Supreme Court partially allows appeal on insufficient causation reasoning regarding damages in tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment in a tort dispute between a car rental company and an insurance agent. While the court rejected arguments regarding evidence admissibility and the authenticity of a fax, it found the lower court's reasoning on the causal link between the alleged tort and specific damages to be insufficient and contradictory. Consequently, the judgment was remanded for retrial to address the disputed damages, while costs were shared equally.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: An appeal is partially admissible when the lower court fails to provide clear, consistent, and sufficient reasoning regarding the causal connection between the tortious act and the claimed damages, necessitating a retrial on that specific issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1238 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1238/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Aρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ψ ΟΕ" Ενοικιάσεις αυτοκινήτων, με τον διακριτικό τίτλο "Macedonia RENT A CAR", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28032/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 9-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου και να την παραδοχή του δεύτερου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη, 2) υπαιτιότητα, 3) επέλευση ζημίας και 4) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας, η οποία υπάρχει και όταν η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ΟΕ (αναιρεσίβλητη) διατηρεί ατομική επιχείρηση πρακτορείου ενοικιάσεως αυτοκινήτων στο ..., η δε πρώτη εναγομένη διατηρεί ατομική επιχείρηση, πρακτορείου ασφαλειών στη .... Στις αρχές Ιουνίου του 2003, η ενάγουσα, που έχει στην ιδιοκτησία της πολλά αυτοκίνητα, μεταξύ αυτών και το υπ'αριθ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήλθε σε επαφή, με την πρώτη εναγομένη, η οποία τη διαβεβαίωσε ότι ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ" (δεν είναι εδώ διάδικος) και ζήτησε να ασφαλίσει στην τελευταία, το πιο πάνω αυτοκίνητό της, μαζί με άλλα 18 αυτοκίνητα με σύμβαση μικτής ασφάλισης, δηλαδή η κάλυψη θα περιελάμβανε τόσον την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των οχημάτων της, όσο και την κάλυψη των ιδίων αυτών ζημιών, μέχρι του ποσού των 9.613,81 ευρώ και με διάρκεια ασφαλίσεως από την 5-6-2003 μέχρι 5-12-2003, δηλαδή επτά (7) μηνών.
Η ενάγουσα απέβλεπε κυρίως στη μικτή ασφάλιση, που δεν δέχονταν να κάνουν πολλές ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιαίτερα σε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων η πρώτη εναγομένη την διαβεβαίωσε ότι τέτοια ασφάλιση μπορούσε να γίνει στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, της οποίας ήταν ασφαλιστικός πράκτορας και η δεύτερη εναγομένη αποδέχονταν τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων "μικτής" ασφάλισης.
Στις 6-6-2003, η πρώτη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα με τηλεμοιοτικό μήνυμα (Fax), το με ημερομηνία 5-6-2003 έγγραφο, με το οποίο διαβεβαίωνε και εγγράφως ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, αποδέχθηκε την πρότασή της προς ασφάλιση, ασφαλίζοντας (μαζί με τα υπόλοιπα) και το πιο πάνω αυτοκίνητό της με μικτή ασφάλιση και με τους παραπάνω ορούς.
Η πρώτη εναγομένη αρνήθηκε ότι αυτή έστειλε το πιο πάνω "FΑΧ", προτείνοντας την ένσταση της πλαστότητας του εγγράφου. Η ένσταση της πλαστότητας, όμως, είναι απαράδεκτη και πρέπει ως τέτοια να απορριφθεί, διότι η πρώτη εναγομένη που επικαλείται την πλαστότητα, χωρίς ν' αμφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής και της σφραγίδας της στο έγγραφο αυτό ...
δεν προσκομίζει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, ούτε αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της πλαστότητας.... Παραμένει όμως, μετά την απόρριψη της ενστάσεως της πλαστότητας, ως ελάσσων ισχυρισμός της, η άρνηση της ότι έστειλε αυτή από το Fax. Όμως είναι γεγονός ότι η προέλευση του παραπάνω Fax προκύπτει σαφώς από την μηχανογραφημένη αποτύπωση, στο επάνω μέρος της σελίδας των στοιχείων του ονόματος, της ημερομηνίας και του αριθμού τηλεφώνου της πρώτης εναγομένης.
