Legislator Case Law & Legislation
1237/2018 AI generated

1237/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1237/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1237 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1237/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1237 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
safety concerns construction site safety workplace construction accident occupational injury occupational bodily injury occupational accidents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1237 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1237/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βιτώρο, που ανακάλεσε την από 29/1/2018 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε αλλαγή στην επωνυμία της εταιρείας ως εξής "..." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ...) του ..., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1688/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2774/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7/4/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ' αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης. Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 969/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 73Δ/29.9.2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ά. Π. Χ. και την από 2.10.2017 βεβαίωση ματαιωθείσας επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς Χ. Κ., τις οποίες προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, η επίσπευση της συζήτησης έγινε από την αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε προς τον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7.4.2017 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν. Ενόψει τούτων και όσων σημειώθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικαστεί ερήμην, η διαδικασία όμως να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

ΙΙ) Με την κρινόμενη από 7.4.2017 αίτηση (όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε ως προς την επωνυμία της αναιρεσείουσας με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από το εσφαλμένο "..." (και τον διακριτικό τίτλο ...) στο ορθό "...", σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση 11408/1.10.2010 ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύτηκε η σχετική τροποποίηση του καταστατικού της) προσβάλλεται η 2774/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των εδώ διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, αφού έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η αντέφεση της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας κατά της 1688/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία φέρεται ότι υπέστη ο ενάγων εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα-εναγομένη (αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους αναφερόμενους εκεί συνυποχρέους) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα για την παραπάνω αιτία 35.000 ευρώ. Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 9.3.2017, ενώ η αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.4.2017, ημέρα Δευτέρα ( άρθρα 144, 552 , 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ) Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1914, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο θάνατος ή ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την σύσταση του οργανισμού του παθόντος αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεως του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1914 προκύπτει ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως του αν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Για να δικαιούται δε ο παθών στην περίπτωση αυτή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς προσώπων (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Δηλαδή, αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1914 (Ολ ΑΠ 18/2008, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 937/2011, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 260/2011). Τέτοιο πταίσμα, όταν πρόκειται για οικοδομικές γενικά εργασίες, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των αναφερόμενων κατωτέρω διατάξεων του π.δ. 778/1980 (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 309/2015). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, δηλαδή χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος), πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (Α.Π. 797/2014, 1021/2012, ΑΠ 936/2011). Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία που τελέστηκε από τον προστηθέντα και τελεί σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Αν δε με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή δίδει οδηγίες και εντολές και σ' αυτούς (ΑΠ 179/2015 , ΑΠ 1021/2012). Περαιτέρω, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη. Όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητά ή σιωπηρά, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 12592014, ΑΠ 934/2013, ΑΠ 1168/2007). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται: α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου. Ακόμη, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 21 παρ.1 του π.δ. 778/1980, που εφαρμόζονται σε εργασίες ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, οι οποίες εκτελούνται σ` αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της. Κατά δε το άρθρο 102 εδ. ε' του ίδιου π.δ.. 788/80 "οι εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέτρα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων", ενώ, σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 71 αυτού, πρέπει επίσης να υπάρχει ικρίωμα με δάπεδο εργασίας. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 103 του ίδιου δ/τος "Οι εργαζόμενοι εις εργοτάξια, ασχέτως απασχολήσεως, πρέπει, να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα υπό του εκτελούντος το έργον. Η χρήσις κρανών είναι, υποχρεωτική", σύμφωνα δε με ίδιο άρθρο 103, υποχρεωτικά είναι και τα ειδικά υποδήματα καθώς και η ζώνη ασφαλείας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η υποχρέωση ως προς τη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας και, κατά συνέπεια, η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει κατ` αρχήν το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου, ως εργολάβος. Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του έργου, ως εργοδότης (ΑΚ 681, 688-691 και 698), δεν υπέχει ευθύνη, εκτός εάν επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητά ή σιωπηρά, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, οπότε αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται προς τον εργοδότη σε σχέση προστήσεως (ΑΚ 922), επί της οποίας θεμελιώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη του τελευταίου (ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 1210/2006). Τέλος, πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης " οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ, αδικοπραξία (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013 ).

