Legislator Case Law & Legislation
1238/2012 AI generated

1238/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1238/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Τράπεζες. Ανατοκισμός. Ρύθμιση συνολικής οφειλής δανειοληπτών με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά τον ν. 2912/2001 (άρθρ. 42). Για τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της οφειλής συνυπολογίζονται και τα ποσά που αναλογούν στον «Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ)» και στην εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975. Απορρίπτονται λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει Εφ/Θεσσ. 1471/2007.

Legislator headnote

AI generated

1238/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 66336/Β/398/14-9-1993 κοινή Υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30-6-1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια σε δραχμές ή συνάλλαγμα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Φλώρινας και Κιλκίς θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε δέκα (10) έτη με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, κ.λ.π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1238 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Τράπεζες. Ανατοκισμός. Ρύθμιση συνολικής οφειλής δανειοληπτών με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά τον ν. 2912/2001 (άρθρ. 42). Για τη συμπλήρωση του ανωτάτου ορίου της οφειλής συνυπολογίζονται και τα ποσά που αναλογούν στον «Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ)» και στην εισφορά του άρθρου 1 του ν. 128/1975. Απορρίπτονται λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει Εφ/Θεσσ. 1471/2007.

Αριθμός 1238/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως, της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ (ΕΤΒΑ ΑΕ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA AEBTE" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα στην προκειμένη περίπτωση από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ Κιλκίς και τον Υπουργό Οικονομικών. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-3-2004, 15-6-2004 ανακοπές, τους από 1-11-2004 πρόσθετους λόγους ανακοπής και 7-7-2004 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 342/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1471/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2007 αίτησή της και τους από 7-10-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 3-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 30 παρ.παρ.1 και 2α' του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και παρ.8 εδ.β', που προστέθηκε με το ίδιο άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίστηκε μεταξύ των άλλων ότι κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί μέχρι 31.12.2000 δεν μπορεί να υπερβεί το τετραπλάσιο, αν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985, το τριπλάσιο, εάν έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1990, και το διπλάσιο, εάν οι συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι την 31.12.2000, του ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' ανώτατο όριο, ότι όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ των οφειλετών αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο 1, και ότι σε όσες από τις ανωτέρω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συνολική οφειλή από τα ρυθμιζόμενα τραπεζικά δάνεια δεν μπορεί να υπερβεί το οριζόμενο κατά περίπτωση όριο (ληφθέν κεφάλαιο δανείου ή άθροισμα κεφαλαίων περισσότερων δανείων, προσαυξημένο με συμβατικούς τόκους το πολύ μέχρι το 50% του κεφαλαίου, επί τον προσήκοντα ως άνω συντελεστή 4,3 ή 2), στην προκύπτουσα δε μετά τον υπολογισμό αυτό συνολική οφειλή δεν μπορεί να προστεθεί οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση, δηλαδή οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, εισφορές ή έξοδα, οριοθετουμένης έτσι της εν γένει εκτάσεως των υποχρεώσεων του οφειλέτη μέχρι την κατά τα ανωτέρω προκύπτουσα συνολική οφειλή.

Τέτοιοι φόροι κ.λ.π., που δεν μπορούν να προστεθούν στην συνολική αυτή οφειλή, είναι και ο "Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ)" που επιβλήθηκε με το άρθρο 6 του ν.1676/1986 σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα και ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.3 του ίδιου ν.1676/86 επιρρίπτεται από τις Τράπεζες στον αντισυμβαλλόμενό τους (φόρος που καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 33 του ν. 2873/2000), καθώς και η εισφορά που επιβλήθηκε με το άρθρο 1 παρ.παρ.1 και 3 του ν. 128/1975 εις βάρος των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα υπέρ κοινού λογαριασμού, ανερχόμενη σε ποσοστό 1% ετησίως επί του μέσου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων από αυτά πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων.

Με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/22-8-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42 παρ.10 του ειρημένου ν. 2912/2001, υπήχθησαν στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και οι οφειλές που προέρχονται από δάνεια εγγυημένα ή μη από το Ελληνικό δημόσιο και έχουν τύχει επιδοτήσεως κατά τον ν. 128/1975, οι οποίες έχουν ρυθμισθεί με τις αναφερόμενες σ'αυτήν κοινές Υπουργικές αποφάσεις, όπως και η υπ' αριθμ. 66336/Β/.398/1994 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ν. 128/1975 και 166/1982, παρασχέθηκε δε στους οφειλέτες η ευχέρεια να επιλέξουν με γραπτή δήλωσή τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα είτε την εξακολούθηση της υφιστάμενης ρύθμισης των οφειλών τους είτε την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και ορίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση επιλογής της υπαγωγής των οφειλών στις διατάξεις αυτές παύει να ισχύει η ρύθμιση που έγινε με την οικεία Υπουργική απόφαση.

