1238/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25637/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1238/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ. - Σ.. Επομένως, αφού για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1238 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1238/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδηκαι κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25637/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 17/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 1-3-2012 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 28-2-2012. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως, αν και κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, για να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της κλήσεως της 27-11-2012, από την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έκθεση επιδόσεως 4160/31-7-2012 του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ.
Σ. Κ.. Επίσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την 28-2-2012 (αρχική δικάσιμο) και κλήσεως κατ'αυτήν, κατά την οποία και ματαιώθηκε η συζήτησή της, με παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα έκθεση επιδόσεως 2633/22-12-2011 της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ.
Μ. - Σ.. Επομένως, αφού για την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών ( ΑΠ 1731/2008, ΑΠ 1120/2007).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μη προταθέντα από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρισμό, με το να δεχθεί ότι αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο εργοδότη) στις 30-10-2007, ενώ με την αγωγή της η πρώτη (αναιρεσίβλητη) εξέθεσε ότι απολύθηκε από τον αναιρεσείοντα την 25-10-2007.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως παρά το νόμο ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με την επικαλούμενη με την αγωγή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε αυτή χώρα και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν. [ΑΠ 1619/1999]. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με την από 4-12-2007 αγωγή της, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επικαλούμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της από τον αναιρεσείοντα, ζήτησε, μεταξύ άλλων, και το ποσό των 2.475,06 ευρώ για αποζημίωση απολύσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) για αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 2.491,49 ευρώ. Με την κρίση του όμως αυτή, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη περισσότερα από όσα ζήτησε για την εν λόγω αποζημίωση. Έτσι, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔικ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολομ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν από το Εφετείο υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε νομίμως προσκομίσει με επίκληση και ειδικότερα: α) το υπ' αριθ. 189/6.11.2007 Δελτίο της Επιθεώρησης Εργασίας του Τµήµατος Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας Δυτικού Τοµέα Θεσσαλονίκης, β) οι ένορκες καταθέσεις ενώπιον του Πταισµατοδίκη Θεσσαλονίκης (Α' Τµήµατος) των µαρτύρων της αντιδίκου, Δ.
Α. και E. Γ., και γ) η υπ' αριθ. 387/9.2.2009 ένορκη βεβαίωση των µαρτύρων ανταπόδειξης Γ. Π., Α. Π., Κ. Κ., Γ. Σ. και Ν. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία ελήφθη κατόπιν νόµιµης και εµπρόθεσµης πρόσκλησης της αναιρεσίβλητης, από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα - εφεσίβλητη) αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και ποτέ δεν έλαβε χώρα από µέρους του καταγγελία της επίδικης σύµβασης εργασίας.
Επίσης, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν από το Εφετείο υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επίσης είχε νομίμως προσκομίσει με επίκληση, προς απόδειξη της ενστάσεως εξοφλήσεως που προέτεινε για την αγωγική απαίτηση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2006 και ειδικότερα:
α) το άνευ ημερομηνίας ιδιόχειρο σημείωμα που του παρέδωσε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) και β) αντίγραφο της αναλυτικής περιοδικής δηλώσεως της μισθοδοσίας για το Δώρο Χριστουγέννων 2006, από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) είχε λάβει για δώρο Χριστουγέννων 2006 το καθαρό ποσό των 615,81 ευρώ.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη μερική βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω έγγραφα.
Μάλιστα οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ρητά μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ., περί του αντιθέτου δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη θεμελίωση της κατά του εργοδότου αξιώσεως προς καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρέσχε ο μισθωτός σε άλλoυς εργοδότες σε καθήκοντα συναφή και ομότιμα, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της εν λόγω προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας. Ενιαία ρύθμιση για τον τρόπο απόδειξης της προϋπηρεσίας αυτής, καθώς και για τον χρόνο της γνωστοποίησης δεν υπάρχει.