IV) Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη εδώ 2774/2016 απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος και αντεφέσεως της αναιρεσείουσας-πρώτης εναγομένης (καθώς και επί άλλων συνεκδικασθεισών εφέσεων άλλων συνεναγομένων, υπεργολάβων και επιβλεπόντων στο επίδικο έργο, που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη δίκη), ως προς την ουσία της υπόθεσης δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της ένδικης αναίρεσης, περιστατικά: " Ο ενάγων είχε προσληφθεί , δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας..., την 1.6.2007 από τον τρίτο εναγόμενο υπεργολάβο ψευδοροφών και χωρισμάτων, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης τοποθέτησης γυψοσανίδων, ψευδοροφών και χωρισμάτων και λοιπών συναφών εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή ... και επί της ..., ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης ..., η οποία δυνάμει του από 10.5.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεργολαβίας κατασκευής χωρισμάτων και ψευδοροφών είχε αναθέσει τις σχετικές εργασίες στον δεύτερο εναγόμενο υπεργολάβο, ο οποίος δυνάμει της παραγράφου 5 (Μέρος

ΙΙ-Γενικοί Όροι), ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που ορίζει ο νόμος (πδ 1073/81, ν.1568/1985 συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων περί Τεχνικού Ασφαλείας) και που αφορούν στην ασφάλεια των εκτελούμενων έργων, του εργατοτεχνικού προσωπικού καθώς και των μηχανημάτων που προσκομίζει στο εργοτάξιο. Κατά συνέπεια για κάθε δυστύχημα, φθορά ή ζημία σε βάρος οιουδήποτε από υπαιτιότητα ή αμέλεια ή απειρία του ίδιου ή μελών του προσωπικού του κατά την εκτέλεση των εργασιών ευθύνεται απέναντι στον εργοδότη και τον κύριο του έργου στο ακέραιο, για κάθε θετική ή αποθετική ζημία. Στη συνέχεια, δυνάμει του από 1.6.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεργολαβίας ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος των ως άνω εργασιών στον τρίτο εναγόμενο-υπεργολάβο όμοιων εργασιών-εργοδότη του ενάγοντος. Στις 2.6.2007 και περί ώρα 12.00 ο ενάγων εργαζόταν εντός του φρεατίου του ανελκυστήρα και συγκεκριμένα είχε λάβει εντολή από τον εργοδότη του να κόψει τις απολήξεις των μεταλλικών ελασμάτων (σίδερα) που προεξείχαν από τα τοιχώματα του φρεατίου, προκειμένου στη συνέχεια να επενδυθούν αυτά με γυψοσανίδες. Για την εργασία αυτή στεκόταν σε μια αυτοσχέδια πλατφόρμα, η οποία αποτελείτο από ένα μαδέρι, πλάτους 30 εκατοστών και πάχους 4 εκατοστών, το οποίο την ώρα που ο ενάγων βρισκόταν στον τρίτο όροφο, έσπασε, με αποτέλεσμα ο ενάγων ... να επιπέσει με σφοδρότητα επί του εδάφους του φρεατίου". Περαιτέρω, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της ως άνω πτώσεώς του τραυματίστηκε σοβαρά ( υπέστη κατάγματα δεξιών ηβοϊσχυακών κλάδων και ιερού άμφω, υποβλήθηκε δε σε χειρουργική κοχλίωση κατάγματος δεξιού ιερού και νοσηλεύτηκε, όπως ειδικότερα σ' αυτήν εκτίθεται) και ότι ο τραυματισμός του αυτός, που προκλήθηκε κατά την εκτέλεση εργασίας του υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες, "οφείλεται σε παραβάσεις των επιβαλλομένων από τις διατάξεις των άρθρων του πδ. 778/1980 ... και του ν. 1396/1983 ... 7 παρ.1 και 8 παρ.1 εδ. β , 12 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 17/1996, 32 παρ. 1-Τμήμα Α του ν. 1568/1985, 3 παρ, 1, 2, 3 και 4 παρ. 1 εδ. α' του πδ 395/1994, 102,104,111 και 114 του π.