Τέλος, με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 66336/Β/398/14-9-1993 κοινή Υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30-6-1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δάνεια σε δραχμές ή συνάλλαγμα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Φλώρινας και Κιλκίς θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε δέκα (10) έτη με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, κ.λ.π.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με τα ένδικα τρία δάνεια που χορήγησε η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ" (ΕΤΒΑ Α.Ε.), η οποία συγχωνεύτηκε στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." με απορρόφηση, στην πρώτη αναιρεσίβλητη-ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA Α.Ε.Β.Τ.Ε." και δη με τα υπ' αριθμ. .../30-9-1983 και .../24-2-1983 δανειστικά συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Κόκα και την από 21-1-1986 ιδιωτική σύμβαση δανείου, ποσών, αντίστοιχα, 145.915.000, 21.170.000 και 36.300.000 δραχμών, ήτοι:

Κατόπιν συμφωνίας των μερών που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Μιχελά οι ληξιπρόθεσμες και άληκτες από τα δάνεια αυτά οφειλές της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας υπήχθησαν την 23-9-1994 στη ρύθμιση που προβλέπεται από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 66336/Β/398/1994 κοινή Υπουργική Απόφαση με τη θέση που εμφάνιζαν τα δάνεια κατά την 30-6-1993, ήτοι για οφειλόμενα τότε ποσά 638.685.213, 13.166.750 και 44.784.859 δραχμών, αντίστοιχα, συνολικού δε ποσού 697.026.428 δραχμών, από το ποσό δε αυτό, βάσει της ειρημένης Υπουργικής Απόφασης και της υπ' αριθμ. 2059171/11090/0025/1993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, ποσό 450.357.127 δραχμών, που αντιστοιχούσε σε τόκους υπερημερίας μέχρι 31-12-1992 (δρχ. 416.977.368) και στον αναλογούντα στους τόκους αυτούς Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ-δρχ. 33.359.789), θα καταβαλλόταν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης από το Ελληνικό δημόσιο και το υπόλοιπο εκ δραχμών 246.669.271 θα καταβαλλόταν από την αναιρεσίβλητη τμηματικά εντός δεκαετίας και σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη από τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί την 1-1-1994 και η τελευταία την 1-7-2003.

Το τελευταίο αυτό ποσό (δρχ. 246.669.271) αποτέλεσε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66336/Β/398/1999 Υπουργική Απόφαση ένα νέο δάνειο διαρκείας δέκα (10) ετών, όπως άλλωστε αναφέρθηκε και στο ειρημένο υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο, ως τέτοιο δε, νέο, δάνειο λειτούργησε έκτοτε και επ' αυτού η δανείστρια Τράπεζα υπελόγιζε ανά εξάμηνο συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας, ΕΦΤΕ και έξοδα, και επί του αθροίσματος των επιμέρους αυτών κονδυλίων κατελόγιζε τις καταβολές που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη.

Μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2912/2001 (8-5-2001), συνεχίζει το Εφετείο, η αναιρεσίβλητη, με την από 21-12-2001 εξώδικη δήλωσή της προς την "ΕΤΒΑ Α.Ε." γνωστοποίησε σ'αυτήν ότι επιλέγει την υπαγωγή των οφειλών της από τις ένδικες τρεις δανειακές συμβάσεις στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, έχοντας το προς τούτο δικαίωμα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική απόφαση, και όχι την εξακολούθηση της υφιστάμενης ρύθμισης των οφειλών της σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66336/Β/.398/1993 κοινή Υπουργική Απόφαση, επισημαίνοντας παράλληλα ότι με την υπαγωγή των οφειλών της στη νέα ρύθμιση και με τις αναφερόμενες καταβολές οι οφειλές αυτές έχουν πλέον εξοφληθεί.