Η τελευταία κατά την εξέτασή της πιθανολόγησε ότι το Fax, μπορεί να εστάλη από το γραφείο της και να το έστειλε ο σύζυγός της Ν, ο οποίος είχε μεσολαβήσει για την υλοποίηση της μεταξύ τους συνεργασίας και είχε στην κατοχή του εν λευκώ τα κλειδιά του γραφείου της. Όμως, δεν διευκρίνισε, αν αυτό το έκανε από μόνο τους και εν αγνοία της ή με την συγκατάθεσή της και από την υποτονική αντίδρασή της στο θέμα αυτό γιατί δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του, αν αυτός τα έστειλε εν αγνοία της, το δικαστήριο κρίνει ότι εάν το έστειλε ο σύζυγός της, αυτό έγινε με τη συγκατάθεσή της, αλλά, αφού ούτε η ίδια δεν είναι σίγουρη γι' αυτό, το Fax αυτό το έστειλε η ίδια.
Άλλωστε, αυτό συμφωνεί και με την προηγούμενη μεταξύ τους συμφωνία, ότι η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, θα προχωρούσε σε μικτή ασφάλιση των αυτοκινήτων της ενάγουσας. Στις 8-7-2003 ατύχημα και ώρα 0.30 στο 30° χλμ. της επαρχιακής οδού ..., το πιο πάνω αυτοκίνητο της ενάγουσας, που οδηγούσε ο ενοικιαστής αυτού Φ από αποκλειστική υπαιτιότητά του εκτράπηκε της πορείας του και έπεσε σε στύλο της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα να προκληθούν στο αυτοκίνητο αυτό της ενάγουσας εκτεταμένες υλικές ζημίες.
Την επόμενη ημέρα του ατυχήματος η ενάγουσα ενημέρωσε τηλεφωνικά την πρώτη εναγομένη, η οποία και πάλι την διαβεβαίωσε ότι η δεύτερη εναγομένη θα κάλυπτε κάθε ζημία του αυτοκινήτου της από το ατύχημα αυτό. Με τη συμπεριφορά της αυτή, η ενάγουσα σχημάτισε την πεποίθηση ότι πράγματι το αυτοκίνητό της ήταν ήδη ασφαλισμένο με μικτή ασφάλιση στην δεύτερη εναγομένη και δεν είχε λόγους ν' ανησυχεί.
Όμως η πρώτη εναγομένη, καθυστερούσε αδικαιολόγητα να προβεί στις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες για την κάλυψη της ζημίας της ενάγουσας, ενώ είχαν ήδη περάσει 10 ημέρες από το ατύχημα και η ενάγουσα αναγκάστηκε να απευθυνθεί τελικά η ίδια στην δεύτερη εναγομένη για το θέμα αυτό. Η τελευταία, τότε, στις 30-7-2003 επέδωσε με δικαστικό επιμελητή την από 29-7-2003 εξώδικη επιστολή της, με την οποία την ενημέρωνε ότι δεν προτίθεται να προβεί στην έκδοση οριστικών ασφαλι-στηρίων συμβολαίων για την ασφαλιστική κάλυψη των άνω 14 ενοικιαζομένων αυτοκινήτων της, αποστέλλοντάς της συνημμένα και τα ισάριθμα προσωρινά σήματα ασφάλισης μηνιαίας διάρκειας, που εκδόθηκαν γι' αυτά με ημερομηνία 30-6-2003, που μέχρι τότε δεν είχαν παραδοθεί στην ενάγουσα, ενημερώνοντας την συγχρόνως με την ίδια εξώδικο, ότι η εκ μέρους της ασφαλιστική κάλυψη όλων των άνω αυτοκινήτων της, αφορούσε μόνο την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής της ευθύνης έναντι τρίτων και όχι "μικτή" κάλυψη και ότι με την λήξη της διάρκειας των άνω προσωρινών σημάτων, δηλαδή από την 30-7-2003, αυτή (δεύτερη εναγομένη) δεν θα παρείχε πλέον καμία ασφαλιστική κάλυψη για τα πιο πάνω αυτοκίνητα της ενάγουσας.
