησης των ρωγμών.

Επίσης, την 1-11-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε, προφορικώς, μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρίας και του Α. Π., συζύγου της πρώτης των εναγόντων και αδελφού του δεύτερου και του τρίτου των εναγόντων, προσελήφθη αυτός, για να απασχοληθεί, με την ειδικότητα του αμμοβολιστή - καθαριστή, στο σχετικό συνεργείο εκτέλεσης των ως άνω εργασιών, που διατηρούσε η πρώτη εναγόμενη εταιρία (βλ.

την από 1-11-2007 αναγγελία πρόσληψης). Στις 22-11-2007, έγινε η έναρξη των εργασιών καθαρισμού της δεξαμενής καυσίμων No 12 του προαναφερθέντος πλοίου, από τα μέλη του συνεργείου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Α. Π.. Η δεξαμενή αυτή στερούνταν εντελώς φυσικού φωτισμού και είχε τρία ενισχυτικά πατάρια, τα οποία απείχαν από τον πυθμένα του πλοίου, το πρώτο (No 1) 13,97 μέτρα, το δεύτερο (No 2)8,76 μέτρα και το τρίτο (No 3)4,42 μέτρα.

Σημειωτέον ότι στο πατάρι No 2 δεν υπήρχαν από κατασκευής του πλοίου κιγκλιδώματα στις ακραίες πλευρές του, ούτε κάποιο άλλο μέσο προστασίας από πτώση. Επίσης, οι εν λόγω εργασίες καθαρισμού διενεργούντο στο κάτω μέρος της ως άνω δεξαμενής, δηλαδή στον πυθμένα και στο τμήμα άνωθεν αυτού, που απείχε 2 μέτρα περίπου από το επίπεδο του παταριού".

No 3. Οι εργασίες αυτές συνεχίστηκαν την επομένη ημέρα (23-11- 2007), καθώς και τις πρωινές ώρες της μεθεπομένης ημέρας (24-11-2007) και συγκεκριμένα μέχρι ώρας 09.30, οπότε αφαιρέθηκε το σύστημα φορητού φωτισμού (λάμπες με μπαλαντέζες), που είχε χρησιμοποιηθεί, κατά την εκτέλεση των εργασιών,- τις προηγούμενες μέρες.

Στη συνέχεια, περί ώρα 11.10 της ίδιας ημέρας (24-11-2007), επειδή η πρώτη εναγομένη θεωρούσε ότι είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές εργασίες και επιθυμούσε την παράδοση του εν λόγω έργου και την αποχώρηση των μελών του αντίστοιχου συνεργείου, έδωσε εντολή (δια του εκπροσώπου της) στον Α. Π. να διενεργηθεί ο τελικός έλεγχος εκτέλεσης των εργασιών αυτών.

Έτσι, για να διαπιστωθεί εάν είχαν ολοκληρωθεί οι εν λόγω εργασίες, εισήλθαν στο κύτος του προαναφερθέντος πλοίου και συγκεκριμένα κατήλθαν στην ως άνω δεξαμενή (No 12), ο Η. Π., χημικός ναυτιλίας, για να ελέγξει αν πράγματι αυτές είχαν ολοκληρωθεί και να προβεί στη σύνταξη του σχετικού πιστοποιητικού απαλλαγής του χώρου από επικίνδυνα αέρια ("gas free"), ώστε, στη συνέχεια, να γίνει έναρξη των θερμών εργασιών (συγκόλλησης των ρωγμών), και το μέλος του συνεργείου Α.

Π., προκειμένου ο τελευταίος, άμεσα, να λάβει οδηγίες για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών, σε περίπτωση που ο πρώτος έκρινε ότι ο καθαρισμός ήταν ατελής, καθώς και ο τεχνικός ασφαλείας Γ. Σ.. Οι προαναφερθέντες έφεραν, και οι τρεις, αντιολισθητικά υποδήματα (μπότες), γάντια, φόρμες και κράνος, εκτός από τον Α.

