Legislator Case Law & Legislation
1237/2020 AI generated

1237/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζα...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1237 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Αγγελακόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ο. Μ. του Σ..., συζύγου Κ... Μ..., κατοίκου Πανοράματος Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Βασιλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24774/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2116/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 18-10-2016 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2116/2015 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-1-2014 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκδοθείσας ομοίως αντιμωλία υπ' αριθ. 24774/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 25-7-2012 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσαν να καταδικασθεί η τελευταία σε δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης της κυριότητας, νομής και κατοχής του περιγραφομένου σ' αυτή ακινήτου κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν προς αυτούς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 20/2011, 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Εξάλλου, με το ΝΔ 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, (ήδη καταργήθηκε με το Ν. 4364/2016), ρυθμίζονται οι σχέσεις όλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης. Κύριο αντικείμενο της ασφάλισης είναι η υποχρέωση κάλυψης των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου και στηρίζεται στη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών αυτών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο των ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση. Ως εκ τούτου είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων, αλλά και του ασφαλιστή, με την καθιέρωση κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στη ρύθμιση της οποίας προβαίνει το άνω ΝΔ, με το άρθρο 1 παρ 3 του οποίου ορίζεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου (άρθρο 1 παρ. 3, ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 20 ν. 2496/1997, του Υπουργείου Ανάπτυξης, και κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3229/2004, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α), που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση. Με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. α, 8 παρ. 1, 3Γ, 9 παρ. 1,10 παρ. 1 εδ. α, 12α παρ. 1, 5 και 10 και 12β παρ. 2 και 3 περ. α του πιο πάνω ΝΔ ορίζονται τα εξής: "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη - μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών" (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ. 1 Ν. 3746/2009). "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση (ασφάλισμα). Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων. Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε' του εδαφίου α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος" (άρθρο 8 παρ. 1, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 Ν. 3746/2009). "Την ασφαλιστική τοποθέτηση αποτελούν μόνο τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: Α... Β...Γ. " Τα ακίνητα πλήρους κυριότητας ή συγκυριότητας που χωρεί αυτούσια διανομή, εφόσον βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως με πληθυσμό άνω των 15.000 κατοίκων και είναι ελεύθερα παντός βάρους"( άρθρο 8 παρ. 3Γ, όπως η περ. Γ αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 2741/1999). "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών, όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος" (άρθρο 9 παρ. 1). "Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος" (άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 35 παρ. 9 Ν. 2496/1997). "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Η απόφαση περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ορίζει τον επόπτη και το εφαρμοστέο δίκαιο καταχωρείται στο Μητρώο ασφαλιστικών ανωνύμων εταιριών και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθώς και στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος καταχωρείται στο μητρώο που τηρείται για το λόγο αυτό στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση. Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση" (άρθρο 12α παρ. 1). "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (άρθρο 12α παρ. 5). "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης υποχρεούνται να χορηγούν την ως άνω βεβαίωση, εφόσον έχουν περατώσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες εργασίες για την εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως του εάν έχει λάβει χώρα ή όχι έλεγχος της φορολογικής αρχής στην ασφαλιστική επιχείρηση. Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών, εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης" (άρθρο 12α παρ. 10, όπως το πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 30 Ν. 3775/2009). "Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί ενσωμάτων ή άυλων πραγμάτων, κινητών ή ακινήτων, επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού ή και στοιχείων του ενεργητικού ως συνόλου, που κατά καιρούς αλλάζει, τα οποία ανήκουν στην ασφαλιστική επιχείρηση και ευρίσκονται εντός της επικράτειας άλλου κράτους - μέλους κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας" (άρθρο 12β παρ. 2). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νομοθέτης στα πλαίσια της κρατικής χρηματοοικονομικής εποπτείας που ασκείται επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχει θεσπίσει, για το σκοπό της προστασίας και εξασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων, μία σειρά ειδικών υποχρεώσεων για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η υποχρέωση σχηματισμού τεχνικών αποθεμάτων και διάθεσης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που θα καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα υπό τη μορφή ασφαλιστικής τοποθέτησης. Η ασφαλιστική τοποθέτηση είναι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να εκπληρώνεται ο ασφαλιστικός σκοπός της διαρκούς και επαρκούς κάλυψης των συμφερόντων των δικαιούχων αποζημίωσης αποκλειστικώς από τη σύμβαση ασφάλισης. Ειδικότερα, συνίσταται στον αποχωρισμό και στην απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, που έχουν διατεθεί σ' αυτή, ώστε να διασφαλίζεται με αυτά η ικανοποίηση των αξιώσεων των ασφαλισμένων. Η διασφάλιση αυτή δε πραγματώνεται αφενός με την αδυναμία ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων, που απαρτίζουν την ασφαλιστική τοποθέτηση και αφετέρου με την παροχή προνομίου υπέρ των άνω ασφαλισμένων επ' αυτών, προηγούμενου κάθε άλλου γενικού ή ειδικού προνομίου (ΑΠ 1753/2013). Εκτός από την, κατά τα άνω, από την ασφαλιστική επιχείρηση καθοριζόμενη ασφαλιστική τοποθέτηση, που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 1 του ΝΔ 400/1970, ασφαλιστική τοποθέτηση μπορεί να καθορισθεί και με απόφαση της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου ΝΔ. Ειδικότερα, η εποπτεύουσα αρχή, όταν διαπιστώσει αποκλίσεις από τη νομοθεσία για τη χρηματοοικονομική εποπτεία επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, δύναται να επιβάλει στη συγκεκριμένη εποπτευόμενη επιχείρηση, προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων των ασφαλισμένων, διοικητικά μέτρα, μεταξύ των οποίων και το χαρακτηρισμό μέρους ή του συνόλου της ελεύθερης περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ως ασφαλιστικής τοποθέτησης, καθώς και την απαγόρευση διάθεσης της περιουσίας αυτής. Στην περίπτωση αυτή του διοικητικού καθορισμού ασφαλιστικής τοποθέτησης δεν προβλέπεται περιορισμός στις κατηγορίες των περιουσιακών στοιχείων που δύναται να αποτελέσουν αντικείμενό της. Η ασφαλιστική τοποθέτηση με πράξη της εποπτεύουσας αρχής δεν κωλύεται να καταλάβει, πέραν άλλων, ακίνητα επί των οποίων υφίσταται εμπράγματο βάρος (υποθήκη, προσημείωση υποθήκης, δουλεία), ούτε ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχει όμως απαγορευθεί η διάθεσή τους με δικαιοπραξία μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης υπ'αυτής του πιστωθέντος τιμήματος (άρθρο 177 ΑΚ) ή έχει συμφωνηθεί δικαίωμα εξώνησης τους υπέρ του πωλητή (άρθρο 565 ΑΚ), καθόσον οι περιορισμοί αυτοί, μη αντιτασσόμενοι έναντι τρίτων, έχουν ενοχική και μόνον ενέργεια και δεν επηρεάζουν την κυριότητα επί του ακινήτου. Εντεύθεν, δεν ισχύουν οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8 παρ. 3Γ του αυτού ως άνω νομοθετήματος περιορισμοί ως προς το ότι μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλιστικής τοποθέτησης μόνον "ακίνητα πλήρους κυριότητας ή συγκυριότητας που χωρεί αυτούσια διανομή, εφόσον βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως με πληθυσμό άνω των 15.000 κατοίκων και είναι ελεύθερα παντός βάρους", καθόσον αυτοί (περιορισμοί) απευθύνονται στην ασφαλιστική εταιρεία και αφορούν στον εκούσιο