Legislator Case Law & Legislation
1237/2022 AI generated

1237/2022 · 1237/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2022
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Β...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1237/2022

Απόφαση 1237 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βελεγράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1497/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016 [κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου], και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας, - προηγουμένως άρθρα 663 επ. και 678 έως 681 του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 12.3.2021 και με αριθ. κατάθεσης 1405/137/17.3.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 1497/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με αντικείμενο αμοιβές για την παροχή εργασίας, μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ` αριθ. 36980427295105100059 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

2.-Με την από 12.3.2021 και με αριθ. κατάθεσης 1405/137/17.3.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθ. 1497/19.3.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία υπ' αριθμ. 142/14.11.2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 25.10.2017 και με αριθμό κατ. 588471/505723/26.10.2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 10.2.2015 και με αριθ. κατάθ. 76910/266/29.7.2015 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρίσει ότι το τελευταίο έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 83.904 ευρώ, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για το Δημόσιο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για αποζημίωση απόλυσης, για αμοιβή μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης και για προσαύξηση 5% ετησίως των τακτικών αποδοχών του για τα έτη 2011 και 2012. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 10.248 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6%που ισχύει για το εναγόμενο, από την επίδοση της αγωγή (ήτοι για ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 17.3.2021, ενώ κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε. Η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 19.3.2019 και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εντός της διετίας που ορίζεται στο άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1, 577 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

3.-Aπό τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 679 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής πριν την 1.1.2016), προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του ειρηνοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 1 και 2, 522, 525 και 527 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος που ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό μπορεί, ως εκκαλών, να προβάλει το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη νέους ισχυρισμούς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενστάσεις, μόνο με την έφεση ή το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και, εφόσον επικαλεσθεί και αποδείξει τη συνδρομή κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 στοιχ. 2-5 του ΚΠολΔ που καθιστούν παραδεκτή τη βραδεία προβολή τους. Η προβολή νέου ισχυρισμού με τις προτάσεις του εκκαλούντος είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 88/2011, ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 1771/2007, ΑΠ 409/2002, ΑΠ 821/1998). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016, "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. α του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον Ν. 4194/2013, και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής (31 Μαΐου 2013) "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθ. 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και δια πτωχεύσεως του εντολέως δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς: α) μια πάγιαν μηνιαίαν περιοδικήν αμοιβήν, αν έχει συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) τρεις τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει διετίαν, γ) έξι τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς αν έχει συμπληρώσει τριετίαν, δ) δέκα τοιαύτας περιοδικάς αμοιβάς, αν έχει συμπληρώσει πενταετίαν,... περαιτέρω δε το τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του άρθρ. 94 ορίζει ότι:....."εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων άρθ. 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρις πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως". Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 και 94 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954), όπως οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 63 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 22 του ν. 720/1977 και το άρθρο 94 συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 1093/1980, συνάγεται ότι ο δικηγόρος κατ` εξαίρεση μόνο μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αμοιβή υπό την άνω ιδιότητά του ή ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος. Η σύμβαση αυτή, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, λόγω του εμπιστευτικού της χαρακτήρα και είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, λύεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η εν λόγω καταγγελία της έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, καθόσον με την περιέλευσή της στον καθού απευθύνεται, λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση αμέσως, ενώ ο δικηγόρος δικαιούται κατά το άρθρο 94 παρ. 1 εδ. τελ. του Κώδικα των δικηγόρων να λαμβάνει τη συμφωνημένη μέσα στα όρια του άρθρου 92 του Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αποζημίωσης. Πρόκειται δηλαδή για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης. Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η μη καταβολή ή η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με την υποχρέωση καταβολής της ή με το ύψος της (Ολ. Α.Π. 570/1986, Α.Π. 308/2017, 813/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 4109/2013 περί "Κατάργησης και συγχώνευσης νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα - Σύσταση Γενικής Γραμματείας για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" ΦΕΚ 16/Α/23-1-2013), ως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4142/2013 (ΦΕΚ 83/Α/9-4-2013) και με το άρθρο 61 παρ. 2 και 3 του ν.4155/2013 (ΦΕΚ 120/Α/29-5-2013) "…….. Ν.Π.Ι.Δ με έδρα την Α., το οποίο συνεστήθη με το ν. 2021/1992 (Α` 36), ως ισχύει και εποπτεύεται από τον Υπουργό Π. και Θ., Π. και Α., καταργείται", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε` του ίδιου Ν. 4109/2013 "Η σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5, καθώς και με τις διατάξεις των περιπτώσεων α` έως και γ` της παραγράφου 9 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου, λύεται αυτοδικαίως, εξαιρουμένων όσων έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, οι οποίοι μεταφέρονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας νομικού προσώπου εποπτευόμενου από το Υπουργείο υποδοχής. Σε περίπτωση μη ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, οι ανωτέρω μεταφέρονται σε κενές οργανικές θέσεις φορέων με σχετικές υπηρεσιακές και λειτουργικές ανάγκες. Για τη λύση και για τη μεταφορά εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό που εποπτεύει τον φορέα που καταργείται". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή στους εντολείς ν.π.ι.δ, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται και με την κατάργηση του ν.π.ι.δ. Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, όταν ο ίδιος καταγγέλλει τη σύμβαση (ΟλΑΠ 570/1986). Δεν περιλαμβάνεται όμως μεταξύ των περιπτώσεων αυτών, ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν υποχρεωτικής αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε άλλο λόγο, όπως επί καταργήσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο ο δικηγόρος παρέχει τις υπηρεσίες του, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 569/2020, ΑΠ 734/2018, ΑΠ 23/2018, 1709/1987).