Τέλος, δέχεται το Εφετείο, με τη νέα αυτή ρύθμιση των ένδικων δανείων, την υπαγωγή τους δηλαδή στην υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική Απόφαση, και σύμφωνα με την ίδια αυτή Απόφαση έπαυσε μεν να ισχύει η προηγούμενη ως ανωτέρω ρύθμιση (υπαγωγή στην υπ' αριθμ. 66336/Β/938/1993 κοινή Υπουργική Απόφαση), πλην όμως οι αρχικές δανειακές συμβάσεις, που αποτελούσαν ήδη με την προηγούμενη αυτή ρύθμιση ένα νέο δάνειο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ανέκτησαν την αυτοτέλειά τους, ενόψει του ότι με το προειρημένο υπ'αριθμ. .../1994 ρυθμιστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι όροι και οι συμφωνίες των αρχικών αυτών δανειακών συμβάσεων θα ίσχυαν μόνο σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο δεν θα ίσχυε ή δεν θα επραγματοποιείτο η ως άνω ρύθμιση (αρχική), περίπτωση όμως που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, αφού η ρύθμιση αυτή ίσχυσε μέχρι την κατά τα ανωτέρω επιλογή της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας της υπαγωγής της οφειλής της στη νέα ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως τούτο ισχύει μετά το άρθρο 42 του ν.2912/2001, και από τη νέα αυτή ρύθμιση δεν συνάγεται ότι επήλθε αναβίωση των αρχικών συμβάσεων, όπως ισχυρίζοντο οι αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό δημόσιο-εκκαλούντες.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού δημοσίου και της αναιρεσείουσας Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 342/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με τις οποίες και αφού απορρίφθηκαν οι πρόσθετες παρεμβάσεις ης ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε." υπέρ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού δημοσίου έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες ανακοπές της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του τελευταίου (Ελληνικού δημοσίου) και ακυρώθηκαν οι ανακοπτόμενες υπ' αριθμ. 504/26-1-2004 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Κιλκίς, βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 137/2-2-2004 ατομική ειδοποίηση χρεών εις βάρος της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας για ποσό 243.899,31 ευρώ, και η υπ' αριθμ. 2431/28-4-2004 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ίδιας Δ.Ο.Υ., βάσεις της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 977/3-5-2004 ατομική ειδοποίηση χρεών εις βάρος της ίδιας αναιρεσίβλητης για ποσό 47.590 ευρώ.

Τα ποσά αυτά των ανακοπτόμενων ταμειακών βεβαιώσεων κα ατομικών ειδοποιήσεων χρεών είχαν κατά τις παραδοχές του Εφετείου (και τις όμοιες του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) καταλογισθεί εις βάρος της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας ως οφειλόμενο κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους υπόλοιπό από το δεύτερο των ένδικων τριών (αρχικώς) δανείων, όπως τούτο (δάνειο) είχε διαμορφωθεί μετά τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικ.

με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 27362/Β/1312/2001 κοινή Υπουργική Απόφαση, στην οποία τα ένδικα δάνεια είχαν κατά τα προεκτεθέντα υπαχθεί, αποτελούσαν δε τα ως άνω ποσά στο σύνολό τους το αναφερόμενο υπόλοιπο δανείου (δρχ.64.704.394), πλέον εξόδων, φόρων και εισφορών του ν.128/1975 ( δρχ. 3.325.294) που όφειλε η δανείστρια Τράπεζα.

