Legislator Case Law & Legislation
1237/2019 AI generated

1237/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1237 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1237/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Καραβασάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπούρτζη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8/2016 μη οριστική και 212/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Φέρεται προς συζήτηση η από 21-6-2018(αριθμό κατάθεσης 43/2018) αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 212/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 26-2-2014(με αριθμούς κατάθεσης 46/2014 και 270/2014) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης πρωτοβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", με την οποία έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η ανωτέρω έφεση της εναγομένης κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, 3/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Ι. Κ. (μη εδώ διάδικο και), είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη άνω εναγομένη ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 21-11-2012(αριθ. κατ. 111/2012) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.151,12 ευρώ νομιμότοκα. Μετά δε εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω αποφάσεως, και αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το κεφάλαιό της περί ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας της γενομένης, εκ μέρους της εναγομένης την 24-9-2012, καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και επιδικάσεως μισθών υπερημερίας σ'αυτόν, στην συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαιά της, και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.750,32 ευρώ, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής και του προσθέτου λόγου(άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 3 του ν. 2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων" οι Αγροτικοί Συνεταιριστικοί Οργανισμοί όλων των βαθμίδων είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα, κατά δε το άρθρο 38 του ως άνω νόμου (που επαναλαμβάνει παρόμοια διατύπωση του άρθρου 46 του ν. 2169/1993) το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό, το οποίο καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης. Κατά την § 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 38 του ν. 2810/2000 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 18 του ν. 3147/2003) η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ` αριθ. 52800/5.9.2006 απόφαση των Υφυπουργών Απασχόλησης-Κοινωνικής Προστασίας και Αγροτικής Ανάπτυξης-Τροφίμων "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ" (ΦΕΚ 1443/Τ.Β/2.10.2006) για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 41 του Κανονισμού αυτού - ο οποίος έχει ισχύ νόμου(ΑΠ 919/2006) - η εργασιακή σχέση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών (στο οποίο ανήκει κάθε πρόσωπο του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις κάθε βαθμού και την ΠΑΣΕΓΕΣ) λύεται, εκτός άλλων, και με "απόλυση". Κατά το άρθρο 44 του ίδιου ως άνω Κανονισμού ο υπάλληλος απολύεται, μεταξύ άλλων, όταν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης (που προβλέπεται από το άρθρο 46 εδ. δ` του Κανονισμού και επιβάλλεται στον υπάλληλο για τα αναφερόμενα στο άρθρο 47 του Κανονισμού σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα) καθώς και για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Στο άρθρο 45 του Κανονισμού ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος και ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων και "ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους, συναδέλφους και τρίτους". Στα δε άρθρα 49 και 50 επ. του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου (διοικητικό συμβούλιο, πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ), οι εγγυήσεις υπέρ του εγκαλουμένου (κλήση σε απολογία, γνώση της δικογραφίας, αυτοπρόσωπη παράσταση, άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης) και ορίζεται περαιτέρω (άρθρο 50 § 5) ότι πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της εγκρίσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ. 'Ομως, με τους ανωτέρω ορισμούς του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Συνεταιριστικών Οργανώσεων δεν ρυθμίζονται όλα τα σχετικά προς την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων ζητήματα (όπως π.χ. καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, καταγγελία χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης κ.λπ.), για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη νομική σκέψη, ενώ σημειώνεται ότι και με το άρθρο 44 του ως άνω Κανονισμού γίνεται παραπομπή στις διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας ως προς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης (βλ. ΑΠ 136/2003 ΕΕργΔ 2003.599). 3. Επίσης στην περίπτωση που η καταγγελία χωρεί λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία προ της καταγγελίας. Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργασιακού δικαίου, η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, ο οποίος και επί διαπράξεως πειθαρχικού κατά τον οικείο Κανονισμό παραπτώματος από το μισθωτό, δεν κωλύεται στις εν γένει εργασιακές σχέσεις, και χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση κατά τις κοινές διατάξεις (ΟλΑΠ 8/2007 ΕλλΔνη 48. 753, ΟλΑΠ 43/2002 ΕΕργΔ 2003. 220 και ΕλλΔνη 2003. 378, ΑΠ 136/2003 ΕΕργΔ 2003. 599 και ΕλλΔνη 2003.1324, ΑΠ 1367/1992).

4. Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε` "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε' υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας". Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης. Τούτο προκύπτει απερίφραστα και ανεπιφύλακτα και από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου, αποτελούν μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων και κατά συνέπεια επιβάλλεται η άμεση ενσωμάτωση των προβλέψεών τους ως κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Κάθε ειδικότερο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής προβλέπεται να ρυθμίζεται με τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν ήθελε να καταλείψει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μνημονίου αποτελούν ήδη δεσμευτικούς κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης και μάλιστα πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων του προγράμματος, προκειμένου να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία, εγκαίρως, τη διεθνή χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούσε η οξύτατη δημοσιονομική κρίση και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της χώρας. Με τον τρόπο αυτό ο Έλληνας νομοθέτης επέλυσε αυθεντικά το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των συγκεκριμένων διατάξεων του μνημονίου, κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τη νομική φύση των μνημονίων και το είδος των συγκεκριμένων διατάξεων, εξ απόψεως Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των μνημονίων στηρίζουν την κανονιστική τους ισχύ απευθείας στο άρθρο 1 παρ. 6 εδ. α' ν. 4046/2012 και όχι στο χαρακτήρα των μνημονίων ως διεθνών συνθηκών ή κειμένων με κανονιστικό ή μη κανονιστικό χαρακτήρα. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του μνημονίου θα αποτελούσαν καθ' εαυτές διατάξεις "αυτοδύναμης εφαρμογής" ή, κατ' άλλη διατύπωση, διατάξεις "αυτοεκτελέσιμες", "αυτοεκτελεστές" ή "αυτόθροες", σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου των διεθνών συνθηκών (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 19 και 20). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο α') ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β' του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλΣτΕ 1892/2010). Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όριά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΟλΣτΕ 3220/2010). Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010). Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στην τελευταία αναφέρεται, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο "Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3. Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α' 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει:...Άρθρο 5 1. από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-2-2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ' υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37). Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές. Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/2012 σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας δεν εξειδικεύει, αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β' του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ' υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών (Ολ. ΑΠ 11/2017). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ' αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων (για το λόγο αυτό άλλωστε θεσμοθετήθηκε και η μείωση αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα) και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις, στερώντας από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτής από 14-2-2012, την έχουσα ισχύ νόμου (ΑΠ 919/2006), με αριθμό 52800/5.9.2006 απόφαση των Υφυπουργών Απασχόλησης-Κοινωνικής Προστασίας και Αγροτικής Ανάπτυξης - Τροφίμων "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ" (ΦΕΚ 1443/Τ.Β/2.10.2006), κατά το άρθρο 41 του οποίου (Κανονισμού αυτού) η εργασιακή σχέση του προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών (στο οποίο ανήκει κάθε πρόσωπο του άρθρου 4 του ν. 2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων") λύεται, εκτός άλλων, και με "απόλυση", κατά το άρθρο 44 του ίδιου ως άνω Κανονισμού ο υπάλληλος απολύεται, μεταξύ άλλων, όταν του επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης (που προβλέπεται από το άρθρο 46 εδ. δ` του Κανονισμού και επιβάλλεται στον υπάλληλο για τα αναφερόμενα στο άρθρο 47 του Κανονισμού σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα) καθώς και για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, κατά το άρθρο 45 ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος και ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων και "ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους προϊσταμένους, συναδέλφους και τρίτους", στα δε άρθρα 49 και 50 επ. του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου (διοικητικό συμβούλιο, πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ), οι εγγυήσεις υπέρ του εγκαλουμένου (κλήση σε απολογία, γνώση της δικογραφίας, αυτοπρόσωπη παράσταση, άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης) και οριζόταν περαιτέρω στο άρθρο 50 § 5 ότι πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της εγκρίσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ. Ειδικότερα ο άνω κανονισμός, ο οποίος προέβλεπε περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους για τη καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού αυτών (τακτικού και εκτάκτου) καταργήθηκε και κατά συνέπεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "..." δεν δεσμεύεται πλέον από όσα ορίζονταν στον κανονισμό αυτό, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου πλέον χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημίωσης). 5. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά του μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη Ι. Κ., νομίμου εκπροσώπου της, (κατά του οποίου απορρίφθηκε τελεσίδικα η αγωγή) ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 26.9.2001 από την πρώτη εναγομένη πρωτοβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί, ως εργάτης εμφιαλωτηρίου, στο Οινοποιείο -Εμφιαλωτήριο - Ποτοποιείο που διατηρούσε στη .... Ότι έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ανωτέρω εναγομένη, ανήκοντας στο τακτικό προσωπικό της, απασχολούμενος ως εργάτης συνεχώς μέχρι τις 24.9.2012, οπότε η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη, ως παράνομη και καταχρηστική, καθόσον α) δεν τηρήθηκε από μέρους της πρώτης εναγομένης - εργοδότριας η για τις ομοειδείς οργανώσεις προβλεπόμενη από τη νομοθεσία πειθαρχική διαδικασία, β) δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιος από τους, περιοριστικά αναφερόμενους στον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, λόγους απόλυσης, γ) έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης της νομίμως εκπροσωπούμενης πρώτης εναγομένης προς αυτόν, εξαιτίας του ότι αρνήθηκε να αποδεχθεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, υπογράφοντας ατομική σύμβαση εργασίας με μειωμένες σε σχέση με τις συμφωνημένες, καταβαλλόμενες και προβλεπόμενες από τις ισχύουσες ΣΣΕ αποδοχές του, αλλά και εξαιτίας του ότι αιτήθηκε στις 11.9.2012 από την πρώτη εναγομένη να μην τον απασχολήσει υπερωριακά κατά την τότε περίοδο του τρύγου λόγω προσωπικών προβλημάτων υγείας και δ) διότι η πρώτη εναγομένη δεν του κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης, ανερχόμενο στα 6552 ευρώ και όχι στο καταβληθέν γι' αυτήν την αιτία μειωμένο ποσό των 2990,40 ευρώ. Ότι, περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη εξακολουθεί να του οφείλει από το έτος 2007 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2012 τις αναφερόμενες διαφορές μηνιαίων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας εργασίμων ημερών, αμοιβής για εργασία τις Κυριακές και κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας τις Κυριακές, αποδοχών επιδόματος αδείας, δώρων εορτών, αμοιβής για εργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης και για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε

Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24.9.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και

Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη : α) να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του με απειλή χρηματικής ποινής 2000 ευρώ και προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου, διάρκειας έως ένα έτος, για κάθε υπαίτια παράβαση της εκδοθησομένης απόφασης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της, β) να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας, το ποσό των 7200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας που ήταν καταβλητέα η κάθε επιμέρους παροχή, επικουρικά δε σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η ένδικη απόλυση να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει ως διαφορά της οφειλόμενης αποζημίωσης το ποσό των 3.561,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της απόλυσης μέχρι την εξόφληση, γ) να του καταβάλει το ποσό των 5000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η παράνομη και καταχρηστική απόλυση του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, δ) να του καταβάλει τις λεπτομερώς κατά ποσά επιμέρους οφειλόμενες διαφορές μηνιαίων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας εργασίμων ημερών, αμοιβής για εργασία τις Κυριακές και για κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία τις Κυριακές, αποδοχών επιδόματος αδείας δώρων εορτών, αμοιβής εργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης και προσαύξησης νυκτερινής εργασίας, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, αφού απέρριψε : 1) την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, 2) το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για τους προαναφερόμενους υπό στοιχείο α και δ λόγους ακυρότητας, ήτοι της μη τήρησης της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό πειθαρχικής διαδικασίας και της καταβολής μειωμένης αποζημίωσης, 3) το αίτημα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος με απειλή .