Συνεπώς, η προϋπηρεσία αναγνωρίζεται, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις που θέτουν οι διάφορες ΣΣΕ και ΔΑ ( ΑΠ 1326/1998, ΑΠ 225/1990, ΑΠ 947/1982). Αν δεν υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση στις ΣΣΕ και ΔΑ, όπως συμβαίνει και με τις συλλογικές ρυθμίσεις των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στα εμπορικά καταστήματα, όπου ορίζεται μόνο στην από 22.8.1991 ΣΣΕ ότι λαμβάνεται υπόψη η ίδια ή η ομοειδής εργασία που διανύθηκε στον ίδιο ή σε άλλον εργοδότη, εφαρμόζονται οι διατάξεις της υπ' αριθ. 10/1976 ΔΑ, η οποία επέχει θέση ΕΓΣΣΕ και ορίζει ότι " ...
ως προϋπηρεσία δια την εφαρμογήν της παρούσης, λαμβάνεται υπ' όψιν η διανυθείσα τοιαύτη παρ' οιωδήποτε εργοδότη, εις θέσιν και ειδικότητα παρεμφερή και ανάλoγoν της ήδη κατεχομένης. Η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπ' όψιν από της υπoβoλής των αποδεικτικών ταύτης πιστοποιητικών ... ". Αν ο μισθωτός δεν γνωστοποιήσει την προϋπηρεσία του, κατά τα ανωτέρω, ούτε αυτή περιήλθε σε γνώση του εργοδότη με οποιονδήποτε τρόπο (δηλαδή, άσχετα του τρόπου που ορίζει η σχετική συλλογική ρύθμιση), ο τελευταίος δεν οφείλει αυξημένες αποδοχές στο μισθωτό, την καταβολή δηλ., επιδόματος προϋπηρεσίας (ΑΠ 1232/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: "Η εκκαλούσα - ενάγουσα... (και ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από τον ... εναγόμενο ....(και ήδη αναιρεσείοντα) στις 12-5-2006 για να εργαστεί στο κατάστημα μίνι μάρκετ που διατηρεί ο τελευταίος στην Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης, ως πωλήτρια...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την πρόσληψή της η εκκαλούσα προσκόµισε στον εφεσίβλητο τα δελτία ασφαλιστικής ταυτότητας µε τα ένσηµα του ΙΚΑ, από τα οποία προέκυπτε ότι από την 1.8.1991 εργαζόταν στο ζαχαροπλαστείο του Γ.
Κ. στη Λαµία. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι ναι µεν του γνωστοποίησε πως είχε προηγούµενη επαγγελµατική εµπειρία, όχι όµως ως πωλήτρια, αλλά ως εργάτρια σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, επικαλείται δε το βιβλιάριο υγείας της εκκαλούσας, το οποίο επίσης του προσκόµισε και στο οποίο αναγράφεται ως ειδικότητα "ζαχαροπλάστης".
Από το λογαριασµό ασφαλισµένου της εκκαλούσας, που εκδόθηκε για το έτος 2002 από το υποκατάστηµα ΙΚΑ Λαµίας µε κωδικό ειδικότητας 421110, ο οποίος αντιστοιχεί στους ταµίες, αποδεικνύεται ότι η προϋπηρεσία της εκκαλούσας στην παραπάνω επιχείρηση ήταν σε συναφή ειδικότητα (ταµία σε ζαχαροπλαστείο, δηλαδή σε επιχείρηση το προσωπικό της οποίας υπάγεται στην ίδια ΣΣΕ προσωπικού εµπορικών καταστημάτων).