καθορισμό ασφαλιστικής τοποθέτησης, ώστε να διασφαλίζεται ο σκοπός, στον οποίο αποβλέπει ο νομοθέτης, συνιστάμενος στη διασφάλιση της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων ικανών να καλύψουν τις απαιτήσεις των δικαιουμένων ασφαλίσματος. Δικαιολογητικός λόγος που δεν υφίσταται, όταν ο χαρακτηρισμός της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ως "ασφαλιστικής τοποθέτησης" γίνεται από τη διοίκηση, καθόσον στην περίπτωση αυτή έχει ήδη κλονισθεί η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης και η ασφαλιστική τοποθέτηση σκοπό έχει πλέον την αύξηση του αριθμού των υπεγγύων στους ασφαλισμένους περιουσιακών στοιχείων προς διασφάλιση της προνομιακής ικανοποίησης τους, έστω και αν αυτά, λόγω της ύπαρξης των βαρών, είναι πιθανόν να μη συγκεντρώσουν επαρκές πλειστηρίασμα, δεδομένου ότι η προσθήκη ακόμη και χαμηλού πλειστηριάσματος αποβλέπει στο συμφέρον των ασφαλισμένων. Επομένως, ως ελεύθερη περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία στην περίπτωση του άρθρου 9 παρ. 1 του ΝΔ 400/1970 χαρακτηρίζεται από την εποπτεύουσα αρχή ως ασφαλιστική τοποθέτηση, νοείται η μέχρι τότε μη διατεθείσα ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την ασφαλιστική επιχείρηση και όχι η μη βεβαρημένη με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων (ΑΠ 336/2016), ή ακόμη και με περιορισμούς της διάθεσής της με δικαιοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Με την υπ' αριθ. 125/29-7-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύτηκε νομίμως (ΦΕΚ Β 1586/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν, απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση (δέσμευση) του συνόλου των, κατά την έκδοσή της, υφισταμένων περιουσιακών στοιχείων (των διατεθειμένων σε ασφαλιστική τοποθέτηση και μη) της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 156/16-9-2009 και 21-9-2009 απόφαση της αυτής Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που επίσης δημοσιεύτηκε νομίμως (ΦΕΚ Β 11292/21-9-2009/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα σ' αυτήν, ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας για το σύνολο των κλάδων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, χαρακτηρίστηκε δε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύτηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ένδικο ακίνητο και ακολούθως τέθηκε αυτή (επιχείρηση) σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Η ασφαλιστική τοποθέτηση, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, παγιωμένη στο χρόνο που ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και υπεισελεύσεως της εναγομένης επιχειρήσεως στο στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, σαφώς, υπάγεται στην έννοια του "ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου" και παραμένει στα πλαίσια της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, με την έννοια ότι προορίζεται να καλύψει αξιώσεις ασφαλισμένων, αποκλειομένης της δυνατότητας να εμπίπτει στην κοινή εκκαθάριση του νομικού προσώπου της εναγομένης, η οποία, στο μέτρο, που αφορά δοσοληψίες εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, συνεχίζεται, κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθαρίσεως...

Συνεπώς, η, εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, εξουσία διαθέσεως του, υπαχθέντος στην ασφαλιστική τοποθέτηση, ως άνω ακινήτου, έπαυσε από τη στιγμή που η επιχείρηση αυτή εισήλθε στο στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και, ως αποδείχθηκε, εξακολουθεί υφιστάμενη. Τούτο δε επάγεται αδυναμία λειτουργίας του νομικού πλάσματος που θα δημιουργηθεί από την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 949 ΚΠολΔ σε περίπτωση αποδοχής της ενδίκου αγωγής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσαν την καταδίκη της σε δήλωση βούλησης, έτσι ώστε το ένδικο ακίνητο να αναμεταβιβασθεί σ' αυτούς. Ειδικότερα, το εφετείο δέχτηκε, ότι με απόφαση του ΔΣ της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της, μεταξύ των οποίων και το ένδικο ακίνητο και ακολούθως αυτή τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, η οποία εξακολουθεί υφιστάμενη και εντεύθεν, ενόψει ότι το επίδικο ακίνητο υπάγεται στην έννοια του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, με την έννοια ότι προορίζεται για την κάλυψη των αξιώσεων των ασφαλισμένων της, από τη στιγμή που η αναιρεσίβλητη τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, έπαυσε η εξουσία