δ. 1073/1981... μέτρων ασφαλείας, ικανών να αποτρέψουν το ως άνω ατύχημα και το επελθόν αποτέλεσμα του τραυματισμού του ενάγοντος, αλλά και των αντιστοίχων υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια και συγκεκριμένα στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα, με την μορφή της αμέλειας του τρίτου εναγόμενου, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, ευθύνεται ως εργοδότης του ... εργαζόμενου, ενώ η υπαιτιότητα του δευτέρου εξ αυτών, ως εργολάβου καθώς και της τέταρτης εναγόμενης εταιρείας-γενικής επιβλέπουσας και του πέμπτου εναγομένου, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, απορρέει ρητώς από της δημοσίας τάξεως διατάξεις του ν. 1396/1983 σε συνδυασμό και με την αμέλειά τους ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα, ο τρίτος των εναγόμενων, εργοδότης του ενάγοντος και υπεργολάβος, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, ήταν και υπεύθυνος, ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του, να μεριμνά για την ομαλή και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και για την τήρηση των επιβαλλόμενων από τον νόμο μέτρων ασφαλείας δεν έλαβε, από αμέλεια του, τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για την ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα του εργαζόμενου στην εν λόγω οικοδομή εργατοτεχνικού προσωπικού, κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης εργασίας και συγκεκριμένα παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή εργασία του ενάγοντος, όπως και ο δεύτερος των εναγόμενων, δεδομένου ότι το πρόχειρα τοποθετημένο από τον υπεργολάβο ... μαδέρι δεν ήταν σταθερό και ανθεκτικό, ώστε να υποστεί έντονους κραδασμούς, ενόψει της φύσεως της εργασίας που του είχε ανατεθεί (έντονες κινήσεις για να κόψει τις απολήξεις των μεταλλικών ελασμάτων (σίδερα), που (προ)εξείχαν από τα τοιχώματα του φρεατίου) ... Από κανένα, εξάλλου, αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του τρίτου εναγομένου, ότι ο παθών εργαζόμενος-ενάγων εκτελούσε μόνο βοηθητικές εργασίες και ότι με δική του πρωτοβουλία έσπευσε να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, πριν τη μεταφορά της πλατφόρμας ασφαλείας από τον δεύτερο όροφο όπως και τα ισχυριζόμενα απ' αυτόν πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή τοποθέτησαν ένα ξύλο μπετοφόρμ, πάχους 2,5 εκατοστών και ιδίων διαστάσεων περίπου με αυτές του φρέατος του ανελκυστήρος, πάνω σε δύο ατόφια ξύλινα μαδέρια τα οποία είχαν στηρίξει επί δύο σιδερένιων ικριωμάτων σχήματος Η, τα άκρα των οποίων ήταν εμπεπηγμένα στα εξ οπλισμένου σκυροδέματος τοιχώματα του ως άνω φρέατος, εφόσον και αληθή υποτιθέμενα δεν αναιρούν ευθύνη του, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η σχετική διάταξη του άρθρου 20 Π.Δ 778/1980 ορίζει συγκεκριμένα τα μέτρα ασφαλείας που απαιτούνται και ειδικότερα ορίζει ότι το ανοικτό φρεάτιο πρέπει να προστατεύεται είτε με κιγκλίδωμα ύψους ενός μέτρου και με σανίδες μεσοδιαστήματος ή με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα και στη συγκεκριμένη περίπτωση από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι είχε ληφθεί τοιαύτη μέριμνα. Αντίθετα, ο εν λόγω εναγόμενος δεν πήρε τα αναγκαία εκ του νόμου μέτρα ασφαλείας ..., δεν σταθεροποίησε τα μαδέρια του δαπέδου εργασίας με την χρήση ζευγμάτων (κλαπών), ώστε να είναι αδύνατη η ανομοιόμορφη κάμψη (λυγισμός) τούτων, τοποθέτησε (δύο αντί για τρία) μαδέρια, τα οποία έφεραν στρεβλώσεις στο δάπεδο εργασίας, το οποίο είχε ανεπαρκές πλάτος (30 εκατ.) αντί του νομίμου (80 εκατ.), ούτε έλαβε κάθε άλλο ισοδύναμο μέτρο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, όπως τοποθέτηση ανθεκτικών προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και θωρακίων ασφαλείας ή δίκτυ προστασίας, ούτε κεκλιμένο επίπεδο στο πίσω μέρος των ικριωμάτων, τα οποία έπρεπε να ελέγχονται περιοδικά κατά την διάρκεια των εργασιών... Η παράλειψη εκ μέρους του τρίτου των εναγομένων λήψεως των μέτρων αυτών, ανεξαρτήτως της ευθύνης των λοιπών, πληροί τις προϋποθέσεις στο πρόσωπό του της συνδρομής της ειδικής μορφής αμέλειας, η οποία ήταν