Legislator Case Law & Legislation
1238/2017 AI generated

1238/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1238/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1238/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 14.09.2014 μέχρι 31.01.2017 δικαιούται κατά τα λοιπά για την αιτία αυτή εκάστη το ποσό των 3.144,53 ευρώ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1238 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1238/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 64/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Τερψιχόρη Κοκκινάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Κ. του Ε., 2)Ν. Π. του Δ., 3)Κ. Π. του Ε. και 4)Β. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1822/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 16/11/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 26/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης ως προς τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους και την παραδοχή της αναίρεσης ως προς τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../15.09.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Μ. Γ. Φ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 22.11.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Β.

Κ. Μ., η οποία εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς τους αναιρεσίβλητους, ως πληρεξούσια και αντίκλητο αυτών (άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1944, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του από το άρθρο 46 παρ.3 του Ν. 4305/2014). Κατά την παραπάνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 28.03.2017.

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1464/2006 ΝοΒ 2007 145, ΑΠ 42/2015 ΤΝΠ Νομος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 15/01/2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …/2008 αγωγή τους κατά του ανερεσείοντος ..., στην οποία εξέθεσαν ότι απασχολούνταν στον αναιρεσείοντα ...

ως υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ζήτησαν να τους καταβληθεί αναδρομικά πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 88,00 Ευρώ από 1/1/2002 μέχρι 30/6/2002 και στο ποσό των 176,00 Ευρώ από 1/7/2002 μέχρι 31/1/2007. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 142/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε εν μερει την αγωγή και συγκεκριμένα απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα και δέχτηκε εν μέρει, την αγωγή ως προς τον δεύτερο, την τρίτη και τέταρτη των εναγόντων.

Κατά αυτής της αποφάσεως άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αφενός οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Ι. Κ., Ν. Π., Κ. Π. και Β. Α. την από 30-06-2011 έφεσή τους και αφετέρου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." την από 2-9-2011 αντίθετη έφεσή του, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 13/02/2013 και επ’ αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 1822/2014 προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις, εξαφάνισε την με αριθ. 142/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή απέρριψε ως αόριστη ως προς τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες και δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος ως προς τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες.

Ενόψει όμως της απόρριψης της αγωγής από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως προς τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αφορά αυτούς (πρώτο και δεύτερο ενάγοντες). Επομένως, η ένδικη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δευτέρου εναγόντων Ι.

Κ. και Ν. Π. είναι απαράδεκτη και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, OTA και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.(ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ 356/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από15/01/2008 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς οι Κ. Π. και Β. Α. ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεσαν ότι από 12.05.2003 (η πρώτη) και από 01.06.2001 (η δεύτερη) είναι υπάλληλοι του εναγομένου Δήμου Πειραιώς (ΟΤΑ), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι μισθολογικά αρχικά στο καθεστώς του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003 και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει το ποσό των 4.224 ευρώ στην πρώτη και το ποσό των 4.400 στη δεύτερη, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 (συνυπολογιζομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιάς γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτούς, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με το επίδομα ειδικής απασχόλησης και τα έξοδα κίνησης που λαμβάνουν, επικουρικά δε ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει τα ποσά αυτά ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθ.105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 142/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία δέχτηκε εν μέρει, την αγωγή ως προς τους τρίτη και τέταρτη των εναγόντων. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση των διαδίκων μερών, δηλαδή τόσο του εναγομένου όσο και των εναγουσών, με την προσβαλλομένη 1822/2012 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε ότι οι τρίτη και τέταρτη ενάγουσες (Κ.

Π. και Β. Α.) και ήδη αναιρεσίβλητες υπηρετούσαν ως υπάλληλοι του εναγομένου Δήμου καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 14.09.2004 μεχρι 13.05.2005 και από 01.6.2005 μέχρι 31.01.2007, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου (ν. 2470/1997 και 3205/2003), και συνεπώς δικαιούνται όλες τις σχετικές παροχές, που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθ. 14§2 ν.3016/2002, ανεξάρτητα από το δικαίωμα προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτούς ως εργαζομένους στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, ότι παρά ταύτα οι ενάγουσες καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους δεν έλαβαν την επίδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και νπδδ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ενιαίου μισθολογίου των ν.2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια η εξαίρεση των εναγουσών από την απόληψη της παροχής αυτής, ενώ τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, συνιστά, ως στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζομένων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τις ενάγουσες η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ένδικη παροχή, εφόσον συντρέχει και ως προς αυτούς η μοναδική τιθέμενη προϋπόθεση για την καταβολή της, υπάγονται δηλ.

στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 14.09.2014 μέχρι 31.01.2017 δικαιούται κατά τα λοιπά για την αιτία αυτή εκάστη το ποσό των 3.144,53 ευρώ.

Εξαφάνισε δε την πρωτοβάθμια απόφαση και κρατώντας την αγωγή δήχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως προς τις παραπάνω ενάγουσες (Κ. Π. και Β. Α.) και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε καθεμία από αυτές το ως άνω ποσό των 3.144,53 ευρώ.

Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως προς τις παραπάνω ενάγουσες ως νόμιμη και βάσιμη, κατά το εκληθέν μέρος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003. Και τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ’ εφαρμογή της ίδιας συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στους αναιρεσίβλητους, αλλ’ αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων (προϋπόθεση η οποία δεν πληρούται στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το επίδικο διάστημα τα προρρηθέντα επιδόματα).

Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στους αναιρεσίβλητους εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή.

Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ’ εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της.

Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, (παρελκούσης της έρευνας των ετέρων λόγων αναιρέσεως) να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους τις τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες.

Επομένως, μη απαιτουμένης περαιτέρω έρευνας, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να απορριφθεί η έφεση των παραπάνω εναγουσών, να γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου Ο.Τ.Α κατά παραδοχή του σχετικού λόγου, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος και ν’ απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη (βλ.ΑΠ 356/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 εδαφ. τελευτ. όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δευτέρου εναγόντων Ι. Κ. και Ν. Π..

Αναιρεί την 1822/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί των συνεδικαζομένων: α) από 30.06.2011 εφέσεως των ως άνω εναγουσών Κ. Π. και Β. Α. και β) της από 02.09.2011 εφέσεως του εναγομένου Ο.Τ.Α.

Απορρίπτει την από 30.06.2011 έφεση των ως άνω εναγουσών.

Δέχεται την από 02.09.2011 έφεση του εναγομένου.

Εξαφανίζει την 142/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που αφορά τις ως άνω ενάγουσες.

Δικάζει επί της αγωγής κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω ενάγουσες Κ. Π. και Β. Α..

Απορρίπτει την αγωγή ως προς αυτές

Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