χρηματικής ποινής 2000 ευρώ και προσωπικής κράτησης του δεύτερου εναγομένου, 4) το αίτημα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει τα κονδύλια που αφορούν την υπερεργασία και την κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία εργασίμων ημερών, 5) το αίτημα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5000. ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 6) το επικουρικό αίτημα, σε περίπτωση εγκυρότητας της απόλυσης, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει, ως διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, το ποσό των 3.561,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της απόλυσης μέχρι την εξόφληση, δέχθηκε αυτή κατά τα λοιπά εν μέρει και κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του ενάγοντος κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ούτε και ο επικαλούμενος από την πρώτη εναγόμενη λόγος απόλυσης, ήτοι η καταλογιζόμενη στον ενάγοντα πλημμελής εργασιακή συμπεριφορά, συνιστάμενη τόσο στην καθυστερημένη προσέλευση στην εργασία του, όσο και στην πλειάδα αιτήσεων πρόωρων εξόδων και αδειών από μέρους του, που παρακώλυαν την προσήκουσα προσφορά της εργασίας του, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 24.9.2012 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπήρχε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.151,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, με την επωνυμία "...", ιδρύθηκε από αμπελοκαλλιεργητές κατά το έτος 1918 και δραστηριοποιείται στην παραγωγή διαφόρων ειδών οίνων από τα σταφύλια που παράγονται στην ευρύτερη περιοχή της .... Αρχικά, η λειτουργία της διεπόταν από το νομοθετικό καθεστώς του νόμου 2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων". Σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό, το οποίο καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις που προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) έκτακτο, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης (άρθρο 38 παρ.1). Η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ' αριθμ. 52800/2.10.2006 απόφαση των Υφυπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ." (ΦΕΚ 1443/τ. Β/2.10.2006) για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Στο άρθρο 44 του ως άνω Κανονισμού γίνεται πλήρης και εξαντλητική ρύθμιση όσον αφορά τους λόγους λύσεως της υπηρεσιακής σχέσης των υπαλλήλων. Από την ιδιαίτερη ως άνω νομοθετικής ισχύος ρύθμιση του Κανονισμού προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας του τακτικού - μόνιμου προσωπικού των εν λόγω οργανώσεων, είναι ορισμένου χρόνου, αφού τάσσεται υποχρεωτικό όριο ηλικίας εξόδου από την υπηρεσία, καθώς και ότι η επιβολή της οριστικής απόλυσης συνεταιριστικού υπαλλήλου γίνεται μόνο για ορισμένη αιτία. Ωστόσο, μετά την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του ν.4046/2012, ο οποίος ψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και με τον οποίο ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και της Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/28.2.2012, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α 38/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ.6 του άρθρου 1 του ν.4046/2012)), το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις μεταβλήθηκε ριζικώς. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 της ανωτέρω Π.Υ.Σ. ορίστηκαν τα εξής: "Ι. Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων. Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις, που εντάσσονται στη λεγόμενη "μνημονιακή νομοθεσία", οι συμβάσεις εργασίας που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας χαρακτηρίζονται ex lege ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς καταγγέλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι, από 14.2.2012 όλες οι συμβάσεις εργασίας καταγγέλλονται κατά τις διατάξεις των 2112/1920 και 3198/1955, χωρίς τους ευνοϊκούς για τους εργαζόμενους περιορισμούς που περιέχονται σε συλλογικές συμβάσεις ή κανονισμούς εργασίας (Δ.Ζ., Εργατικό έκδ. γ', σελ. 1081). Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, αποκλειστικός στόχος και κυρίαρχο μέλημα του εν λόγω νόμου είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μέσω της μείωσης του εργατικού κόστους για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Στην ελληνική πραγματικότητα, η "ρήτρα μονιμότητας" αποτελεί ευρύτερη έννοια, η οποία, εκτός από τη σύμβαση με όριο ηλικίας, περιλαμβάνει κάθε σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, στην οποία το δικαίωμα καταγγελίας υπόκειται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς. Με τη ρήτρα μονιμότητας ουσιαστικά αναλαμβάνεται η δέσμευση από τον εργοδότη να μην απολύσει τον εργαζόμενο παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και που η βασιμότητα τους κρίνεται σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία, μπορεί δε να συνδυασθεί, όπως προαναφέρθηκε, με σύμβαση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί απλώς ένα είδος περιορισμού στο δικαίωμα του εργοδότη για ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης (βλ. Κ. Ι.., Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995. σελ. 827 - 828).