4.-Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης. Επίσης, αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής και των αιτημάτων της περιστατικά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 166/2013). 5.-Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη από το …. (…) -που ήταν Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου εποπτευόμενο από τον Υπουργό … …- για την κάλυψη της οργανικής θέσης του νομικού συμβούλου - προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας την 9.6.2009, δυνάμει της υπ. αριθ. 8881/2009 απόφασης του Δ.Σ του …., η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.6 ν. 2021/1992 ως ίσχυε και της υπ. αριθ. ………..εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της υπ' αριθ. …. ΠΥΣ. Δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. … Διαπιστωτικής πράξης του …. και μολονότι μέχρι εκείνο το σημείο ο ενάγων παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες του στο πιο πάνω Ν.Π.Ι.Δ., του κοινοποιήθηκε η λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με το ως άνω Ταμείο από 31.5.2013,ημερομηνία κατά την οποία καταργήθηκε το … βάσει του άρθρου 3 του Ν. 4109/2013, χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης. Ως αιτιολογία για τη μη καταβολή αυτής προβάλλεται από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ότι δεν συνέτρεξε εν προκειμένω καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης από τον εντολέα του ενάγοντος ώστε να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση απόλυσης αλλά συνέτρεξε αυτοδίκαιη λύση αυτής λόγω της κατάργησης του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ.- εντολέα του ενάγοντος και της λύσης της πιο πάνω σύμβασης με νόμο (άρθρα 3 παρ. 1, 9 και 13 παρ. 1 εδ. ε' του ν. 4109/2013 αντίστοιχα) και με δεδομένο ότι η πρόσληψη του ενάγοντος δεν έγινε με επιλογή μετά από προκήρυξη σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1649/1986, αφού η ανωτέρω διάταξη δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του νομικού συμβούλου-προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ., ήτοι και για την πρόσληψη του ενάγοντος (βλ. σχετικά το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. β' τουν.1649/1986).Πράγματι κατά το ανωτέρω άρθρο 13 παρ.1 εδ .ε' του ν. 4109/2013, η σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 5 του ανωτέρω νόμου, λύεται αυτοδικαίως, εξαιρουμένων όσων έχουν προσληφθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 οι οποίοι μεταφέρονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και καταλαμβάνουν κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης κατηγορίας νομικού προσώπου εποπτευομένου από το Υπουργείο υποδοχής και επομένως από τα άρθρα 3 παρ. 1, 9 και 13 παρ. 1 εδ. εΓ του ν. 4109/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 1649/1986, συνάγεται ότι η πιο πάνω σύμβαση έμμισθης εντολής του ενάγοντος -μη εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1649/1986- λύθηκε αυτοδικαίως από 31.5.2013. Ωστόσο, πρέπει κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, αφού η ανωτέρω λύση έγινε μεν με νομοθετική διάταξη πλην όμως χωρίς τη βούληση του ενάγοντος -ο οποίος μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία παρείχε τις πιο πάνω υπηρεσίες του- να θεωρηθεί η πιο πάνω λύση ως περίπτωση καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης από το εναγόμενο, διάδοχο του …. -αφού το πιο πάνω Ν.Π.Ι.Δ. καταργήθηκε από τις 31.5.2013 και στη θέση του υπεισήλθε το εναγόμενο - για την οποία ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Η αποζημίωση δε αυτή ανέρχεται, με δεδομένο ότι ο ενάγων είχε συμπληρώσει στις 31.5.2013 διετία στο ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ. αλλά όχι τριετία (προσελήφθη, όπως προεκτέθηκε, στις 9.6.2009), στο ποσό των (2.376 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές αυτού κατά τον τελευταίο μήνα υπηρεσίας του Χ 3 μήνες, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας) 7.128 ευρώ. Όμως, λόγω του ότι στις ανωτέρω διατάξεις καθώς και σε εκείνη του άρθρου 94 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων που ίσχυε κατά το χρόνο της πιο πάνω σύμβασης, δεν προβλεπόταν ρητά και κατά τη γραμματική ερμηνεία αυτών καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα για τη λύση της παραπάνω σύμβασης και λόγω της δυσχερούς ερμηνείας αυτών με αποτέλεσμα να εφαρμοστεί αναλογικά η πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 94 παρ, 1 του κατά τον παραπάνω χρόνο ισχύοντος κώδικα περί δικηγόρων, κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι προκλήθηκε εύλογη αμφιβολία στα αρμόδια όργανα του εναγομένου - μετά την ανωτέρω κατάργηση του … - σχετικά με τη χορήγηση ή μη αποζημίωσης απόλυσης στον ενάγοντα και λόγω συγγνωστής πλάνης τους, υπέλαβαν ότι ήταν υποχρεωμένα να μην καταβάλουν την αποζημίωση αυτή. Επομένως, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, το εναγόμενο πρέπει να απαλλαγεί από την ex lege παροχή προς τον ενάγοντα της ανωτέρω συμφωνημένης αμοιβής του για το διάστημα από 1.6.2013 έως 31.12.2015 -πλέον της πιο πάνω αποζημίωσης απόλυσης- και δη της αιτούμενης με την αγωγή παροχής τόσο των 47.520 ευρώ (για το διάστημα από 1.6.2013 έως 31.1.2015) όσο και αυτής των 26.136 ευρώ (για το διάστημα από 1.2.2015 έως 31.12.2015), τα δε ως άνω σχετικά κονδύλια της αγωγής πρέπει, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου που προτάθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις στην πρωτοβάθμια δίκη και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά (βλ. σχετικά Ολ Α.Π. 2/2005), να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. [. . .]. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού για την απόρριψη από την εκκαλουμένη των κονδυλίων της αγωγής εξ ευρώ 1.005,2 ως μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές του ενάγοντος προς το Ταμείο Προνοίας για το έτος 2012, εξ ευρώ 2.000 ως μη καταβληθέν επίδομα θέσης ευθύνης και εξ ευρώ 8.856 ως μη καταβληθέντα επιδόματα μεταπτυχιακών σπουδών, πληροφορικής, οικογενειακής παροχής και θέσης ευθύνης, δεν παραπονείται κανείς διάδικος με λόγο έφεσης, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (7.128 + 3.120)10.248 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% που ισχύει για το εναγόμενο (κατ' άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου - κ.δ. της 26.6/10.7.1944" Α' 139 - το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισ.Ν.Α.Κ) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα: το ποσό των 83.904 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. . .". Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.248 ευρώ, ως αποζημίωση λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής και συμφωνηθείσες προσαυξήσεις 5% στις αποδοχές του κατά τα έτη 2011 και 2012, με το νόμιμο τόκο 6%, από την επίδοση της αγωγής. 6.-Ο ενάγων - εφεσίβλητος - αναιρεσείων, με το μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και ειδικότερα έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου σχετικά με τη χορήγηση ή μη αποζημίωσης απόλυσης σε αυτόν, ο οποίος δεν είχε προταθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε πρωτόδικα ούτε κατ' έφεση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη αυτού, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ορθά σε απορριπτική κρίση των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για την καταβολή της από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ. τελ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) παροχής (ως ποινής), μέχρι την καταβολή σε αυτόν της ως άνω αποζημίωσης ύψους 7.128 ευρώ. Και τούτο διότι, εφόσον η λύση της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης επήλθε λόγω κατάργησης του …..(…) με το άρθρο 3 του ν. 4109/2013 και αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής με νομοθετική επιταγή (άρθρο 13 παρ. 1 περ. ε του Ν. 4109/2013), ναι μεν ο αναιρεσείων δικαιούται της νόμιμης αποζημίωσης για τη λύση της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής κατ' άρθρο 94 παρ. 1 εδ. (β) του Κώδικα Δικηγόρων, όχι όμως και τις παροχές του τελευταίου εδαφίου της ίδιας διάταξης, ως ποινής, καθότι η ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής δεν λύθηκε με καταγγελία αυτής εκ μέρους του καταργηθέντος ν.π.ι.δ, και κατά συνέπεια η τελευταία αυτή διάταξη δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής ούτε ευθέως, ούτε αναλογικώς. Εφόσον λοιπόν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει τις περί τούτου αξιώσεις του αναιρεσείοντος, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος (άρθρο 578 ΚΠολΔ). 7.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.3.2021 και με αριθμό κατ. 1405/137/17.3.2021 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 1497/19.3.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