Η εκκαλουµένη, κρίνοντας ότι το παραπάνω έγγραφο εκδόθηκε µετά τη λύση της σύµβασης εργασίας της ενάγουσας, δεν το εκτίµησε ως αποδεικτικό της προϋπηρεσίας της. Ωστόσο, εφόσον από τα προσκοµιζόµενα ένσηµα του ΙΚΑ, τα οποία από την αρχή προσκόμισε στον εργοδότη της , αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα παρείχε την εργασία της στη συγκεκριμένη επιχείρηση της Λαμίας ήδη από το έτος 1991, χωρίς να αναφέρεται σε αυτά ειδικότητα, στη συνέχεια δε, εξαιτίας του ηλεκτρονικού τρόπου τήρησης των στοιχείων ασφάλισης, αποδεικνύεται ότι είχε πράγματι την ειδικότητα της ταμία, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτήν την προϋπηρεσία δήλωσε στον εργοδότη της, κατά την πρόσληψή της, όπως θα ήταν και λογικό, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη εμπειρία της συνιστούσε ένα επιπλέον προσόν της.
Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα αντίθετα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της 10/1976 ΔΑ, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει το συνολικό χρονικό διάστημα της προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης στην αναφερόμενη επιχείρηση ζαχαροπλαστείου (Γ.
Κ.), αλλά μόνο την έναρξη της απασχόλησής της σ'αυτή (1.8.1991), ούτε αν ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας στην επιχείρηση ζαχαροπλαστείου διανύθηκε με την ειδικότητα της πωλήτριας. Επίσης δεν διευκρινίζει εάν εργαζόταν ως πωλήτρια στην επιχείρηση του ζαχαροπλαστείου και κατά το διάστημα προ του έτους 2002, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης :
α) από τα τηρούμενα στοιχεία ασφάλισης δεν προέκυπτε η ειδικότητα της αναιρεσίβλητης στην ως άνω επιχείρηση ζαχαροπλαστείου, β) για πρώτη φορά το 2002 εμφανίζεται στο λογαριασμό ασφάλισης της αναιρεσίβλητης ο κωδικός "4211110" που αντιστοιχεί στην ειδικότητα ταμία και γ) το βιβλιάριο υγείας αναφέρει ως ειδικότητα της αναιρεσίβλητης αυτή του "ζαχαροπλάστη".
Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προσδιορίζει, αν η γνωστοποιηθείσα από μέρους της αναιρερεσίβλητης προϋπηρεσία αφορούσε σε ομοειδή ή συναφή καθήκοντα, για όλο το διάστημα της εργασίας της στην ως άνω επιχείρηση ζαχαροπλαστείου, ή αν μόνο το έτος 2002, στο οποίο φαίνεται να έχει εργαστεί με την παραπάνω ομοειδή / συναφή ειδικότητα (ταμίας), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να υπολογιστεί επακριβώς ο χρόνος προϋπηρεσίας της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν το ύψος του επιδόματος προϋπηρεσίας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του πιο πάνω ζητήματος, που αφορά το επίδομα προϋπηρεσίας, είναι βάσιμος.
Η κανονιστική διάταξη του άρθρου 3 της από 29.5.1989 ΣΣΕ (ΥΑ 15398/1989) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού εμπορικών καταστημάτων", ορίζει ότι "στους ταμίες άνδρες και γυναίκες, των συμπεριλαμβανομένων στη ρύθμιση αυτή, χορηγείται επίδομα ταμειακών λαθών, ανερχόμενο σε ποσοστό 5%. Το επίδομα τούτο χορηγείται εις τους ταμίες, ως και εις τους απασχολούμενους κατά κύριον λόγον ή τουλάχιστον συστηματικώς και ουχί κατ' εξαίρεσιν με εισπράξεις".