Συνεπώς, η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ως άνω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας, οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, αδιακρίτως αν περιέχονται σε συμβάσεις που ήταν εξαρχής αορίστου χρόνου ή σε συμβάσεις που θεωρούνταν ορισμένου χρόνου λόγω ορίου ηλικίας, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους "γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας" και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα (αναφορικά με τα θέματα απόλυσης) Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων προσελήφθη στις 26.9.2001 από την εναγομένη δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που σύναψε με αυτήν, προκειμένου να παρέχει την εργασία του, ως εργάτης εμφιαλωτηρίου - οινοποιείου στην επιχείρηση οινοποιείου - εμφιαλωτηρίου - ποτοποιείου, που αυτή διατηρεί στη .... Από τον ανωτέρω χρόνο πρόσληψης του εργάστηκε με τη συμφωνηθείσα αυτή ειδικότητα υπό καθεστώς πλήρους, δηλαδή οκτάωρης, ημερήσιας απασχόλησης σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση και παρείχε ανελλιπώς την εργασία του στην εναγομένη μέχρι την 24.9.2012, οπότε και η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του και την αποζημίωση απόλυσης, ύψους 2.990,40 ευρώ, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίστηκε με την αγωγή του, ότι η γενόμενη στις 24.9.2012 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη είναι άκυρη, μεταξύ άλλων, διότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του κάποιος από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, λόγους απόλυσης, αλλά και διότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι αποδιδόμενες από την εναγομένη αιτιάσεις ακαταλληλότητας στην παροχή εργασίας. Οι παραπάνω λόγοι ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, οι οποίοι έγιναν δεκτοί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, νομίμως επαναφέρονται στην κατ' έφεση δίκη από την εναγομένη και είναι απορριπτέοι για τους ακόλουθους λόγους: Ο μεν πρώτος είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω στη μείζονα σκέψη, οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της εναγομένης έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των άρθρων 1 παρ.2 και 6 του ν. 4046/2012 και 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ 6/2012 και 669 παρ.2 ΑΚ και συνεπώς ήδη από το Φεβρουάριο του έτους 2012, η εναγομένη μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των σε αυτή απασχολούμενων δυνάμει των άρθρων 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955, καταβάλλοντος την προβλεπόμενη από αυτές αποζημίωση, όπως και έπραξε με την κοινοποίηση στον ενάγοντα έγγραφης καταγγελίας στις 24.9.2012. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τον παραπάνω λόγο ακυρότητας ως νόμιμο και ως ουσία βάσιμο και ακολούθως αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας λόγω της μη συνδρομής στο πρόσωπο του κάποιου από τους περιοριστικά αναφερόμενους στον Κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των ΑΣΟ λόγους απόλυσης, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Όσον αφορά δε τον δεύτερο από τους γενομένους δεκτούς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λόγους ακυρότητας, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι η παραπάνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη, ως παράνομη και καταχρηστική, διότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του λόγοι ακαταλληλότητας, όπως του προσάπτει η εναγομένη, αλλά ότι αυτή έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπο του, επειδή αφενός αρνήθηκε να υπογράψει ατομική σύμβαση εργασίας με μειωμένες αποδοχές και αφετέρου ζήτησε να μην απασχοληθεί πέραν του δώρου κατά την περίοδο του τρύγου λόγω προσωπικών προβλημάτων. Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, ως αγροτικός συνεταιρισμός, με αντικείμενο την παρασκευή και εμπορία οίνου, από τη φύση του, κατά τη διάρκεια του τρύγου (τέλη Σεπτεμβρίου -τέλη Οκτωβρίου), απαιτεί ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες για τη συλλογή και αποθήκευση της πρώτης ύλης, που αργότερα θα μεταποιηθεί σε οίνο. Για την αντιμετώπιση των υψηλών αυτών εποχιακών αναγκών, από την κάλυψη των οποίων εξαρτάται άμεσα η βιωσιμότητα της επιχείρησης, όλοι οι εργάτες της εναγομένης εργάζονταν πέραν του οκταώρου, επιπλέον δε η εναγομένη αναγκαζόταν να προσλάβει και επιπλέον προσωπικό με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (εποχιακούς εργάτες). Στην ανωτέρω διαδικασία του τρύγου, από το έτος 2009, συμμετείχε και ο ενάγων. Όμως, το Σεπτέμβριο του έτους 2012, με την από 11.9.2012 έγγραφη αίτησή του, που απηύθυνε προς το Δ.