πρόσφορη να προκαλέσει το εργατικό ατύχημα και συνδέεται αιτιωδώς με τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του ενάγοντος. Άλλωστε αυτός ευθύνεται και κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 914, 932 του ΑΚ), αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που απαιτείται να καταβάλλεται, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, στον κύκλο της αρμοδιότητάς του. Επίσης ευθύνη για τον τραυματισμό του ενάγοντος βαρύνει και την πρώτη των εναγομένων-εφεσίβλητη, η οποία μάλιστα με την από 10/5/2007 σύμβαση εργολαβίας μεταξύ της πρώτης εναγόμενης-εφεσίβλητης και του δεύτερου εναγομένου-εφεσιβλήτου προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη έχει παρακρατήσει για λογαριασμό της την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου καθώς και την παροχή οδηγιών και εντολών προς τον δεύτερο εναγόμενο. Ειδικότερα στη σελίδα 6 της παραπάνω σύμβασης και στους Γενικούς όρους του δεύτερου μέρους του Παραρτήματος Α και στην παράγραφο 3 αναφέρεται ρητά ότι "Ο εργοδότης και οι μηχανικοί που τον εκπροσωπούν διατηρούν το απόλυτο δικαίωμα του ελέγχου της εργασίας που εκτελεί ο υπεργολάβος από άποψη ποιότητας, ακρίβειας, εφαρμογής κ.λ.π, ο δε υπεργολάβος υποχρεούται στην άμεση αποξήλωση και ανακατασκευή των κακότεχνων τμημάτων του έργου εφόσον του δοθεί η σχετική εντολή από τον Κύριο του έργου ή τον εργοδότη ή τον μηχανικό που τους εκπροσωπεί. Ο εργοδότης δικαιούται επίσης κατά την απόλυτη κρίση του να διατάξει την απομάκρυνση από το εργοτάξιο οποιουδήποτε μέλους του προσωπικού του υπεργολάβου που δεν υπακούει στις εντολές του ή κριθεί ακατάλληλο και ανεπαρκές για τις συγκεκριμένες εργασίες". Εξάλλου και στην από 1/6/2007 σύμβαση εργολαβίας μεταξύ του δεύτερου και τρίτου εναγομένου-εφεσιβλήτου αναφέρεται ότι τόσο αυτός όσο και η πρώτη εναγόμενη (κυρία του έργου) έχουν παρακρατήσει για λογαριασμό τους την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου καθώς και την παροχή οδηγιών και εντολών προς τον τρίτο εναγόμενο ο οποίος θεωρείται υποπροστηθείς. Ειδικότερα στην σελίδα 6 της παραπάνω σύμβασης και στους Γενικούς όρους του δεύτερου μέρους του Παραρτήματος Α και στην παράγραφο 3 αναφέρεται επίσης ρητά ότι "Ο εργοδότης και οι μηχανικοί που τον εκπροσωπούν διατηρούν το απόλυτο δικαίωμα του ελέγχου της εργασίας που εκτελεί ο υπεργολάβος από άποψη ποιότητας, ακρίβειας, εφαρμογής κ.λ,π, ο δε,- υπεργολάβος υποχρεούται στην άμεση αποξήλωση και ανακατασκευή των κακότεχνων τμημάτων του έργου εφόσον του δοθεί η σχετική εντολή από τον Κύριο του έργου ή τον εργοδότη ή τον μηχανικό που τους εκπροσωπεί. Ο εργοδότης δικαιούται επίσης κατά την απόλυτη κρίση του να διατάξει τη απομάκρυνση από το εργοτάξιο οποιουδήποτε μέλους του προσωπικού του υπεργολάβου που δεν υπακούει στις εντολές του ή κριθεί ακατάλληλο και ανεπαρκές για τις συγκεκριμένες εργασίες". Από τις παραπάνω προσαγόμενες συμβάσεις και το εν γένει αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη-εφεσίβλητη (προστήσασα) παρείχε την εξουσία στον δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο (προστηθέντα) να χρησιμοποιήσει στο έργο και τρίτους όπως εν προκειμένω τον τρίτο εναγόμενο- εφεσίβλητο (υποπροστηθέντα).