Ο καταλογισμός δε αυτός ήταν, κατά τις ίδιες παραδοχές, μη σύννομος, ενόψει των προειρημένων διατάξεων νόμου και Υπουργικών Αποφάσεων, και τούτο διότι ενώ το σύνολο των γενομένων εκ μέρους του Ελληνικού δημοσίου, ως εγγυητή, και της ίδιας της αναιρεσίβλητης-οφειλέτριας εταιρείας καταβολών, ύψους 1.204.271.333 δραχμών, υπερκάλυπταν το σύνολο των οφειλών των ένδικων τριών αρχικώς και ήδη ενός (νέου) δανείων, ύψους 1.165.860.000 δραχμών, όπως τούτο είχε διαμορφωθεί μετά τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις και χωρίς να συνυπολογίζονται τα αντίστοιχα ποσά της εισφοράς του ν.128/1975 και του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (ΕΦΤΕ), η αναιρεσείουσα Τράπεζα α) από τα ποσά των πρώτου και τρίτου δανείων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την αφαίρεση των γενόμενων σχετικώς καταβολών, αφαίρεσε τα ποσά των 70.750.983 και 9.213.156 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία όφειλε για έξοδα, φόρους και εισφορά του ν. 128/1975 από τα δάνεια αυτά, τα οποία και πάλι υπερκαλύπτοντο από τις γενόμενες καταβολές, ώστε να μην προκύπτει οφειλόμενο υπόλοιπο από τα δάνεια αυτά, στο προκύψαν δε, μετά την αφαίρεση των καταβολών, υπόλοιπο εκ δραχμών 64.704.394 του δεύτερου από τα ειρημένα δάνεια πρόσθεσε το ποσό των 3.325.294 δραχμών των εξόδων, φόρων και εισφορών του ν.128/75 που όφειλε η Τράπεζα από το δάνειο αυτό, με αποτέλεσμα να προκύπτει εις βάρος της αναιρεσίβλητης οφειλόμενο υπόλοιπο του δεύτερου αυτού δανείου εκ δραχμών 68.029.689, το οποίο και της καταλογίστηκε με τις ανακοπτόμενες πράξεις, ενώ β) κατελόγισε (η αναιρεσείουσα Τράπεζα), όπως και από τα ανωτέρω προκύπτει , το σύνολο των καταβολών (δρχ. 1.204.271.333) στα τρία επί μέρους δάνεια με βάση το ποσοστό συμμετοχής του καθενός από αυτά στο σύνολό της οφειλής, ύψους 1.165.860.000 δραχμών, και όχι στο σύνολο αυτό της οφειλής του ενός πλέον, μετά την υπαγωγή των δανείων στην υπ'αριθμ. 66336/Β/398/1993 κοινή Υπουργική απόφαση, που ίσχυσε και μετά τη νέα ρύθμιση, κατά τα προεκτεθέντα, δανείου, και το οποίο (σύνολο οφειλής) είχε υπερκαλυφθεί, όπως προαναφέρθηκε, από τις γενόμενες συνολικώς καταβολές (οι οποίες εν πάση περιπτώσει, δέχεται το Εφετείο, έπρεπε κατά το άρθρο 422 του ΑΚ να καταλογισθούν πρώτα στο επαχθέστερο δάνειο (ανωτέρω δεύτερο δάνειο), η οφειλή από το ποίο υπερκαλυπτόταν και αυτή από τις γενόμενες καταβολές).

Με τις παραδοχές του αυτές, στις οποίες στηρίζεται τα διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο 1ον) δεν παραβίασε τη ρηθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 30 του ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001, και δη ως προς τον προσδιορισμό της συνολικής κατ' ανώτατο όριο οφειλής από τα ένδικα δάνεια της αναιρεσίβλητης, ούτε και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, σε συνδυασμό με το άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία δεν αποκλείουν τη θέση περιορισμών στην εν γένει οικονομική ελευθερία όταν αυτό γίνεται χάριν της εθνικής οικονομίας κατά το άρθρο 106 παρ.2 του Συντάγματος και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος, ομοίως από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ 2ον) διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της υπαγωγής των ένδικων δανείων στις ρυθμίσεις των υπ' αριθμ. 66336/Β/398/14-9-1993, αρχικώς, και 27362/Β/1312/22-8-2001, μεταγενεστέρως, κοινών Υπουργικών Αποφάσεων και του τρόπου υπολογισμού, σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, σε συνδυασμό με την προμνησθείσα διάταξη του ν.2789/2001, της συνολικής οφειλής της αναιρεσίβλητης εταιρείας προς την αναιρεσείουσα από τα ένδικα δάνεια, και τις οποίες διατάξεις και Υπουργικές αποφάσεις δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους δεύτερο, του αναιρετηρίου και δεύτερο, επίσης, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 559 αρ.19 και 1 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως είναι, ομοίως, αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, ως αβάσιμη, τούτο δε ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία (ανακόπτουσα-εφεσίβλητη), ενώ ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ελληνικό δημόσιο (καθού η ανακοπή-υπέρ του οποίου η πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας) η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στρεφόμενη κατά ομοδίκου (μη αντιδίκου) στην ενώπιον του Εφετείου δίκη και μη περιέχοντας λόγον αναιρέσεως κατά τούτου (Ελληνικού δημοσίου).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2007 αίτηση της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 147/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ως προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "PRECONSTRUCTA Α.Ε.Β.Τ.Ε." και στο ποσό των 300 ευρώ ως προς το αναιρεσίβλητο ελληνικό δημόσιο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