Π., ο οποίος δεν έφερε κράνος. Κατά την ως άνω πορεία καθόδου, προηγήθηκε ο Η. Π., ο οποίος κρατούσε συσκευή φορητού φωτισμού (φακό) και διέκοψε την πορεία του επί του παταριού No 2, για να ελέγξει τα τοιχώματα της δεξαμενής. Στη συνέχεια, κατέβηκε ο Α. Π., χωρίς να .φέρει φορητό φωτισμό (φακό), ενώ, ο Γ. Σ. κατέβηκε τελευταίος.

Όμως, όταν ο Α. Π. προσέγγισε και πάτησε επί της επιφάνειας του παταριού No 2, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπήρχε κάποιο προστατευτικό μέσο στις ακραίες πλευρές του, αφού έκανε τρία περίπου βήματα, βρέθηκε στο κενό και έπεσε, από ύψος 4,34μέτρων περίπου, στην επιφάνεια του παταριού No 3, η οποία προεκτείνετο σε σχέση με αυτήν του παταριού No 2.

Από την ως άνω αιφνίδια και βίαιη πτώση του Α. Π. προκλήθηκαν σ' αυτόν βαρύτατες κακώσεις κεφαλής και θώρακος, από τις οποίες επήλθε, άμεσα, ο θάνατος του. Από τα ως άνω, στοιχεία αποδεικνύεται ότι η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και του συνακόλουθου θανάτου του Α. Π. οφείλεται σε υπαιτιότητα και της πρώτης εναγομένης, εργοδότριας του θανόντος, γιατί, δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση ίων προαναφερθεισών εργασιών, δηλαδή οι εκπροσωπούντες αυτή δεν έλαβαν τα προσήκοντα μέτρα για την ασφαλή διενέργεια των ανωτέρω εργασιών από το σχετικό συνεργείο, όπως όφειλαν και μπορούσαν να λάβουν.

Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, από αμέλεια, δεν μερίμνησε για την ύπαρξη επαρκούς τεχνητού φωτισμού (με λάμπες) στο χώρο της ως άνω δεξαμενής του πλοίου, κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο σχετικός φωτισμός είχε ήδη αφαιρεθεί άκαιρα, ούτε είχε οριοθετήσει (με τεχνητό φωτισμό) τη διάβαση κυκλοφορίας προς τον πυθμένα της και τα άκρα των παταριών, στα οποία δεν είχε τοποθετήσει προστατευτικά ικριώματα, ώστε να διενεργείται η σχετική διακίνηση των εργαζομένων μέσω ασφαλών οδών.

Μάλιστα, η πρώτη εναγομένη, επιδιώκοντας τη σύντομη παράδοση του εν λόγω έργου και την αποχώρηση των μελών του σχετικού συνεργείου από το πλοίο αυτό, επέτρεψε στον Α. Π. να εισέλθει στην ανωτέρω δεξαμενή, χωρίς να υπάρχει επαρκής τεχνητός φωτισμός και ασφαλής οδός σχετικής διακίνησης, έτσι, το σκότος που επικρατούσε στο χώρο της δεξαμενής αυτής, στέρησε από τον προαναφερθέντα θανόντα τη δυνατότητα να αντιληφθεί το ακραίο σημείο της επιφάνειας του παταριού της, το οποίο δεν είχε οριοθετηθεί και να αποφύγει την ως άνω πτώση του.

Σημειωτέον ότι υφίστατο υποχρέωση της πρώτης εναγομένης (ως υπεργολάβου του εν λόγω έργου) να δημιουργήσει συνθήκες επαρκούς φωτισμού της ως άνω δεξαμενής του πλοίου, προκειμένου να εισέρχονται με ασφάλεια σε αυτήν οι εργαζόμενοι του σχετικού συνεργείου, καθόσον, κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, δεν είχαν περαιωθεί, πλήρως, οι προαναφερθείσες εργασίες καθαρισμού.