Aπό την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται μόνο στους αποκλειστικώς ή έστω κατά κύριο λόγο απασχολούμενους με ταμειακά καθήκοντα. Τούτο σαφώς συνάγεται τόσο από τη γραμματική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης, με την οποία γίνεται επιθετικός προσδιορισμός των προσώπων που δικαιούνται το επίδομα, όσο και από τη λογική ερμηνεία της, κατά την οποία, οι περιστασιακώς ασχολούμενοι με τέτοια καθήκοντα δεν είναι νοητό να εξισώνονται και να λαμβάνουν το αυτό επίδομα με εκείνους που αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο ασκούν ταμειακά καθήκοντα και άρα, υπόκεινται σε συνεχή κίνδυνο διάπραξης ταμειακού λάθους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ:"...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα καθήκοντα της εκκαλούσας περιλαμβάνονταν η τακτοποίηση των εμπορευμάτων στα ράφια και ο διαχωρισμός τους, ανάλογα με την ημερομηνία λήξης, η αναγραφή των τιμών, η ζύγιση των μαναβικών, η κοπή των αλλαντικών, και ο χειρισμός της ταμειακής μηχανής, όταν δεν τη χειριζόταν ο εργοδότης της.
Η εκκαλούσα εργαζόταν επί οκτάωρο σε εναλλασσόμενη ανά εβδομάδα βάρδια, από Δευτέρα έως και Σάββατο, και με ωράριο από 8.00 έως 16.00 το πρωί ή 13.30 έως 21.30 το βράδυ, Τις βάρδιες τις μοιραζόταν με τη σύζυγο του εργοδότη της, με συνέπεια οι δύο γυναίκες να μη συνυπάρχουν στο κατάστημα ίδιες ώρες.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι το ταμείο το χειριζόταν αποκλειστικά είτε ο εκκαλών είτε η σύζυγός του, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδεικνύεται, αντιθέτως, ότι ο χειρισμός του ταμείου ήταν μέσα στα καθημερινά, τακτικά καθήκοντα της εκκαλούσας γι' αυτό και δικαιούταν να λαμβάνει το σχετικό επίδομα.
Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη που δέχθηκε το αντίθεο και ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 της από 29.5.1989 ΣΣΕ των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της.
Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση : Α) Δεν προσδιορίζει, αν η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, καθ' όλο το διάστημα λειτουργίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης, απασχολούνταν συστηματικά ή κατά κύριο λόγο με το χειρισμό του ταμείου του καταστήματος του αναιρεσείοντος, προκειμένου να δικαιούται το προβλεπόμενο από την άνω διάταξη επίδομα.
Β) Δεν προσδιορίζει τη χρονική διάρκεια της ημερήσιας ή της εβδομαδιαίας απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στο χειρισμό του ταμείου της επιχείρησής, ενόψει της παραδοχής της απόφασης ότι η τοιαύτη απασχόληση της αναιρεσίβλητης περιοριζόταν "μόνον, όταν δεν χειριζόταν ο αναιρεσείων το εν λόγω ταμείο", προκειμένου να κριθεί, αν η διάρκεια αυτή συνιστά, κατά την ως άνω διάταξη, "συστηματική" ή "κατά κύριο λόγο" απασχόληση με το χειρισμό του ταμείου και όχι "κατ' εξαίρεση" με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να κριθεί, αν η ίδια δικαιούταν ή όχι το ως άνω επίδομα.
Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται ούτε με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης πως ο χειρισμός του ταμείου ήταν μέσα στα καθημερινά και τακτικά καθήκοντα της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν προσδιορίζεται, αν απουσίαζε "καθημερινά και τακτικά" από το κατάστημα ο εργοδότης της, ούτε η διάρκεια της απουσίας, αφού, όπως δέχεται η απόφαση σε πρoηγoύμενη παραδοχή της, η τοιαύτη απασχόληση της αναιρεσίβλητης πραγματοποιείτο μόνoν όταν απουσίαζε αυτός από το κατάστημά του.
Επομένως, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά ή εσφαλμένα υπολόγισε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το επίδομα ταμειακών λαθών, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη και το οποίο διαμόρφωσε τις διαφορές των αποδοχών της καθώς και την αποζημίωση απολύσεως.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του πιο πάνω ζητήματος, που αφορά το επίδομα ταμειακών λαθών, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι άνω πρώτος (β'μέρος), τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 323/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