Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding unclear appeal reasons and missing substantive law rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Military Construction Organization against a final judgment rejecting its claim for cost reimbursement. The appellant argued the lower court erred in dismissing specific budget items as vague, but failed to provide clear factual details or cite the specific substantive law rule violated. The court ruled that appeal grounds must be precise and self-contained, rejecting arguments that rely on external documents or lack the required legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Appeal grounds must be clear and specific, detailing the factual circumstances constituting the error and the exact substantive law rule violated, without relying on external documents or vague references.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1238 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1238/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α'1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη (λόγω κωλύματος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα), Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς Θαλάσσης και Αέρος" (Α.Ο.Ο.Α), που εδρεύει Παπάγου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλέξανδρος Χρήστου.
Του αναιρεσιβλήτου : Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Τσούμας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.10.1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2666/1995 μη οριστική, 917/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2290/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 15.06.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16.02.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 22/10/1994 αγωγή του ο αναιρεσείων "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς Θαλάσσης και Αέρος" (ΑΟΟΑ), ισχυρίζεται ότι κατόπιν συμβάσεως εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου οικοδομικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο Άγιος Σπυρίδων", άλλως ως διοικητής αλλοτρίων, προέβη σε δαπάνες για την κατασκευή έργων υποδομής προς εξυπηρέτηση οικοπέδων που είχαν αμφότεροι οι διάδικοι στην θέση "....." της Κοινότητας ..... .
Ζητεί δε την απόδοση μέρους του συνόλου των δαπανών (45% του συνόλου) που αναλογεί σε ορισμένα οικόπεδα του εναγομένου, τα οποία επωφελήθηκαν από τα έργα. Ο αναιρεσίβλητος, αποκρούοντας την αγωγή, προέβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι τρία από τα μέλη του, ιδιοκτήτες οικοπέδων που βρίσκονται στην δική του περιοχή, ήτοι οι Α, Β και Γ κατέβαλαν ποσά 414.000, 422.000 και 414.000 δραχμών αντιστοίχως ως δαπάνες για τα έργα υποδομής που αναλογούσαν στα οικόπεδά τους, και ζήτησε να αφαιρεθούν τα ποσά αυτά από τυχόν επιδικασθησόμενο ποσό.
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως εκτιμάται , λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη σχέση θεμελιώνουσα αυτοτελή υποχρέωση των ως άνω προσώπων, φέρει τα στοιχεία ενστάσεως μερικής εξοφλήσεως με καταβολές που έγιναν από τρίτους με σκοπό να αποσβεσθεί η υποχρέωση του οφειλέτη (άρθρα 317, 416 ΑΚ). Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβαλε την ένσταση αυτή με τις προτάσεις του κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ακολούθως έκανε αυτή δεκτή, ως παραδεκτώς προβληθείσα αλλά και βάσιμη κατ' ουσίαν, αποδεικνυόμενη από τα προσκομισθέντα σχετικά γραμμάτια εισπράξεως του ενάγοντος, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πλημμέλεια που δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποτελεί και η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Αν ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια αυτή, πρέπει στο αναιρετήριο να επικαλεσθεί, μεταξύ άλλων, και τα περιστατικά που υποχρέωναν κατά νόμο το δικαστήριο να μην λάβει υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, άλλως ο σχετικός λόγος είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
για το λόγο ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα έλαβε υπόψη τα προσαγόμενα από τον αναιρεσίβλητο γραμμάτια εισπράξεως του αναιρεσείοντος. Δεν αναφέρονται όμως στο αναιρετήριο περιστατικά που υποχρέωναν κατά νόμο το δικαστήριο να μην λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Σύμφωνα με το άρθρο 321 ΚΠολΔ δεδικασμένο δημιουργούν μόνο οι οριστικές αποφάσεις, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, μη δυνάμενες να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύοντες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (ΟλΑΠ 230/1983).
Δεν είναι οριστική και δεν δημιουργεί δεδικασμένο η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς, όπως η απόφαση που διατάσσει αποδείξεις. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο και το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, γιατί κατά παράβαση των περί δεδικασμένου διατάξεων, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με την έφεσή του, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγηθείσα 2460/2004 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας υπόθεση μεταξύ των ιδίων διαδίκων α) έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή εντολής και β) απέρριψε την ένσταση μερικής εξοφλήσεως με καταβολές που έγιναν από τρίτους.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της εν λόγω αποφάσεως, το Εφετείο με αυτήν, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου που είχε ως αντικείμενο άλλο μέρος (ποσοστό 55%) των ίδιων επίδικων δαπανών, η απόδοση των οποίων επεδίωκε το με βάση την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεν αποφάνθηκε οριστικώς επί του αντικειμένου της δίκης, κατά την άνω έννοια, αλλά διέταξε αποδείξεις.