Όλα αυτά τα αγνοούσαν οι ομόρρυθμοι εταίροι της ενάγουσας, που ευλόγως πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις της α' ενάγουσας, ότι τα οχήματά τους, είχαν ήδη ασφαλιστεί από τις 30-6-2003 και με μικτή ασφάλιση στην β' εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Το γνώριζε όμως πολύ καλά η πρώτη εναγομένη ως εκ της θέσεώς της και συνειδητά αυτά που είπε και διαβεβαίωνε τους ομόρρυθμους εταίρους της ενάγουσας, ότι είχε ήδη γίνει η μικτή ασφάλιση των οχημάτων τους στην β' εναγομένη ήταν αναληθή.
Η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν διέπραξε απάτη σε βάρος της ενάγουσας, διότι η ίδια δεν είχε κανένα οικονομικό όφελος. Όμως, η ίδια διατηρεί επιχείρηση πρακτορείου ασφαλειών επί της οδού ... στη ... και βέβαια στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας προέβη στις παραπάνω συμφωνίες με την ενάγουσα, και δεν προσφέρθηκε να την βοηθήσει αφιλοκερδώς.
Αν τελικά επιτυγχάνονταν η ασφάλιση των αυτοκινήτων της ενάγουσας στη δεύτερη εναγομένη, έστω και με τη μορφή της απλής ασφάλισης, το κέρδος της από την μεσολάβηση της στην σύναψη της ασφάλισης αυτής θα ήταν η προμήθειά της, από τον ασφαλιστικό σύμβουλο της δεύτερης εναγομένης ..., με τον οποίο διατηρούσε άτυπη συνεργασία, θέμα που θα εξεταστεί παρακάτω.
Βεβαίως η ενάγουσα αγνοούσε ότι η σύμβαση ασφαλίσεως με την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία θα ήταν απλή και όχι μικτή, και πιθανότατα δεν θα το αντιλαμβάνονταν, αν δεν συνέβαινε το πιο πάνω τροχαίο ατύχημα στο αυτοκίνητό της, που αποκάλυψε την εξαπάτησή της από την πρώτη εναγομένη. Αν από την αρχή η ενάγουσα γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προχωρούσε καν τις διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγομένη, για την σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, διότι εκείνο που επιδίωκε η ενάγουσα, ήταν να ασφαλίσει μερικά (14) αυτοκίνητά της με μικτή ασφάλιση, σε εταιρία που θα την δέχονταν, αφού τα άλλα αυτοκίνητά της τα είχε ήδη ασφαλισμένα με απλή ασφάλιση σε άλλη ασφαλιστική εταιρία, όπως προφανώς και τα πιο πάνω 14 αυτοκίνητά της, αφού η (απλή) ασφάλιση είναι υποχρεωτική για κάθε όχημα που κυκλοφορεί στην Ελλάδα (βλ.
κατάθεση μάρτυρα ενάγουσας). Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η ένδικη αγωγή δεν στηρίζεται στην απάτη της πρώτης εναγομένης, με τη νομοτυπική μορφή της στο άρθρο 386 του Π.Κ., όπως μία έγκληση για απάτη, ώστε τα γεγονότα να εξετασθούν για να κριθεί αν πληρούν επακριβώς το γράμμα του ποινικού νόμου, όπως θα έκανε ένα ποινικό δικαστήριο στην περίπτωση της παραπάνω εγκλήσεως, αλλά στηρίζεται στην αδικοπραξία του άρθρου 914 Α.Κ., που έχει πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από την απάτη του ποινικού δικαίου, αφού σύμφωνα με αυτήν, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Μετά την παραπάνω από 29-7-2003 εξώδικη επιστολή της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, η ενάγουσα αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης από την πρώτη εναγομένη, η οποία καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 5-6-2003 μέχρι 30-7-2003 δολίως της παρίστανε γεγονότα ψευδή και αναληθή ως αληθινά. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ενώ η πρώτη εναγομένη διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι δήθεν όλα τα παραπάνω 14 αυτοκίνητα ήταν ασφαλισμένα στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με μικτή ασφάλιση, μέχρι ποσού των 9.613,81 ευρώ, και μάλιστα για το χρονικό διάστημα από 5-6-2003 μέχρι 5-12-2003, αυτό ήταν αναληθές, αφού αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα, είχαν μεν ασφαλιστεί στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, όχι όμως από την 5-6-2003 έως 5-12-2003, αλλά προσωρινά από την 30-6-2003 μέχρι 30-7-2003 και για τα αυτοκίνητα αυτά είχαν εκδοθεί ισάριθμα προσωρινά σήματα ασφάλισης μηνιαίας διάρκειας, τα οποία όμως δεν κάλυπταν τις ίδιες ζημίες των αυτοκινήτων της, η ασφάλιση δηλαδή ήταν απλή και όχι μικτή.