Μάλιστα παρακράτησε για λογαριασμό της όχι μόνο τον έλεγχο και την επίβλεψη του έργου αλλά και την εξουσία να συμμετάσχει ακόμη και στη σύνθεση των συνεργείων του δεύτερου και τρίτου εναγόμενου καθώς είχε δικαίωμα όχι μόνο να τους δίνει οδηγίες και εντολές αλλά ακόμη και να επεμβαίνει προκειμένου να απολυθούν εργαζόμενοι που κατά την κρίση της δεν έκαναν καλά την δουλειά τους. Όμως από τις ως άνω συμβάσεις και από όλο το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2007 έως 15-6- 2007 υπόχρεος να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας του εργατοτεχνικού προσωπικού και υπεύθυνος έναντι του εργοδότου και κυρίου του έργου για κάθε δυστύχημα, φθορά ή ζημία εις βάρος οιουδήποτε τρίτου, το οποίο οφείλετο σε υπαιτιότητα, αμέλεια ή απειρία του ίδιου ή των εργαζομένων του κατά την εκτέλεση των εργασιών και για κάθε θετική ή αποθετική ζημία του ήταν ο Κ. Α., ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 10-6-2007 έως 15-7-2007 υπόχρεος και υπεύθυνος των ανωτέρω ήταν ο τρίτος εναγόμενος ..., αφού πρόκειται για ένα έργο, η δε δεύτερη συμφωνία υπογράφηκε και αυτή προ του ατυχήματος όπως άλλωστε και η πρώτη χωρίς περαιτέρω διαχωρισμούς ευθυνών ... Ενόψει των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε η συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των πρώτης και πέμπτου των εναγομένων, συνιστάμενη στην μη τήρηση των όρων ασφαλείας που επιβάλλει ο νόμος αλλά και των όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων και του επελθόντος αποτελέσματος ... Οι συγκεκριμένοι επέδειξαν αμέλεια ως προς την τήρηση των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, ήτοι το ικρίωμα που χρησιμοποιήθηκε δεν διέθετε πλήρη δάπεδα και προστατευτικά κιγκλιδώματα άλλως εφόσον η λήψη των συλλογικών μέτρων ασφαλείας επί του ικριώματος δεν ήταν δυνατή λόγω της φύσης της συγκεκριμένης εργασίας έπρεπε να είχαν ληφθεί άλλα ισοδύναμα μέτρα (ενδεικτικά αναφέρονται: κράνη, ζώνες ασφαλείας), που να προστατεύουν τον εργαζόμενο από πτώση (άρθρα 41,107 πδ 1037/1981), ενώ ο επιβλέπων μηχανικός δεν ενημέρωσε την κυρία του έργου για τους κινδύνους που αυτό εγκυμονεί ούτε συνέστησε στον ενάγοντα ότι πρέπει να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν ... Σε κάθε όμως περίπτωση, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, συντρέχει εν προκειμένω και γενική αμέλεια των εν λόγω εναγομένων, αφού, αν και ως επιβλέποντες μηχανικοί σε ανεγέρσεις οικοδομών οι δ' και ε' και ως κατασκευαστές οικοδομών οι β' και γ' είχαν εμπειρία των κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κινδύνων, δεν προέβλεψαν, καίτοι μπορούσαν, καταβάλλοντας την συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στη συγκεκριμένη οικοδομή από την πτώση τους από ύψος και έτσι επέτρεψαν σ' αυτόν, πριν λάβουν το ανωτέρω επιβαλλόμενα εκ του νόμου μέτρα προστασίας, να εκτελέσει την προαναφερθείσα οικοδομική εργασία, εξαιτίας της ανασφαλούς στήριξης του μεταλλικού πλαισίου, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος μαζί με το πλαίσιο από ύψος άνω των 10 μέτρων, αφού δεν υπήρχε το απαιτούμενο κατά νόμο πλέγμα ή εξέδρα ή κιγκλίδωμα για να εμποδίσει την πτώση του. Συγκεκριμένα, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του πιο πάνω συνεργείου, δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος αυτής, εργοδότριας του παθόντα, που να επιβλέπει για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, για τον έλεγχο της καταλληλότητας των υλικών (μαδέρια χωρίς ρόζους και ρωγμές, μεταλλικός σκελετός, σύνδεσμοι) και τη σωστή τοποθέτησή τους (τα μαδέρια εν επαφή), τον εφοδιασμό των εργαζομένων με τα κατάλληλα μέσα προστασίας (ζώνη ασφαλείας, κράνος) και την καθοδήγηση αυτών στο στήσιμο του ικριώματος και εν γένει τον συντονισμό των εργασιών, παραλείψεις που θεμελιώνουν ευθύνη της πρώτης εναγομένης. Η μη λήψη δε από τους ρηθέντες εναγομένους των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα ήτοι τον τραυματισμό του ενάγοντος, εφόσον αυτός δεν ηδυνήθη να πατήσει σε σταθερή κατά τον νόμο επιφάνεια και επομένως ανθεκτικής εις το βάρος του, με αποτέλεσμα την υποχώρηση αυτής από την πτώση του. Αντίθετα προέκυψε ότι το φρεάτιο ήταν ανοικτό και απροστάτευτο και δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως αντισταθμιστικό μέτρο η τοποθέτηση