Σ. της εναγομένης, ζήτησε να εξαιρεθεί από τη διαδικασία του τρύγου και να μετατεθεί σε άλλο πόστο, επικαλούμενος αφενός "προσωπικά προβλήματα" εξαιτίας των οποίων αδυνατεί να έχει την απαιτούμενη προσοχή και αυτοσυγκέντρωση και αφετέρου διότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί "στα εξαντλητικά ωράρια, την επικινδυνότητα και τον φόβο του για τη σωματική του ακεραιότητα". Η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, προκειμένου να εξετάσει τη βασιμότητα του αιτήματος του, ζήτησε από τον ενάγοντα την προσκόμιση σχετικών έγγραφων πιστοποιητικών, που θα εξειδίκευαν τα επικαλούμενα προβλήματα υγείας του και θα προέκυπτε αιτιωδώς η αδυναμία του να εργαστεί στην ανωτέρω θέση για το προαναφερθέν περιορισμένο χρονικό διάστημα. Σε απάντηση του αιτήματος αυτού, ο ενάγων προσκόμισε δύο γνωματεύσεις αρμόδιου γιατρού του ΙΚΑ (υποκατάστημα ...), όπου πιστοποιείται ότι πάσχει από "οσφυαλγία" και τον απαλλάσσει από τη χειρονακτική εργασία που του ζητήθηκε, για το χρονικό διάστημα από 10 έως 12.9.2012 (η πρώτη γνωμάτευση) και από 13 έως 14.9.2012 (η δεύτερη γνωμάτευση). Εξετάζοντας το Δ.Σ. της εναγομένης τις ανωτέρω γνωματεύσεις και βλέποντας ότι αυτές δεν είναι ικανές να στηρίξουν το αίτημα απαλλαγής του ενάγοντος από τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, θεώρησε ότι το ανωτέρω αίτημα του ήταν καθαρά προσχηματικό με στόχευση την αποφυγή της κρίσιμης για την επιχείρηση εργασίας κατά την περίοδο του τρύγου, οπότε, συνεκτιμώντας και την προηγούμενη υπηρεσιακή του συμπεριφορά και τα προβλήματα που είχε κατά το παρελθόν δημιουργήσει, έκρινε αυτόν ομόφωνα "ακατάλληλο για την εργασία που του έχει ανατεθεί" και προέβη στην οριστική του απόλυση. Ειδικότερα, προκειμένου το Δ.Σ. της εναγομένης να καταλήξει στην ανωτέρω απόφαση, έλαβε επίσης υπόψη του, εκτός από την εκπεφρασμένη άρνησή του ενάγοντος να συμμετέχει στη διαδικασία του τρύγου, και τα παρακάτω στοιχεία: α) την άρνηση και αδυναμία συνεργασίας του με τον άμεσο προϊστάμενο του, Οινολόγο του Συνεταιρισμού κ.Κ., β) την επαναλαμβανόμενη αμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και τη μη τήρηση από πλευράς του μέτρων αυτοπροστασίας με κίνδυνο δικού του ατυχήματος, εξαιτίας της οποίας (αμελούς συμπεριφοράς), ο Συνεταιρισμός εκτίθετο σε υψηλές αποζημιώσεις σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, γ) την πάγια μη τακτική προσέλευση στην εργασία του, καθώς και τη σωρεία αιτημάτων προώρου αποχώρησης ή απουσίας κατά τη διάρκεια του ωραρίου του, δ) την αδυναμία κατανόησης των προβλημάτων του Συνεταιρισμού και την άρνηση συνεργασίας με τη Διοίκηση και ε) την πρωτοφανή αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων διαχειριστή που του ανατέθηκαν στο παρελθόν με αποτέλεσμα την εντός ολίγων ημερών αντικατάσταση του (βλ. το υπ' αριθμ. .....3/21.9.2012 απόσπασμα πρακτικών του Δ.Σ. της εναγομένης). Ο ενάγων, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ομολόγησε ότι αδυνατεί να συνεισφέρει στην παραγωγική διαδικασία του τρύγου, επικαλούμενος αυτή τη φορά όχι όσα είχε περιλάβει στην προαναφερομένη αίτησή του, αλλά ένα άγνωστο μέχρι σήμερα "οικογενειακό πρόβλημα". Η ανωτέρω αμφοτερίζουσα δικαιολόγηση από τον ενάγοντα για τη μη παροχή της εργασίας κατά την ανωτέρω κρίσιμη για την εναγομένη εργασιακή περίοδο, με επίκληση εώλων επιχειρημάτων, δείχνει ξεκάθαρα αφενός την πρόθεση του να αποφύγει πάση θυσία τις υποχρεώσεις του και αφετέρου αντισυναδελφική στάση έναντι των λοιπών εργαζομένων, οι οποίοι, χωρίς εύλογη, θα εκκαλούντο να αναλάβουν την εκτέλεση των δικών του υποχρεώσεων, άλλως την αποδοχή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης από την εναγομένη με έξοδα μίσθωσης εργασίας τρίτου προσώπου........... Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η απόλυση του ενάγοντος οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εχθρότητας προς το πρόσωπό του, όπως ο ίδιος διατείνεται, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει το καλοκαίρι του έτους 2012 νέα ατομική σύμβαση εργασίας με την εναγομένη, σύμφωνα με την οποία θα λάμβανε μειωμένες αποδοχές. Η χρονική εγγύτητα της ανωτέρω δυσμενούς για τα μισθοδοτικά του συμφέροντα εργοδοτικής πρότασης με την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν μπορεί, από μόνη της, απλώς συνειρμικά, να καταδείξει την καταλογιζόμενη από τον ενάγοντα στην εναγομένη εργοδοτική εμπάθεια και εκδίκηση, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό έρεισμα............ Επομένως, ο λόγος που επικαλείται η εναγομένη για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ήτοι την πλημμελή εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, κρίνεται βάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι δεν συντρέχει ο ανωτέρω λόγος έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, τα αιτήματα της αγωγής: α) για την αναγνώριση ως άκυρης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και β) για την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από την επομένη της απόλυσης του, ήτοι από 24.9.2012 έως 19.4.2013, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι η καταγγελία είναι άκυρη και η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της προσηκόντως προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος, υποχρεώνοντας την να καταβάλει στον τελευταίο, ως μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως το ποσό των 7.020 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με την έφεσή της".

6. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ότι οι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί περιορισμοί στο δικαίωμα καταγγελίας που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της εναγομένης έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των άρθρων 1 παρ.2 και 6 του ν. 4046/2012 και 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ 6/2012 και 669 παρ.2 ΑΚ και συνεπώς ήδη από το Φεβρουάριο του έτους 2012, η εναγομένη μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των σε αυτή απασχολούμενων δυνάμει των άρθρων 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955, καταβάλλοντας την προβλεπόμενη από αυτές αποζημίωση, όπως και έπραξε με την κοινοποίηση στον ενάγοντα έγγραφης καταγγελίας στις 24.9.2012, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και ορθά δεν εφάρμοσε τους ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς στο δικαίωμα καταγγελίας που έθετε ο Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της εναγομένης, οι οποίοι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 4 μείζονα σκέψη, έχουν ρητά καταργηθεί δυνάμει των άνω μνημονιακών νόμων. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης, με τους οποίους προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη δε αιτίαση του πρώτου λόγου της αίτησης, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης εχώρησε ακύρως, διότι δεν τηρήθηκε απ'αυτήν το άρθρο 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης του Προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων(52800/2006 κοινή Υπουργική Απόφαση) που έχει ισχύ ουσιαστικού κανόνα δικαίου, και δεν εγκρίθηκε η πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει την ποινή της οριστικής απόλυσης προς έγκριση από το Πειθαρχικό Συμβούλιο στην ΠΑΣΕΓΕΣ, ανεξαρτήτως της αβασιμότητάς της σύμφωνα με τα άνω αναφερθέντα, διότι καταργήθηκαν οι διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού από τους μνημονιακούς άνω αναφερθέντες νόμους και ειδικά ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ καταργήθηκε ρητά και με το άρθρο 61 παρ. 14 του νόμου 4277/2014 από 14-2-2012, αλυσιτελώς προβάλλεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που η καταγγελία χωρεί λόγω συμπεριφοράς του μισθωτού, η οποία συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία προ της καταγγελίας, διότι σύμφωνα με γενικότερη αρχή του εργασιακού δικαίου, η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη, ο οποίος και επί διαπράξεως πειθαρχικού κατά τον οικείο Κανονισμό παραπτώματος από το μισθωτό, δεν κωλύεται στις εν γένει εργασιακές σχέσεις, και χωρίς την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, να καταγγείλει την εργασιακή σχέση κατά τις κοινές διατάξεις νόμους. Επιπροσθέτως είναι απαράδεκτη η αναίρεση ως προς την μερικότερη αυτή αιτίαση του λόγου αυτού, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι εφόσον με αυτήν προσβάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του για μη τήρηση εκ μέρους της εργοδότριας - εναγομένης - αναιρεσίβλητης, της προβλεπομένης από τον οικείο Κανονισμό πειθαρχικής διαδικασίας προηγουμένως, κατά της οποίας απορριπτικής διάταξης δεν είχε ασκήσει έφεση ή αντέφεση ο ενάγων, αφού η προσβαλλομένη εκδόθηκε μετά από έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, έπρεπε ο ενάγων - αναιρεσείων το αναιρετήριο να το καταθέσει και στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι έχει πράξει, αφού αυτό κατατέθηκε μόνο στην γραμματεία του Εφετείου Λάρισας (βλ.στο αναιρετήριο την .....3/21-6-2018 έκθεση κατάθεσης της δικαστικής υπαλλήλου Α. Μ. δικαστικής υπαλλήλου του Εφετείου Λάρισας, χωρίς κάποια άλλη κατάθεση), ούτε άλλωστε έστρεψε την αναίρεση και κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (3/2014).