Τέτοια ασφάλιση η ενάγουσα ούτε επεδίωξε, ούτε την ενδιέφερε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Αποτέλεσμα της παραπάνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, η οποία κατά τα παραπάνω συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη (απάτη κατ' αρθρ. 386 Π.Κ.), ήταν να βρεθεί το ανωτέρω ζημιωθέν αυτοκίνητο της ενάγουσας ανασφάλιστο για τις ίδιες ζημιές αυτού, με συνέπεια η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να αρνηθεί να την αποζημιώσει για τις ζημιές αυτές και να αναγκασθεί η ενάγουσα να υποβληθεί στην δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών αυτών.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, ότι το πιο πάνω αυτοκίνητο της ενάγουσας, κατά το τροχαίο πιο πάνω ατύχημα της 8-3-2003, υπέστη εκτεταμένες ζημίες στο εμπρόσθιο και πλάγιο δεξιό τμήμα του. Για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών, η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά το ποσό των 8.623,39 ευρώ Πέραν αυτού, υπέστη και μείωση της αγοραστικής του αξίας κατά 500 ευρώ.
Επίσης, για την επισκευή του παρέμεινε στο συνεργείο για το χρονικό διάστημα από 10-7-2003 έως 9-1-2004 (80 ημέρες) και η ενάγουσα που στερήθηκε τη χρήση του για το διάστημα αυτό απώλεσε το κέρδος που θα αποκόμιζε από την ενοικίασή του σε τρίτους, ανερχόμενο σε 5.400 ευρώ. Έτσι η συνολική ζημία που υπέστη η ενάγουσα από το ένδικο ατύχημα, ανέρχεται στο ποσό των 14.523,39 ευρώ (8.623,39 + 500 + 5.400), (τα παραπάνω κονδύλια των ζημιών, δεν προσβάλλονται με τις εφέσεις γι' αυτό δεν γίνεται εκτενέστερη ανάλυσή τους).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή, πρέπει να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή κατά ένα μέρος της, ως προς την πρώτη εναγομένη, και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 14.523,39 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς -λόγους της εφέσεως- της πρώτης εναγομένης, ότι α) το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο γιατί σ' αυτό δεν αναφέρεται εάν τυχόν αυτή (η ενάγουσα), είχε ζητήσει (και πληρώσει), ο ενοικιαστής - υπαίτιος του τροχαίου Φ ασφάλιση ιδίων ζημιών, θα όφειλε αυτός ως υπαίτιος να πληρώσει στην ενάγουσα τις ζημιές που αυτός προξένησε στο αυτοκίνητό της, οπότε δεν υφίσταται βλάβη ή ζημία της ενάγουσας.
Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς υποβάλλεται και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στην αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας και τις ζημίες (θετικές και αρνητικές) που η ενάγουσα υπέστη απ' αυτήν για τις οποίες και ζητά την αποζημίωση της από την υπαίτια πρώτη εναγομένη και οι σχέσεις της ενάγουσας με τον πελάτη της - ενοικιαστή του ζημιωθέντος αυτοκινήτου της, ουδεμία έννομη σημασία έχουν για την ένδικη αγωγή και απλώς εξιστορούνται σ' αυτήν ως πραγματικά γεγονότα, β) Ότι ενώ η ίδια η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα θεώρησε βάσει της συμπεριφοράς της (της πρώτης εναγομένης) πως ήταν ασφαλισμένη για ίδιες ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για το συγκεκριμένο ζημιωθέν αυτοκίνητο, μέχρι του ποσού των 9.613,81 ευρώ και συνεπώς, αν την εξαπατούσε και είχε την κάλυψη αυτή, θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί από την δεύτερη εναγομένη, εισπράττοντάς κατ' ανώτατο όριο το παραπάνω ποσό, που είναι το μέγιστο ασφάλισμα, εντούτοις η εκκαλουμένη προσδιόρισε ως αποκαταστατέα ζημία ποσό 14.523,39 ευρώ, ήτοι πολύ μεγαλύτερο του πιο πάνω ανωτάτου ορίου των 9.613,81 ευρώ και μάλιστα, θεωρώντας ως αποκαταστατέα ζημία και επιδικάζοντας κονδύλια και για υπαξία και για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία όμως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης αγωγής αλυσιτελώς υποβάλλεται και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι όπως ήδη ειπώθηκε, αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η αποζημίωση της ενάγουσας για τις ζημίες (θετικές και αποθετικές} που υπέστη εξ' αιτίας της αδικαιοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης και όχι η καταβολή του ασφαλίσματος της μικτής ασφάλισης του ζημιωθέντος αυτοκινήτου της από την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για τις ζημίες που υπέστη για την οποία υπάρχει το παραπάνω ανώτατο όριο, μικτή ασφάλιση άλλωστε, που όπως η ίδια αγωγή αναφέρει, αλλά προέκυψε και από την διαδικασία δεν έγινε ποτέ".
Υπό τις παραδοχές αυτές: (Α) Το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το (αστικό τουλάχιστον) αδίκημα που τέλεσε η αναιρεσείουσα εις βάρος της αναιρεσιβλήτου εταιρίας και σχετικά με την ζημία των 8.623,39 ευρώ που η τελευταία υπέστη εξαιτίας του αδικήματος αυτού, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμα. (Β) Είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν το ανωτέρω "από 5-6-03 έγγραφο" (φαξ), αφού, δεν ερεύνησε προηγουμένως την (αμφισβητηθείσα από την αναιρεσείουσα) "γνησιότητα" αυτού.
Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Εφετείο, ερεύνησε τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού και ρητώς δέχθηκε, ύστερα από ανάπτυξη σχετικών επιχειρημάτων, ότι "το FAX αυτό το έστειλε η ίδια" (δηλαδή η αναιρεσείουσα). (Γ) Το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην απόφασή του σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης και της περαιτέρω ζημίας των 500 ευρώ και των 5.400 ευρώ που (δέχθηκε ότι) προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητο λόγω μειώσεως της αξίας του βλαβέντος οχήματός της και λόγω διαφυγόντος κέρδους από την μη εκμετάλλευσή του, αντιστοίχως.
Τούτο δε: α) Διότι δεν είναι σαφές, εάν το Δικαστήριο δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητος εταιρία ζήτησε από την αναιρεσείουσα να ασφαλίσει τα αυτοκίνητά της και κατά των κινδύνων να μειωθεί η εμπορική τους αξία λόγω ατυχήματος και να απολεσθεί διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσης τους και αν η αναιρεσείουσα της είχε παράσχει σχετικές (αναληθείς) διαβεβαιώσεις. (β) Διότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα βεβαίωσε την αναιρεσίβλητο ότι το ένδικο όχημά της είχε ασφαλισθεί για ζημία που ενδεχομένως θα υφίστατο μέχρι του ποσού των 9.613,81 ευρώ, δεν εξηγεί, με την απαιτούμενη σαφήνεια, την αιτία για την οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αδίκημα η πέραν του ποσού αυτού ζημία της παθούσης.
Ενόψει αυτών, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) είναι βάσιμος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, να συμψηφισθεί δε η δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι εφικτή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 75/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει αντιστοίχως, την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