στο άνοιγμα του φρέατος, έστω και προσωρινά σανίδων, μετακινουμένων και μη πληρούντων τις νόμιμες προϋποθέσεις ως προαναφέρθηκε αφού οι εναγόμενοι εργολάβος υπεργολάβος μηχανικός δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε και όπως οι ίδιοι μπορούσαν να πράξουν λόγω των ιδιοτήτων τους, να προβούν προς εξασφάλιση κατά πτώσεων εντός του ως άνω ανοίγματος-καταπακτής των εργαζομένων στην περίφραξη με ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα ή επικάλυψη αυτού με στέρεο υλικό, κατά τα οριζόμενα στις ως άνω οικείες διατάξεις, δοθέντος και του ότι το άνοιγμα αυτό, λόγω της θέσης και των διαστάσεων αυτού, ήταν επικίνδυνο για τους εργαζόμενους στην οικοδομή, αλλά αντίθετα άφησαν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος αυτού, τοποθετώντας πρόχειρα δυο σανίδες... με αποτέλεσμα την πτώση του ως άνω εργαζομένου". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως σημειώθηκε και στην υπό στοιχ.

ΙΙ της παρούσας, απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας-πρώτης εναγομένης, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε επιδικάσει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του 25.000 ευρώ. Ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα-εναγομένη (αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους αναφερόμενους εκεί συνυποχρέους) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα για την παραπάνω αιτία 35.000 ευρώ. V) Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την αντικειμενική ευθύνη που βαρύνει την αναιρεσείουσα-εναγομένη για το επίδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος, ως κυρία του προαναφερόμενου έργου, εργοδότιδα και προστήσασα στο έργο τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων (υπεργολάβους, προστηθέντα και υποπροστηθέντα αντίστοιχα), ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εφαρμοστέες εδώ ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που σημειώθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και ιδίως εκείνες των άρθρων 1 και 16 ν. 551/1914, 9 681 επ. , 914,922 και 932 ΑΚ, αφού, κατά τις μη ελεγχόμενες αναιρετικά ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, η αναιρεσείουσα-εναγομένη, έχοντας αναθέσει την εκτέλεση του επίδικου έργου στον δεύτερο εναγόμενο-υπεργολάβο, ο οποίος είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει στο έργο και τρίτους, επιφύλαξε ρητά για λογαριασμό της την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου καθώς και την παροχή οδηγιών και εντολών τόσο προς τον ανωτέρω υπεργολάβο-προστηθέντα όσο και προς τον τρίτο εναγόμενο, υπεργολάβο-υποπροστηθέντα και εργοδότη του ενάγοντος. Δεν διαφαίνεται δε στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης κάποια αμφιβολία ή κενό όσον αφορά τους όρους που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της αναιρεσείουσας-εναγομένης και των συνεναγομένων υπεργολάβων (προστηθέντα και υποπροστηθέντα) και ιδίως ως προς την ύπαρξη μεταξύ της πρώτης και των τελευταίων σχέσης πρόστησης, ώστε να ανακύπτει ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ή των άρθρων 288 και 371 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παραβίασε, με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη υπαγωγή, την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ και περαιτέρω ότι, ενώ διαπιστώθηκε από αυτήν, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό στην προαναφερόμενη από 10.5.2007 εργολαβική σύμβαση, παρά τον νόμο παρέλειψε να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173,200,288 και 371 ΑΚ. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 7.4.2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "..." για αναίρεση της 2774/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