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

8. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και πέμπτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια α)αφενός με τον τρίτο λόγο ότι το Εφετείο με το να μην δεχθεί τον προταθέντα ισχυρισμό του ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, διότι αυτή έγινε για λόγους εμπάθειας και εκδίκησης στο πρόσωπό του, επειδή αφενός αρνήθηκε να υπογράψει την ατομική σύμβαση εργασίας με μειωμένες αποδοχές και αφετέρου ζήτησε να μην απασχοληθεί πέραν του 8ώρου κατά την περίοδο του τρύγου λόγω προσωπικών του προβλημάτων, έσφαλε παραβιάζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου...και ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός προέβη στην απόλυσή του, ήταν η άρνηση του να αποδεχθεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, υπογράφοντας ατομική σύμβαση εργασίας με μειωμένες αποδοχές σε σύγκριση με τις τότε συμφωνημένες καταβαλλόμενες αποδοχές που καθορίζονταν με τις ΣΣΕ του κλάδου τους δεχόμενο αντίθετα ότι λόγος της καταγγελίας ήταν η πλημμελής εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων..... παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και είναι αναιρετέα για τον λόγο αυτό κατ'άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. β) αφετέρου με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, ότι "η προσβαλλομένη εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό, αφού δέχθηκε ότι η απόλυσή του δεν οφειλόταν σε λόγους εμπάθειας και εχθρότητας προς το πρόσωπό του, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει το καλοκαίρι του έτους 2012 νέα ατομική σύμβαση εργασίας, αλλά σε λόγους πλημμελούς εκτέλεσης των εργασιακών του καθηκόντων.....και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβίασε κανόνες της λογικής και διδάγματα κοινής πείρας, αφού απ'όλο το αποδεικτικό υλικό προκύπτει με σαφήνεια, ότι η χρονική στιγμή της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από τον συνεταιρισμό διόλου τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί". Οι άνω λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με αυτό το περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε και δεν εφαρμόστηκε καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε ότι κακώς εφαρμόστηκε με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη νομικό σφάλμα, ούτε επίσης εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις στην αιτιολογία που προσάπτονται στις παραδοχές της, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις της, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στην πραγματικότητα με αυτούς πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 7 μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

9 . Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Έτσι, "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, αν είναι ορισμένες. (ΑΠ 1168/2007). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 632/2008).

10. Στην προκειμένη περίπτωση με το έκτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι "δεν έλαβε υπόψη της γεγονότα που επιβεβαιώθηκαν και αποδεικνύουν ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη ως καταχρηστική και παράνομη και δη δεν έλαβε υπόψη α) την άρνηση υπογραφής της ατομικής σύμβασης εργασίας, β) την άρνηση του να ασχοληθεί πέραν του ωραρίου στον τρύγο των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2012 για προσωπικούς του λόγους, γ) την αλλαγή θέσεων των λοιπών εργαζομένων που αρνήθηκαν να υπογράψουν ατομική σύμβαση εργασίας, δ) την καταλληλότητά του ως υπαλλήλου έως το έτος 2010, όπως καταθέτει ο μάρτυράς του Π. Τ. και επιβεβαιώνει ο μάρτυράς του Χ. Κ., ε) την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Κ. ότι μέχρι την απόλυσή του ουδέποτε είχε καθυστερήσει στην εργασία του και στ)την υπ'αριθ. 194/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας". Ο λόγος αυτός με το άνω περιεχόμενο είναι προεχόντως απαράδεκτος σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 9 μείζονα σκέψη, διότι τα άνω επικαλούμενα αναλυτικά "γεγονότα" δεν αποτελούν πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αλλά αποτελούν ισχυρισμούς του ενάγοντος που αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματά του, που προβάλλει για την υποστήριξη των απόψεών του σε σχέση με νομικά ζητήματα και ισχυρισμούς του και ειδικότερα με τον ισχυρισμό του ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν παράνομη και καταχρηστική. Περαιτέρω με τον λόγο αυτό υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά, την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

11. Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. 12. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπ' όψη έγγραφα, τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχε μετ'επικλήσεως προσκομίσει ο αναιρεσείων. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, η οποία αυτολεξεί έχει ως εξής "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις ένορκες καταθέσεις των ιδίων μαρτύρων των διαδίκων και την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, μετά από επιταγή της υπ' αριθμ. 8/2016 μη οριστικής απόφασής του, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 παρ. 1 α ΚΠολΔ), ακόμη και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, την με αριθμ. 2193/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, με, Δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τη με αριθμ. 100/2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ' αριθμ. .....04β 72.2.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ν. Σ.) και τη με αριθμ. ....58/8.11.2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ' αριθμ. .....07β'/6.11.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ν. Σ.)", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν ήταν παράνομη και καταχρηστική, αλλά έγινε αποκλειστικά και μόνο λόγω πλημμελούς εκτέλεσης εκ μέρους του ενάγοντος των εργασιακών του καθηκόντων, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις όσο και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Β. Μ. και Γ. Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και των ιδίων μαρτύρων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος ενώπιον του τελευταίου, αποσπάσματα των οποίων μάλιστα (μαρτυρικών καταθέσεων όλων των μαρτύρων) παραθέτει σε αρκετά σημεία της προσβαλλομένης (βλ. 14η σελίδα κάτω μέρος της, 15η σελίδα, 16η σελίδα κάτω μέρος της, 17η και 18η σελίδες), όσο και το σύνολο των μετ'επικλήσεως προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων μεταξύ των οποίων και την 194/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

13. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-6-2018 (αριθμό κατάθεσης 43/2018) αίτηση περί αναιρέσεως της 212/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