Ειδικότερα, στο άρθρο 35 του ΠΔ 70/1990 προβλέπεται ότι στις εργασίες που πραγματοποιούνται τις νυκτερινές ώρες ή σε χώρους σκοτεινούς, πρέπει να υπάρχει τεχνητός φωτισμός, ο οποίος να διανέμεται σε ολόκληρο το πεδίο εργασιών και συγκεκριμένα απαιτείται η ύπαρξη γενικού φωτισμού οδών, κλιμάκων και διαδρόμων προσπέλασης, γενικού κατευθυνόμενου φωτισμού του τόπου εργασίας, ειδικού φωτισμού της θέσης εργασίας ανάλογα με το είδος της πραγματοποιούμενης εργασίας, ενώ σε χώρους ιδιαίτερης σημασίας όπως διάδρομοι, κλίμακες κλπ επιβάλλεται η ύπαρξη εφεδρικού φωτισμού ασφάλειας αυτόματης λειτουργίας.

Ακόμη, το ότι, κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, οι ανωτέρω εργασίες καθαρισμού δεν είχαν, πλήρως, περαιωθεί προκύπτει από το ότι ο χημικός ναυτιλίας (Η. Π.) δεν είχε ελέγξει το σχετικό χώρο, ούτε είχε κάνει τις κατάλληλες μετρήσεις, οι οποίες ήταν αναγκαίες για την έκδοση του πιστοποιητικού περί της εκτελέσεως θερμών εργασιών ("gas free"), που θα ακολουθούσαν.

Έτσι, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να διενεργηθούν στο πλοίο αυτό και συμπληρωματικές εργασίες καθαρισμού, σε περίπτωση που ο χημικός ναυτιλίας έκρινε μη απαλλαγμένο το σχετικό χώρο από επικίνδυνα αέρια, όπως είχε συμβεί μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, και για το λόγο αυτό δεν είχαν αποχωρήσει από το πλοίο όλα τα μέλη του σχετικού συνεργείου.

Μάλιστα, την ίδια ημέρα του ατυχήματος (24-11-2007), κατά τις πρωινές ώρες (πριν την αφαίρεση του τεχνητού φωτισμού), είχαν εισέλθει στην ως άνω δεξαμενή τρία μέλη του σχετικού συνεργείου (Κ. Κ., Α. Μ. και Φ. Α.) και διενήργησαν καθαρισμό σε μια επιπλέον επιφάνειά της (βλ. την κατάθεση μάρτυρα Κ. Κ. στα υπ' αρ. ...-2693/2014 πρακτικά του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς).Επιπλέον, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπήρχαν ακόμη μέσα στην ως άνω δεξαμενή, εντός σάκων, τα υπολείμματα του καθαρισμού, τα οποία έπρεπε να απομακρυνθούν, οπωσδήποτε, για να εκδοθεί το σχετικό πιστοποιητικό για την ασφαλή διενέργεια των θερμών εργασιών, ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι την απομάκρυνσή τους δεν είχε αναλάβει το συνεργείο της πρώτης εναγόμενης, αλλά θα διενεργεί το από το συνεργείο του εργολάβου ή από το πλήρωμα του πλοίου.

Επομένως, ενόψει και του ότι η διενέργεια του ελέγχου των ανωτέρω εργασιών, την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη, περιλαμβάνεται σ' αυτές, οι τελευταίες δεν είχαν ολοκληρωθεί, κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη, κατά τους ισχυρισμούς της οποίας, ο χώρος της ως άνω δεξαμενής κατά την κρίσιμη ημέρα και ώρα του ατυχήματος δεν ήταν χώρος εργασίας, αλλά διεξάγονταν επιθεώρηση, στάδιο μεταγενέστερο και διακριτό από το στάδιο των εργασιών, στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 35 του ΠΔ 70/1990, αλλά το άρθρο 18 του ίδιου ΠΔ (που προβλέπει το φωτισμό με φορητές λάμπες-φακούς).