διάθεσής του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η λειτουργία του νομικού πλάσματος, που θα δημιουργηθεί από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 949 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3Γ, 9 παρ.1, 12α παρ. 1 και 10 και 12β του ΝΔ 400/1970, 175 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, Α) ότι δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί το επίδικο ακίνητο ως ασφαλιστική τοποθέτηση, καθόσον α) είχε εγγραφεί επ' αυτού προσημείωση υποθήκης υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία " EFG EUROBANK ERGASIAS AE" για το ποσό των 910.000,00 ευρώ, β) είχε απαγορευθεί η διάθεση του με όρο της δικαιοπραξίας, με την οποία αυτοί το μεταβίβασαν στην αναιρεσίβλητη, μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης του πιστωθέντος τιμήματος, γ) είχε συμφωνηθεί με την ίδια δικαιοπραξία δικαίωμα εξώνησής του υπέρ αυτών και Β) ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης και η υπαγωγή της σε ασφαλιστική εκκαθάριση με ταυτόχρονη δέσμευση και χαρακτηρισμό των περιουσιακών της στοιχείων ως ασφαλιστική τοποθέτηση με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής (ΕΠ.Ε.Ι.Α) δεν επέφερε την απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του επιδίκου ακινήτου, ούτε στέρησε την αναιρεσίβλητη από την κατ' άρθρο 175 ΑΚ εξουσία διάθεσής του, είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση όχι από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική επιχείρηση, αλλά από την εποπτεύουσα αρχή (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), δεν ισχύουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8 παρ. 3Γ του ΝΔ 400/1970 περιορισμοί ως προς το ότι μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλιστικής τοποθέτησης μόνον ακίνητα πλήρους κυριότητας και ελεύθερα παντός βάρους, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά εφαρμογή έχει στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ίδιου διατάγματος, σύμφωνα με την οποία η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως τέτοια δε δεν νοείται η μη βεβαρημένη με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, αλλά η μέχρι τότε μη διατεθείσα ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την ασφαλιστική επιχείρηση και συνεπώς μπορούν εγκύρως να χαρακτηρισθούν ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την εποπτεύουσα αρχή και ακίνητα τα οποία δεν είναι ελεύθερα παντός βάρους. Ωσαύτως, η ασφαλιστική τοποθέτηση με πράξη της εποπτεύουσας αρχής δεν κωλύεται να καταλάβει ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχει όμως απαγορευθεί η διάθεσή τους με δικαιοπραξία μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης υπ'αυτής του πιστωθέντος τιμήματος ή έχει συμφωνηθεί δικαίωμα εξώνησης τους υπέρ του πωλητή, καθόσον οι περιορισμοί αυτοί, μη αντιτασσόμενοι έναντι τρίτων, έχουν ενοχική και μόνον ενέργεια και δεν επηρεάζουν την κυριότητα επί του ακινήτου. Και τέλος, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο ακίνητο είχε χαρακτηρισθεί με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής ως ασφαλιστική τοποθέτηση, μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, έπαυσε η εξουσία διάθεσής του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η ασφαλιστική τοποθέτηση, συνιστάμενη στον αποχωρισμό και την απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των τιθεμένων σ' αυτή περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης, προορίζεται για την ικανοποίηση των αξιώσεων των ασφαλισμένων της, υπάγεται στην έννοια του "ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου" και παραμένει στα πλαίσια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η λειτουργία του νομικού πλάσματος, που θα δημιουργηθεί από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 949 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, αβάσιμος τυγχάνει και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφασης στερείται επαρκούς αιτιολογίας για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή α) πότε και με ποιόν ακριβώς τρόπο απέκτησε η αναιρεσίβλητη κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο, β) αν και υπό ποιους περιορισμούς τελεί το δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσίβλητης επ' αυτού και γ) αν το ακίνητο αυτό ήταν ήδη πριν από την εισαγωγή της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αλλά και πριν από την απόκτηση του από αυτή βεβαρυμμένο με κάποιο εμπράγματο