Επομένως, από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο. Έτσι, το Εφετείο που απέρριψε το σχετικό περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, οι δε εξεταζόμενοι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και να προσδιορίζεται με σαφήνεια το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, να αναφέρεται δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους, χωρίς όμως να προσδιορίζεται το νομικό σφάλμα της αποφάσεως και ειδικότερα να αναφέρεται ποιος λόγος συνέτρεχε να προσφύγει το δικαστήριο της ουσίας στην εφαρμογή των περιεχομένων στα άρθρα αυτά ερμηνευτικών κανόνων.
Περαιτέρω με τον ένατο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένως κρίθηκε νόμιμη η επικουρική αγωγική βάση διοικήσεως αλλοτρίων (αρθρ. 730 επ. ΑΚ) και όχι η βάση της εντολής (αρθρ. 713 επ. ΑΚ). Και στον λόγο όμως αυτό δεν αναφέρεται πού ακριβώς εντοπίζεται το νομικό σφάλμα της αποφάσεως.
Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 41 ν.δ. 496/1974, του οποίου γίνεται επίκληση στις αιτιολογίες της για την απόρριψη των λόγων εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Και ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού ούτε το νομικό σφάλμα της αποφάσεως προσδιορίζεται, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο για τη θεμελίωση της σχετικής κρίσεώς του αναφέρονται. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε προτείνει παραδεκτώς ένσταση μερικής εξοφλήσεως με καταβολές από τρίτους (άρθρα 317, 416 ΑΚ).
Ειδικότερα δέχθηκε ότι οι Α, ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. ..... οικοπέδου, κειμένου στο Ο.Τ. ....., Β, ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. .... οικοπέδου, κειμένου στο Ο.Τ. ....., και ....., ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. ..... οικοπέδου, κειμένου στο Ο.Τ. ....., και Γ, ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. ..... οικοπέδου, κειμένου στο Ο.Τ. ....., κατέβαλαν στον ενάγοντα Οργανισμό ως συμμετοχή τους στις δαπάνες όλων των έργων υποδομής και όχι μόνον για τη σύνδεση με το δίκτυο υδρεύσεως, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων οργανισμός, τα ποσά των 414.000, 422.000 και 414.000 δραχμών, ότι τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα γραμμάτια εισπράξεως του ενάγοντος σε συνδυασμό προς τα σχετικά ειδοποιητήρια έγγραφά του, και ότι τα ποσά αυτά πρέπει να αφαιρεθούν από το σύνολο της οφειλής του εναγομένου συνεταιρισμού, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του.
Στην απόφαση δεν περιέχεται παραδοχή περί αυτοτελούς οφειλής των ως άνω ιδιοκτητών οικοπέδων προς τον αναιρεσείοντα, ο δε χαρακτηρισμός των καταβληθέντων ποσών ως συμμετοχή των καταβαλόντων στις δαπάνες των έργων υποδομής γίνεται με την έννοια της "συμμετοχής" των ιδιοκτησιών τους και δεν υποδηλώνει ύπαρξη αυτοτελούς οφειλής των ιδιοκτητών.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενη αφενός ότι οι ιδιοκτήτες αυτοί κατέβαλαν τα ανωτέρω ποσά προς μερική εξόφληση της οφειλής του συνεταιρισμού και αφετέρου ότι τα κατέβαλαν προς εκπλήρωση δικής τους αυτοτελούς υποχρεώσεως. Ο πέμπτος, συνεπώς, λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει το αντίθετο, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι δε πλήρης ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενό του, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αναίρεση αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των γραμματίων εισπράξεως που εξέδωσε ο αναιρεσείων για τις καταβολές των αναφερομένων σε προηγούμενη σκέψη ιδιοκτητών οικοπέδων, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά.
Στο αναιρετήριο όμως δεν παρατίθεται ούτε ολόκληρο το περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχουν αυτά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Από το άρθρο 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Επομένως σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, να διαλαμβάνει ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν ήταν πλήρης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τα κονδύλια της που αναφέρονται σε δαπάνες σχετικές με γραφικά, χαρτί, φωτοτυπίες και βιβλιοδέτηση του κτηματολογίου.
Ωστόσο όμως στον ως άνω λόγο δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχε επικαλεσθεί ο διάδικος αυτός προς θεμελίωση των απορριφθέντων κονδυλίων της αγωγής, στην οποία γίνεται μόνο αποσπασματική αναφορά. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, δεδομένου ότι περιέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει μεταξύ άλλων να αναφέρεται και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που εκ πλαγίου παραβιάσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., προβάλλοντας την αιτίαση ότι η απόφαση αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τις παραδοχές της που αναφέρονται στα οφειλόμενα ποσά και ειδικότερα στο αν αυτά οφείλονται ως δαπάνες προϋπολογισθείσες μέχρι 31/12/1991.
Και ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του οποίου καθίσταται αδύνατος λόγω της επικαλούμενης αντιφατικότητας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/6/2005 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, Θαλάσσης και Αέρος" (Α.Ο.Ο.Α.) και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