Σημειωτέον ότι ο φορητός φωτισμός (φακός), τον οποίο έφεραν οι προαναφερθέντες (εκτός του θανόντος), που εισήλθαν στη δεξαμενή αυτή, κατά την ημέρα και ώρα του ατυχήματος, δεν ήταν επαρκής για το χώρο αυτό, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στο πατάρι No 2, που δεν υπήρχε κάποιο μέσο προστασίας από πτώση, οι ακραίες πλευρές του ήταν ιδιαιτέρως δυσχερές να διακριθούν, λόγω της μαύρης απόχρωσης των καταλοίπων των πετρελαιοειδών.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε την ιδιότητα του εργοδηγού, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη, όμως ανεξαρτήτως της τυχόν τέτοιας ιδιότητας του, η είσοδος του θανόντος στην ανωτέρω δεξαμενή, κατά το χρόνο του εν λόγω ατυχήματος, δεν έγινε από δική του πρωτοβουλία, αλλά λόγω της εντολής της πρώτης εναγομένης (του εκπροσώπου της) προς αυτόν για να προβεί άμεσα σε κάθε ενέργεια για την περαίωση των προαναφερθεισών εργασιών, ώστε να παραδοθεί το εν λόγω αναληφθέν έργο και να αποχωρήσουν όλα τα μέλη του σχετικού συνεργείου από το πλοίο αυτό.

Έτσι, στις ενέργειες, που αφορά η ως άνω εντολή της πρώτης εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται και αυτή του ελέγχου της εκτέλεσης των εργασιών, που διενήργησε ο θανών από κοινού με το χημικό ναυτιλίας, κατά το ατύχημα. Μάλιστα, η παρουσία του θανόντος κατά το σχετικό έλεγχο ήταν απαραίτητη για την περίπτωση που ο χημικός ναυτιλίας έκρινε ότι οι εργασίες καθαρισμού ήταν ατελείς, ώστε να λάβει άμεσα οδηγίες για συμπληρωματικές εργασίες.

Τέλος, η έλλειψη υπόδειξης από τον τεχνικό ασφαλείας σχετικώς με το φωτισμό της ως άνω δεξαμενής δεν αναιρεί την εν λόγω υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, γιατί, η ευθύνη της για την τήρηση των αντίστοιχων μέτρων ασφαλείας, ως υπεργολάβου, είναι αυτοτελής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 10, 6 παρ. 1, 6 και 8 και 35 του ΠΔ 70/1990, τις οποίες αυτή παραβίασε.

Εξάλλου, ανεξαρτήτως της παράβασης από την πρώτη εναγόμενη των ως άνω διατάξεων, που ρυθμίζουν την ασφάλεια των εργαζομένων, αυτή, ενόψει του ότι συμμετείχε στη δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης με τη διεξαγωγή των εν λόγω εργασιών, όφειλε, κατά την καλή πίστη, να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προαναφερθέντα προστατευτικά μέτρα που ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή προκλήσεως ατυχήματος, έστω και αν η υποχρέωση αυτή δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, όπως προεκτέθηκε (υπό στοιχείο II).

Επομένως, ενόψει της ως άνω υπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης, η τελευταία ευθύνεται για την πρόκληση του εν λόγω θανατηφόρου ατυχήματος, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου λόγων (1ου, 2ου, 3ου και 4ου ) της ως άνω υπό στοιχείο Β' εφέσεως.

Σημειωτέον ότι συνυπαίτιος για την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος είναι και ο ίδιος ο θανών, γιατί ως εργαζόμενος κατ' επάγγελμα αμμοβολιστής καθαριστής είχε και αυτός ευθύνη για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αφορούν την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, τα οποία από αμέλειά του, όπως όφειλε και μπορούσε, δεν έλαβε.

Ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα του θανόντος συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός εργαζόμενος σε παρόμοιες συνθήκες, παρόλο που ήταν έμπειρος, εργαζόμενος επί σημαντικό χρονικό διάστημα με την άνω ειδικότητα και παρά το γεγονός ότι γνώριζε τις επικίνδυνες συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο της συγκεκριμένης δεξαμενής, χωρίς επαρκή τεχνητό φωτισμό, εφόσον είχε εργαστεί σε αυτόν κατά τις προηγούμενες ημέρες, εν τούτοις εισήλθε στο χώρο αυτής, χωρίς να φέρει κράνος και χωρίς να φέρει και αυτός δικό του φορητό φωτισμό (φακό), καθόσον, κατά την επακολουθήσασα του ατυχήματος έρευνα δεν βρέθηκε τέτοιος (φακός) στο χώρο που αυτός έπεσε, αλλά ούτε και "περασμένος" (χιαστί) από τους ώμους του.

Όμως, η σχετική ένσταση (άρθρο 300 του ΑΚ), περί της συνυπαιτιότητάς του θανόντος, δεν προτάθηκε, παραδεκτώς, από την πρώτη εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την ως άνω υπό στοιχείο Β' έφεση της (τον 6° λόγο της), δοθέντος ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στον ισχυρισμό για αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού (ενάγοντος) ως κάτι έλασσον σε σχέση με το μείζον, αλλά πρέπει να προτείνονται τα σχετικά περιστατικά και το αντίστοιχο αίτημα....

Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης εναγόμενης ανέφερε ότι προτείνεται και η ένσταση που αφορά "... συνυπαιτιότητα του θανόντος, όπως αναλυτικά αναφέρεται στις προτάσεις της" (βλ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς),χωρίς, όμως, να εκθέσει, έστω συνοπτικώς, τα σχετικά περιστατικά, ενώ, στις από 28-2-2013 προτάσεις, που αυτή κατέθεσε πρωτοδίκως, δεν περιλαμβάνεται σαφής μνεία ότι τα σχετικά πραγματικά περιστατικά προτείνονται προς θεμελίωση και της εν λόγω ενστάσεως, ούτε υπάρχει αντίστοιχο αίτημα.

Επομένως, ενόψει του ότι η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε, παραδεκτώς (άρθρο 262 του ΚΠολΔ), ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, χωρίς την επίκληση τυχόν λόγου που συγχωρεί τη βραδεία προβολή της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 527 του ΚΠολΔ), καθώς και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της ως άνω υπό στοιχείο Β1 εφέσεως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο θανών (Α. Π.), ο οποίος όταν πέθανε ήταν ηλικίας 57 ετών, μέχρι το θάνατο του, διατηρούσε αρμονικές και στενές σχέσεις και με τους ενάγοντες και συγκεκριμένα με τη σύζυγο του (1η ενάγουσα) και τους αδελφούς του (2° και 3° των εναγόντων). Ακόμη, αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθέντες ενάγοντες, σύζυγος και αδελφοί του Α.

Π., υπέστησαν από τον αδόκητο, αιφνίδιο και βίαιο θάνατο του τελευταίου ψυχικό πόνο και έντονη θλίψη και συνεπώς, λόγω της ως άνω αδικοπραξίας, αυτοί δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Έτσι, ενόψει των συνθηκών που έγινε το ένδικο ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου και των λοιπών στοιχείων της προσωπικής και κοινωνικής κατάστασης των σχετικών διαδίκων, καθώς και των εν γένει περιστάσεων, όπως τα στοιχεία αυτά προεκτέθηκαν και εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, οι προαναφερθέντες λόγω της σχετικής ψυχικής οδύνης δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση α) η πρώτη των εναγόντων το ποσό των 50.000 ευρώ και β) ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ, ο καθένας, τα οποία (ποσά) μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνονται εύλογα (άρθρο 932 ΑΚ) .

Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο II) για τον προσδιορισμό του ύψους της ως άνω χρηματικής ικανοποίησης, δεν λαμβάνεται υπόψη, η σχετική συνυπαιτιότητα του θανόντος, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, τέτοιος ισχυρισμός-, που συνιστά ένσταση, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς από την πρώτη εναγομένη, κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος (6ος) της ως άνω υπό στοιχείο Β' εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης α)η πρώτη των εναγόντων το ποσό των 60.000 ευρώ, και β) ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων το ποσό των 40.000 ευρώ, ο καθένας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σχετικό βάσιμο λόγο (5ο) της ως άνω υπό στοιχείο Β' εφέσεως και απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου (περί επιδικάσεως πλέον των ως άνω ποσών) λόγου (2ου) ως άνω υπό στοιχείο Α' εφέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έσφαλε, που υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω υπό στοιχείο Β' έφεση, ως κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, αποκλειστικώς όσον αφορά την πρώτη εναγομένη ("..."), αφού δε η εν λόγω υπόθεση κρατηθεί προς εκδίκαση κατ' ουσίαν στο Δικαστήριο αυτό, ως προς το μέρος της που εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη, και να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει α)στην πρώτη των εναγόντων το ποσό των 50.000 ευρώ και β)στο δεύτερο και στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ, στον καθένα.

Εξάλλου, η ως άνω υπό στοιχείο Α' έφεση (όσον αφορά την πρώτη εναγομένη) πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε το πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648, 662, 914, 922, 932 Α.Κ. 1 και 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 32 ν. 1586/1985 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων", ΠΔ 70/1990 και ΠΔ 1349/1981 που εφήρμοσε, κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αφού έλαβε υπόψη του τα αναγκαία για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης κριτήρια. Από το περιεχόμενο δε της απόφασης προκύπτει ότι, εκτός των άλλων στοιχείων, έλαβε υπόψη του και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, δεδομένου ότι, όπως προσδιορίζεται στην απόφαση, η μεν 1η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ΕΠΕ "διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο την εκτέλεση διαφόρων εργασιών καθαρισμού σε πλοία (αμμοβολή, υδροβολή, χρωματισμοί κ.λ.π.)", ο δε θανών Α. Π. απασχολείτο σ' αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως αμμοβολιστής - καθαριστής.

Τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη δεν έχει αιτιολογίες, άλλως διέλαβε αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ως άνω λόγου, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πλήρεις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, δεδομένου ότι δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος απασπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολομ. ΑΠ. 32/1996, ΑΠ 739/2011), αλλ' ούτε και η παράθεση και μάλιστα ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου, κρίνονται αβάσιμα.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, ως αόριστος πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός και κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη για παραβίαση των διατάξεων από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. Και αυτό διότι αναφέρει μεν σχετικά την αίτησή της η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη, α) έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη της πράγματα - με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης- που αυτή πρότεινε και β) δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, δεν αναφέρει όμως κατά τρόπο ορισμένο ούτε ποία πράγματα, που δεν προτάθηκαν, έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ούτε ποία πράγματα δεν έλαβε υπόψη του, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία πρότεινε η αναιρεσείουσα, ούτε τέλος ποία πράγματα δέχθηκε ως αληθινά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αν και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος, επειδή δεν προτάθηκε από αυτήν παραδεκτώς, κρίση (περί του τρόπου υποβολής της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος) η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο του λόγου αναίρεσής της, περιέλαβε στην απόφασή του ενδελεχείς - κατά την κρίση του- λόγους συνυπαιτιότητας του θανόντος μόνο και μόνο για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν τους λαμβάνει υπόψη και έτσι κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα ως περιέχουσα αντιφατικές αιτιολογίες και διότι παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη αφενός μεν δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες επειδή περιέλαβε περιστατικά συνυπαιτιότητας του θανόντος πλεοναστικώς, τα οποία όμως δεν έλαβε υπόψη, αφετέρου δε, όπως από τις παραδοχές της, που εκτίθενται ως άνω υπό τον αριθμό 4, προκύπτει ότι δεν προέβη σε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρονται (άρθρα 176,183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 115/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