βάρος ή όχι. Και τούτο διότι η έλλειψη των άνω στοιχείων δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτά δεν συνιστούν προϋπόθεση για την εφαρμογή τους, καθόσον, κατά τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης πρόκειται περί χαρακτηρισμού ως ασφαλιστικής τοποθέτησης ακινήτου από την εποπτεύουσα αρχή και συνεπώς μπορούν στην περίπτωση αυτή εγκύρως να χαρακτηρισθούν ως ασφαλιστική τοποθέτηση και ακίνητα τα οποία δεν είναι ελεύθερα παντός βάρους, καθώς και ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην κυριότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά έχει απαγορευθεί η διάθεσή τους με δικαιοπραξία μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης υπ'αυτής του πιστωθέντος τιμήματος ή έχει συμφωνηθεί δικαίωμα εξώνησης τους υπέρ του πωλητή. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως ίσχυε κατά το χρόνο που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών, όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος" (άρθρο 9 παρ. 1). " Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία της τράπεζας, όπου υπάρχει η σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση του Υπουργείου Εμπορίου..." (άρθρο 9 παρ. 2). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, αιτιώμενοι ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που προέβαλαν με το δεύτερο λόγο της έφεσης τους, σύμφωνα με τον οποίο οι αποφάσεις της εποπτεύουσας αρχής ( ΕΠ.Ε.Ι.Α.), με τις οποίες απαγορεύτηκε προσωρινά και οριστικά η ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και του ενδίκου ακινήτου, δεν επέφεραν το αποτέλεσμα αυτό, διότι δεν υποβλήθηκαν στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 9 παρ. 2 του ΝΔ 400/1970 μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει καμία νομική σημασία στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως δέχτηκε το εφετείο, η εξουσία διάθεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχείρησης του ενδίκου ακινήτου, έπαυσε, όχι διότι απαγορεύτηκε η ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσίβλητης με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, αλλά διότι με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας της, χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το ένδικο ακίνητο και ακολούθως τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Επομένως, το εφετείο που δεν απάντησε στον άνω δεύτερο λόγο της έφεσης, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ισχυρισμό έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό που προτάθηκε, ο οποίος αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αποδίδεται πλημμέλεια του ως άνω λόγου αναίρεσης, και αφετέρου απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, προβάλλεται, δηλαδή, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου ( ΑΠ 893/2018, ΑΠ 579/2007, ΑΠ 296/2006, ΑΠ 837/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσης, καθόσον δεν αναφέρει, αν οι αποφάσεις της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με τις οποίες απαγορεύτηκε προσωρινά και οριστικά η ελεύθερη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσίβλητης, μεταξύ των οποίων και του ενδίκου ακινήτου, υποβλήθηκαν στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 9 παρ. 2 του ΝΔ 400/1970 μεταγραφή τους στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του προταθέντος πέμπτου λόγου αυτής, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ίδιου αμέσως πιο πάνω ισχυρισμού.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, περί καταδίκης της αναιρεσίβλητης σε δήλωση βούλησης περί αναμεταβίβασης σ' αυτούς του αναφερομένου ακινήτου, εκτός από την κύρια αιτιολογία, που έχει αναφερθεί παραπάνω, και με την επάλληλη αιτιολογία, ότι, αφού η αναιρεσίβλητη εξακολουθεί να τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, το αίτημα της ένδικης αγωγής, με την οποία επιδιώκεται ειδική μορφή αναγκαστικής εκτέλεσης, αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 12α παρ. 5 εδ α του ΝΔ 400/1970, καθόσον εξακολουθεί υφιστάμενη η αναστολή κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της. Εφόσον όμως, κατά τα παραπάνω, δεν επλήγη αποτελεσματικώς η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την άνω επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2016 αίτηση των Κωνσταντίνου Μυλωνά και της Ουρανίας Μαρίνογλου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2116/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)